Στην εκκλησία ο Αντώνης

   Μετά από την απρογραμμάτιστη επίσκεψη που μας έκανε ο Αλέξη και την δική του γνωριμία με τον Αντώνη, στην εκκλησία πήγαμε το πρωί της Κυριακής που μας πλησίασε και μπαίνοντας μέσα, είδαμε εκεί και για πρώτη μας φορά τον Αντώνη να στέκετε όρθιος πλάι στον δεξιό εσωτερικό τοίχο της, έχοντας όπως πάντα το κεφάλι του σκυμμένο, δείγμα όπως θα έλεγα, ότι μελετούσε αυτά που άκουγε ξανά, μετά από πολύ καιρό.

Παραβλέποντας συνειδητά την παρουσία του όμως, πήγαμε να χαιρετίσουμε τις άγιες εικόνες πρώτα πριν καθίσουμε στις θέσεις μας, αρχίζοντας από την μεγάλη και θαυματουργική εικόνα της Παναγίας μας βέβαια.

Παρακολουθήσαμε ωστόσο την λειτουργεία κι όταν πια έκανε ο παπάς μας την απόλυσή της κι ένας, ένας πήγαινε να πάρει το αντίδωρο από το χέρι του, εμείς μείναμε καθισμένοι στις θέσεις μας όπως το συμφωνήσαμε με την γυναίκα μου, ώστε να φύγουμε τελευταίοι.

Για να αποφύγουμε την συνάντησή μας με τον Αντώνη το κάναμε αυτό βέβαια, αλλά και για να μην υποχρεωθούμε να σχολιάσουμε την ξαφνική του επίσκεψή στην εκκλησία, αφού όπως ο ίδιος μας το ανάφερε, αρκετά χρόνια απέφευγε να την πλησιάσει.

Για την ακρίβεια δηλαδή, μαζί με τον παπά μας βγήκαμε έξω από την εκκλησία και αργά, αργά, κάναμε την έξοδό μας, ώστε να δώσουμε αρκετό χρόνο στον Αντώνη να απομακρυνθεί, με την ελπίδα όπως είπαμε να μη συναντηθούμε ούτε και στο προαύλιο για τον συγκεκριμένο λόγο.

Να όμως που δεν τα υπολογίσαμε και πολύ σωστά όπως αποδείχτηκε, γιατί ο Αντώνης μας περίμενε στημένος έξω από την πόρτα της εκκλησίας. Και δεν μας περίμενε μόνος του εκεί, γιατί όπως βλέπαμε, είχε μαζί του ολόκληρη την οικογένειά του.

Τους δυο γονείς του δηλαδή, την γυναίκα του Μαγδαληνή βέβαια, όπως και τα δυο παιδιά του. Μόνον ο αδελφός του έλειπε από την παρέα τους, αφού αυτός ιδικά, δεν ήθελε να είχε καμιά σχέση με την εκκλησία όπως δήλωνε.

Μια και δεν μπορέσαμε να αποφύγουμε την συνάντησή μας λοιπόν, αναγκαστικά πια τους χαιρετήσαμε, αλλά κι αυτοί, με πολύ χαρούμενη διάθεση ανταπέδωσαν τον χαιρετισμό μας.

Και δεν περιορίστηκαν σ’ αυτό μόνον, γιατί αμέσως μας πρότειναν να τους ακολουθήσουμε πηγαίνοντας προς το σπίτι του Αντώνη, προκειμένου να μας προσφέρουν εκεί ένα πρωινό καφέ όπως μας είπαν.

Κι αφού έτσι το είχαν προγραμματίσει αυτοί όπως φάνηκε από την συμπεριφορά τους, υποχρεωθήκαμε θα λέγαμε κι εμείς να δεχθούμε την πρόσκλησή τους, αν και για πρώτη τους φορά μας έκαναν αυτήν την τιμή.

Πήγαμε λοιπόν στο σπίτι τους ακολουθώντας πίσω τους με το αυτοκίνητό μας, όπου και μας περιποιήθηκε και μάλιστα με το παραπάνω η Μαγδαληνή και με πολύ χαρά μάλιστα το έκανε.

Κι όπως μας έλεγε, ήταν πολύ ευχαριστημένη μαζί μου, γιατί έσπρωξα κατά κάποιον τρόπο τον άντρα της να πλησιάσει στην εκκλησία, πράγμα που η ίδια πολλές φορές το επιχείρησε αλλά δεν κατάφερε να το κάνει.

Όλα στην ώρα τους γίνονται της είπα κι εγώ για να μη καταχωρίσει αρνητική διάθεση στον άντρα της, αλλά κι έκρυψα το ενδιαφέρον μου να μάθω τον λόγο που έκανε τον Αντώνη να παρακολουθήσει την λειτουργία της Κυριακής, αλλά και λόγος δεν μου έπεφτε να μετρώ εγώ τις απουσίες του από αυτήν.

Αφού κατάφερε να δικαιολογήσει ο ίδιος πια στον εαυτό του την ανάγκη της παρουσία του στην εκκλησία, κανείς άλλος δεν μπορούσε να του πει γιατί το έκανε τώρα, όπως και γιατί το απέφευγε τόσον καιρό.

Οπότε, απλώς περίμενα να ακούσω από τον ίδιο, τον λόγο μόνον αν υπήρχε στην πρόθεσή του να μπει ξανά σε εκκλησία κι αυτό πάλι, όταν κι αν αυτός θα ήθελε να μου τον φανερώσει.

Όσο για την Μαγδαληνή, την γνωρίζαμε βέβαια, από το να την βλέπουμε συχνά τις Κυριακές στην εκκλησία, συνοδεύοντας τα παιδιά της κι ασφαλώς ξέραμε ότι ήταν η γυναίκα του Αντώνη.

Όπως ξέραμε και τους γονείς του βέβαια, με τους οποίους μάλιστα αρκετές φορές συναντιόμασταν εκεί, αλλά και αρκετά κουβεντιάζαμε στο προαύλιο της, όταν μας το επέτρεπε ο καιρός.

Το ίδιο κάναμε και στο σπίτι του Αντώνη λοιπόν πίνοντας τον καφέ μας, όπως και πολλά αναφέραμε από τα της παιδικής μας ηλικίας με τους γονείς του, αλλά και αρκετά γελάσαμε βέβαια, με τα παιδιάστικα καμώματά μας, αφού συμμαθητές μου στο δημοτικό τους είχα και τους δύο.

Εκεί που χαιρόμασταν την συντροφιά μας όμως, ήρθε ξαφνικά ο Χρύσανθος να μας την χαλάσει. Ο αδελφός του Αντώνη δηλαδή κι όπως το συνηθίσαμε πιά αυτό, πάλι μάλωνε τον Αντώνη βλέποντας κι εμάς στο σπίτι του, μη κατανοώντας προφανώς την επίσκεψή μας κι αυτά του έλεγε χωρίς να πει ούτε μια καλημέρα στην παρέα μας.

Δεν σου φτάνει που του κάνεις συνεχώς επισκέψεις στο σπίτι του και εις βάρος της δουλειά σου, τώρα τον καλείς και στο δικό σου αυτόν τον χασομέρη; Συνταξιούχος είναι όπως σου είπα και την ώρα του περνάει συμβουλεύοντας δήθεν τους περίεργους.

Χωρίς να πάρει ανάσα ο Χρύσανθος, κάτι επιπλέον πρόσθεσε στον λόγο του, αφήνοντας όλους μας άφωνους με την άγουρη συμπεριφορά του, αλλά και υποχρεώνοντας την Μαγδαληνή να κοκκινίζει από ντροπή.

Κάνε βρε Μαγδαληνή και σ’ εμένα έναν καφέ πρόσθεσε, γιατί από το πρωί τρέχω για τις δουλειές μου και μόλις τώρα βρήκα λίγο χρόνο να ξεκουραστώ. Κι αντί να ξεκουραστώ, συγχίστηκα βλέποντας κι αυτούς εδώ μαζί σας.

Πολύ υποτιμητικά είπε τα τελευταία λόγια, αλλά και με το χέρι του απλωμένο, εμένα έδειχνε. Θυμωμένη η Μαγδαληνή μαζί του όμως, ευθέως του απαντούσε. Δεν σου κάνω καφέ του είπε, αν δεν ζητήσεις συγνώμη πρώτα από τους καλεσμένους μας.

Το ίδιο του είπε κι ο Αντώνης βέβαια και για να μη γίνουν μαλλιά κουβάρια τα δυό αδέλφια και μάλιστα μετά από την επίσκεψή τους στην εκκλησία, σηκώθηκε ο πατέρας του να τον μαλώσει, θυμίζοντάς του το αυτονόητο.

Εσύ δεν έχεις κανένα δικαίωμα στο σπίτι του αδελφού σου. Αυτός είναι νοικοκύρης εδώ κι όποιον θέλει να καλέσει σ’ αυτό, δεν θα ρωτήσει εσένα, αν του επιτρέπεις να το κάνει, ή όχι.

Κι εσύ καλεσμένος μόνον μπορείς να έρχεσαι στο σπίτι του κι όχι όποτε σε καπνίσει. Σου αρέσει δεν σου αρέσει αυτό λοιπόν, εσύ είσαι υποχρεωμένος να υπομείνεις την παρουσία των καλεσμένων του, αν δεν τους συμπαθείς κι επειδή εσύ είσαι ακάλεστος τώρα, τα μαζεύεις και φεύγεις κι όταν σε καλέσουν τότε μόνον να επιστρέψεις. Άκουσες;

Το βούλωσε βέβαια ο Χρύσανθος ακούγοντας την τοποθέτηση του πατέρα του, αλλά και ρούπι δεν κουνήθηκε από την θέση του, υποχρεώνοντας για δεύτερη φορά τον φιλότιμο Αντώνη να μας ζητάει συγνώμη για την συμπεριφορά του αδελφού του, αφού όπως μας το έδειχνε ο Χρύσανθος, δεν είχε διάθεση να την εκφράσει αυτός.

Για να μαλακώσω κάπως την κατάσταση και για να μετατρέψω το κακό που μας παρουσιάστηκε ως ευκαιρία σε πολύ καλό από πνευματικής πλευράς βέβαια, έλεγα προς όλους εκείνη την στιγμή αυτά που σκέφτηκα, καταπίνοντας ωστόσο κι εγώ την δυσαρέσκεια μου.

Μη δίνετε βρε παιδιά και τόσο κακό προορισμό σ’ αυτά που μας είπα ο Χρύσανθος. Εμείς γνωρίζουμε άλλωστε, ότι τίποτε δεν είναι κακό από αυτά που μας συμβαίνουν, γιατί ο Θεός μας τα παραχωρεί, προκειμένου να μας εκπαιδεύσει στις χρήσιμες για την ζωή μας αρετές, όπως είναι η υπομονή, η ανοχή, ο καλός λογισμός, η ταπείνωση και προπαντός η αποπομπή από μέσα μας του εχθρικού εγωισμού.

Ας δούμε ως φάρμακο δηλαδή τα λεγόμενά του Χρύσανθου, ο οποίος μας αγαπάει και δεν το γνωρίζει, αφού με την δική του συμπεριφορά, σπουδάζουμε εμείς πως να γίνουμε καλύτεροι.

Όταν κι ο ίδιος αντιληφθεί, τι χάνει σπουδάζοντας τους άλλους θα ψάχνει από μόνος του να βρει παρόμοιο δάσκαλο να του μάθει, αυτά που αυτός μας μαθαίνει χωρίς να το υπολογίζει.

Μετά από αυτά που άκουσαν όλοι τους, στάθηκαν ακίνητοι για λίγο μέχρι να επεξεργαστούν μάλλον αυτά που για πρώτη τους φορά άκουγαν για την εκπαίδευσή τους και μη ξέροντας τι να κάνουν μετά, κοιταζόντουσαν μεταξύ τους.

Η Μαγδαληνή μόνον έσπασε την ακινησία, γιατί πήγε να κάνει τον καφέ που της ζήτησε ο αδελφός του άντρα της, γιατί αυτό μόνον μπορούσε να κάνει συμμετέχοντας έμπρακτα σ’ αυτά που κατάλαβε, από αυτά που η τοποθέτησή μου της έδειξαν.

Όλοι οι υπόλοιποι, κάθισαν ήσυχα αλλά και αμίλητοι στις θέσεις τους, μη ξέροντας μάλλον πως να αντιδράσουν. Ούτε και τα παιδιά που ήταν εκεί ακόμη δεν έκαναν κάτι, περιμένοντας κι αυτά προφανώς να δουν, τί άλλο θα προκύψει στην οικογένειά τους.

Ο Χρύσανθος μόνον έμοιαζε ατάραχος, γι’ αυτό κι άπλωσε τα πόδια του αρκετά κάτω από το τραπέζι και τόσο μάλιστα που ενοχλούσαν τον πατέρα του, οπότε, αυτός αναγκάστηκε να μαζέψει τα δικά του, βάζοντάς τα διπλωμένα όπως έβλεπα, κάτω από την καρέκλα που καθόταν.

Ξέροντας τις προτιμήσεις του Χρύσανθου η Μαγδαληνή, πολύ γρήγορα του έφερε τον καφέ του και μαζί με αυτό κι ένα ξεχωριστό πιατάκι με κουλουράκια, αν και στο τραπέζι υπήρχαν πολλά από αυτά κι απείραχτα μάλιστα.

Έπιασε τον φραπέ του ο ατάραχος Χρύσανθος και με μεγάλες γουλιές τον κατέβαζε, αφού όπως έδειχνε το πράγμα, μάλλον δεν χρησιμοποιούσε καλαμάκι. Κοιτούσε και τους υπόλοιπους όμως με πολύ αλαζονεία, εκτός από εμένα βέβαια, σαν να τους έλεγε, ότι έτσι ήθελα κι έτσι έκανα, δηλώνοντας πολύ καθαρά πια, ότι τίποτε δεν τον άγγιξε από αυτά που ειπώθηκαν περί σπουδών.

Για να μη δώσουν δε, μεγαλύτερη σημασία στην αναστάτωση που τους προκάλεσε με την συμπεριφορά του ο Χρύσανθος, σκέφτηκα να τους πω μια ιστορία, δηλώνοντάς τους, ότι εκείνη την στιγμή την θυμήθηκα.

Κι αυτά τους έλεγα στην συνέχεια, αποβλέποντας μέσω αυτών τουλάχιστον να απαλλαγούν οι άνθρωποι από τους λογισμούς που έκαναν για τον μπερδεμένο Χρύσανθο, όσο άγουρος κι αν ήταν.

Ήταν που λέτε ένας πολύ αλλοπρόσαλλος άνθρωπος και όλοι τον απέφευγαν εξαιτίας του κακού χαρακτήρα του. Αυτός όμως έκανε κρυφά από τα μάτια των συνανθρώπων του πολλά καλά και τέτοια μάλιστα, που κανείς από αυτούς δεν μπορούσε να κάνει.

Έκρυβε δηλαδή τις καλές πράξεις που έκανε, πίσω από την κακή συμπεριφορά του, για να μην ακούσει από κανέναν το μπράβο που του όφειλαν οι ευεργετηθέντες άνθρωποι και χάσει αυτός, το πνευματικό όφελος από τον Θεό και πατέρα μας, Ο Οποίος τα πάντα βλέπει.

Τόσο αυτά που κάνουμε φανερά δηλαδή, όσο κι αυτά που κάνουμε στα κρυφά από τους άλλους, ακόμη κι από τον εαυτό μας φυσικά κι όλα αυτά τα κρίνει όπως ξέρεις Αυτός, με την δική του Θεϊκή κι όντως δίκαιη και λογική κρίση.

Κι επειδή ο καλός Θεός μας δεν αδικεί κανέναν, όλα τα μετράει κι όλα προσπαθεί να τα γυρίσει προς το καλό μας, όσο άσχημα κι αν φαίνονται σ’ εμάς, προκειμένου να μας γλιτώσει από το να βρεθούμε στην αγκαλιά του διαβόλου. Μαζί με αυτά όμως ακούστε κι αυτά που θα σας προσθέσω, για μια άλλη περίπτωση κακότροπου ανθρώπου.

Αυτός λοιπόν, ούτε καλημέρα έλεγε στους ανθρώπους, αλλά κι όποιος τον πλησίαζε, το μπελά του εύρισκε. Κι ένας ζητιάνος που τον πλησίασε μια μέρα, με σκοπό να του ζητήσει κάτι να φάει, τα ίδια έπαθε από την κακή του συμπεριφορά, γιατί τον κυνηγούσε βρίζοντάς τον κι επειδή δεν μπορούσε να τον πιάσει, του πέταξε ένα ξεροκόμματο που κρατούσε για κάποιον λόγο στα χέρια του.

Στο κεφάλι τον βρήκε αυτό και πολύ πόνεσε ο ζητιάνος, γι’ αυτό με πολύ δυσκολία έτρεχε πια με στόχο να απομακρυνθεί από τον κακότροπο άνθρωπο. Μετά από λίγο όμως επέστρεψε ο ζητιάνος στο ίδιο σημείο, προκειμένου να δει, τι ήταν αυτό που του πέταξε, αφού μάλλον δεν ήταν πέτρα.

Ψάχνοντας λοιπόν το αντικείμενο που τον χτύπησε, είδε ότι ήταν ένα αρκετά μεγάλο κομμάτι από ξερό ψωμί. Το σήκωσε λοιπόν κι αφού το σκούπισε από τα χώματα, γρήγορα το έφαγε προκειμένου να καλύψει την πείνα του.

Χωρείς να το βλέπει όμως αυτό ο ζητιάνος, έπεσε κάτω εκείνη την ώρα ο κακότροπος άνθρωπος και πέθανε στον δρόμο από καρδιακή προσβολή. Αμέσως μετά, πλάκωσαν δίπλα του όλα τα δαιμόνια, προκειμένου να του πάρουν την ψυχή του.

Ένας άγγελος όμως στάθηκε μπροστά τους και τους εμπόδιζε να το κάνουν, όσο κι αν επέμεναν τα δαιμόνια να του λένε ότι δικός τους ήταν, αφού από τα παιδικά του χρόνια τους υπηρετούσε, αλλά και λίγο πριν πεθάνει το ίδιο έκανε.

Όχι τους έλεγε ο άγγελος σταθερά. Δεν είναι έτσι που το λέτε, γιατί γύρισε ο ζητιάνος κι έφαγε αυτό που τον χτύπησε κι όπως αποδείχτηκε, χόρτασε εκείνη την στιγμή την πείνα του, έστω κι αν ήταν κακός ο τρόπος που αυτός εδώ ο πεθαμένος άνθρωπος τον οικονόμησε.

Γι’ αυτήν την καλή του πράξει λοιπόν και μόνον, μου έδωσε την εντολή ο Θεός να πάρω εγώ την ψυχή του. Αυτά λέγοντάς τους, πήρε την ψυχή του κακότροπου μαζί του και τα δαιμόνια αμέσως έπαψαν να την διεκδικούν, αφού η εντολή που άκουσαν ήταν άνωθεν επιβαλλόμενη. Καταλάβατε τώρα βρε παιδιά τί γίνεται γύρο μας κι εμείς τίποτε βλέπουμε;

Αυτά τους είπα λοιπόν και βλέποντάς τους πολύ σκεφτικούς, έκανα νόημα στην γυναίκα μου να σηκωθεί προκειμένου να φύγουμε, αλλά και η ώρα πέρασε. Όρθιοι πια τους λέγαμε, ότι κι εμείς έπρεπε να ετοιμάσουμε το φαγητό μας.

Κουβέντα δεν είπαν οι άνθρωποι, μπλοκαρισμένοι μάλλον από αυτά που άκουσαν. Ο Αντώνης μόνον είπε ότι θα έρθει να μας δει κάποια μέρα τις εβδομάδας που ακολουθούσε, ενώ η Μαγδαληνή μας έλεγε προβληματισμένη, ότι μπορούσαμε να τους επαναλάβουμε πάλι την επίσκεψη μας όταν θα το θέλαμε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *