Τα μεγάλα ψάρια και οι καταψύκτες μας

  Μετά από λίγες μέρες όμως, πάλι πήγα να συναντήσω τον συνεργάτη μου στις εγκαταστάσεις του, θέλοντας να κουβεντιάσω μαζί του όπως έπρεπε, την λύση ενός προβλήματος που μας προέκυψε.

Τί θα κάναμε δηλαδή από τις επόμενες μέρες και που θα βρίσκαμε καινούριο χώρο να δεχθεί τους καταψύκτες μας, αυτούς δηλαδή που διαθέταμε για την φύλαξη των κατεψυγμένων της μονής μας.

Μέχρι τότε που αναφέρομαι, στον χώρο που αυτός στεγαζόταν τους είχαμε κι από εκεί παραλάμβανα τα κατεψυγμένα μας όπως σας το ανάφερα. Έπρεπε να μετακομίσει όμως σε νέες εγκαταστάσεις πλέον κι επειδή δεν ήθελε να απομακρυνθούν οι καταψύκτες από τον χώρο του, μου πρότεινε να τους βάζαμε στο υπόγειό του.

Αυτό το ενδεχόμενο μελετώντας λοιπόν, καταλήξαμε να δεχθούμε στο τέλος, ότι όσο καλή κι αν ακουγόταν η προτεινόμενη λύση, μάλλον δεν θα μπορούσε να εξυπηρετήσει επαρκώς τις συνολικές μας ανάγκες, οπότε, μπήκαμε στην διαδικασία αναζήτησης άλλου χώρου.

Κι αφού βρήκαμε να μας καλύπτει αρκετά ένα τέτοιος χώρος στο μετόχι που διατηρεί το μοναστήρι μας στην περιοχή της Πολίχνης, αυτόν μετά από λίγες μέρες μετατρέψαμε σε αποθήκη με την σύμφωνα γνώμη των πατέρων κι έτσι, εκεί μετέφερα τους καταψύκτες μας πέντε τον αριθμό κι εκεί άρχισα να κάνω την κατάψυξη των νωπών τους, πριν μεταφερθούν στο Άγιο Όρος.

Μαζί με τα κατεψυγμένα όμως, από εκεί έκανα πλέον και την παραλαβή των υπολοίπων εκ των αναγκών τους, τα οποία όπως και πριν, μια φορά την εβδομάδα και πάλι τα μετέφερα στην Ουρανούπολη και στο καράβι που θα τα προωθούσε στο μοναστήρι μας.

Βούτες ήταν οι καταψύκτες μας όπως κοινώς τις ονομάζουν, για τον λόγο ότι βουτάει κανείς μέσα προκειμένου να βάλει, ή βγάλει ότι έχει προς κατάψυξη. Κι όπως είναι ευκόλως κατανοητό, δύσκολα βάζει κανείς κάτι βαρύ και μεγάλο σ’ αυτούς τους. Κι ακόμη ποιο δύσκολα είναι, το να βγάζει κανείς κάτι ανάλογο από το εσωτερικό τους.

Αδιαφορώντας λοιπόν για την δυσκολία τους, αφού ήδη την γνώριζα, άρχισα να χρησιμοποιώ πλέον τους καταψύκτες στον νέο μου χώρο, στους οποίους έβαζα τα νωπά ψάρια κι όταν βεβαιωνόταν η κατάψυξή τους, με την πρώτη ευκαιρία τα μετέφερα στο μοναστήρι.

Αν ήταν πολλά αυτά, έπαιρνα όσα μπορούσα μαζί μου όταν πήγαινα στην Ουρανούπολη και τα υπόλοιπα τα άφηνα για την επόμενη φορά. Κι επειδή δεν βρισκόμουν όλη την ημέρα εκεί, πάλι κρατούσε ο συνεργάτης μου τα ψάρια στον χώρο του, όπως και πολλά από τα υπόλοιπα που είχε κρατημένα προς δική μου εξυπηρέτηση, τα οποία φρόντιζα να πάρω εγκαίρως κι αμέσως να τα τακτοποιήσω στον δικό μου χώρο.

Εκεί λοιπόν τα πήγαινα όλα κι από εκεί τα έπαιρνα όταν χρειαζόταν κι έτσι, άρχισα να αποκαλώ την αποθήκη δικό μου χώρο, αφού μόνον εγώ είχα την δυνατότητα να τον χρησιμοποιώ.

Τα ψάρια που αποθήκευα όμως ήταν αρκετά μεγάλα, όπως και βαριά βέβαια, οπότε, πολύ δύσκολα τα σήκωνα μόνος μου, για τον λόγο ότι ξεπερνούσαν τα πενήντα κιλά το καθένα.

Αυτόν τον σκοπό θέλοντας να βοηθήσω κάποια στιγμή, κρέμασα από ταβάνι της αποθήκης μου έναν διπλό αυτοσχέδιο τροχαλία κι έτσι, με την δική του συμμετοχή, όπως και με την βοήθεια ενός χοντρού σχοινιού που του πρόσθεσα, ευκολότερα πλέον έβαζα κι έβγαζα τα μεγάλα ψάρια στους καταψύκτες, αν και πάλι με πολύ κόπο.

Εκεί λοιπόν και κάτω από αυτές τις συνθήκες εργαζόμενος, πολλές φορές την εβδομάδα μπαινόβγαινα στο μετόχι μας για τους παραπάνω λόγους κι επειδή η αποθήκη μου βρισκόταν έξω από τον κυρίως χώρο του μετοχίου, είχα και προστριβές συν τοις άλλοις με τους επισκέπτες, που για πνευματικούς λόγους βρισκόταν εκεί.

Και είχα προστριβές μαζί τους, γιατί δεν μπορούσαν να καταλάβουν αυτοί ότι εμπόδιζαν σοβαρά την δική μου εργασία, παρκάροντας τα αυτοκίνητά τους έξω από την δική μου αποθήκη, έστω κι αν μια μεγάλη ταμπέλα τους ενημέρωνε σχετικά.

Μου πρόβαλαν πολλές δικαιολογίες βέβαια, αλλά και καμιά από αυτές δεν ήταν ανάγκης. Οι περισσότερες όμως, ήταν όντως χαζές. Εδώ μου είπαν να το αφήσω, έλεγαν μερικοί. Δεν μύρισα τα δάχτυλά μου, να μου πουν πότε θα έρθεις εσύ εδώ, έλεγαν άλλοι. Να ερχόσουν νωρίτερα από την έναρξη της αγρυπνίας απαντούσαν περιστασιακά και κάποιοι από αυτούς, οπότε, με  τέτοια και τέτοια, πολλές δυσκολίες μου πρόσθεταν.

Ένας από αυτούς μάλιστα, μονίμως ισχυριζόταν ότι ο μοναχός που επίσης υπάρχει εκεί ως μόνιμος πνευματικός, αυτός του επέτρεπε να αφήνει το αυτοκίνητό του μπροστά στην αποθήκη μου, γιατί όπως έλεγε κάθε φορά, τον βοηθούσε στις μετακινήσεις του.

Αυτός ιδικά, είχε και μια νεκροφόρα παρκαρισμένη στον ίδιο χώρο, με την βοήθεια της οποίας ήλπιζε να συλλέγει νεκρούς. Όταν όμως εγώ έπρεπε να βάλω τα νωπά ψάρια μέσα στους καταψύκτες, όπως και να τα πάρω από εκεί την νύχτα, έπρεπε να τα μεταφέρω τριάντα μέτρα μακριά από την αποθήκη μου και στα χέρια να τα πηγαίνω μέχρι το φορτηγάκι μου, αφού η νεκροφόρα του δεν μου επέτρεπε να την πλησιάσω περισσότερο.

Τσατισμένος λοιπόν μια μέρα με την συμπεριφορά του, του έλεγα ότι τζάμπα έφερε την νεκροφόρα του εκεί, γιατί λόγω της αναίδειας του, κανένας και καμιά δεν θα πεθάνει στην γειτονιά κι ότι αν δεν την έπαιρνε το συντομότερο από εκεί, εκεί που την είχε σταθμευμένη θα σάπιζε.

Έφυγε βέβαια αυτός μετά από λίγες μέρες και δεν με ενόχλησε ξανά, αλλά την νεκροφόρα του την άφησε για τρία χρόνια ακόμη στο ίδιο σημείο. Ένα μεσημέρι όμως που ήμουν εκεί και σχολιάζαμε με μια γειτόνισσα την τύχη της, ακούσαμε ξαφνικά ένα αρκετά δυνατό θόρυβο από παλιοσίδερα.

Αυτά ψάχνοντας να βρούμε, έκπληκτοι βλέπαμε στο τσιμεντένιο πάρκιν, ολόκληρο το υπογάστριο σύστημα της νεκροφόρας του πεσμένο. Γελάσαμε βέβαια με το συμβάν, αλλά και ενημέρωσαν οι γείτονες τον ιδιοκτήτη σχετικά, οπότε, ήρθε όπως έπρεπε μια μέρα και την πήρε, ελευθερώνοντας τελικά τον χώρο μας.

Παρ’ όλα αυτά όμως, όπως του το είπα έτσι κι έγινε. Κανένας δηλαδή δεν πέθανε σ’ εκείνη την γειτονιά, αν και πέρασαν από τότε και μετά, κοντά είκοσι χρόνια μέχρι και τώρα που σας το αναφέρω.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, πέρασε αρκετός καιρός από τότε που άρχισα να χρησιμοποιώ την αποθήκη μου κι όταν πια όλα μπήκαν στην σειρά τους, έκανα κι εγώ πλέον ευκολότερα τις δικές μου ημερήσιες όπως και τις νυχτερινές μου υποχρεώσεις.

Κι αφού έμαθαν όλοι πλέον ότι η αποθήκη μας βρισκόταν στο μετόχι, όποιος ήθελε να αφήσει κάτι για το μοναστήρι και δεν μπορούσε να με βρει, ή να περιμένει την άφιξή μου, εκεί το άφηνε.

Με ενημέρωναν βέβαια για ευνόητους λόγους, οπότε, όταν επέστρεφα από τις υπόλοιπες υποχρεώσεις, παραλάμβανα τα προς φύλαξη και στην πρώτη ευκαιρία τα μετέφερα στο μοναστήρι.

Από τον επίτροπο όμως και πάλι δέχτηκα μια κλήση ένα πρωινό, ο οποίος μου έλεγε συγκρατημένα, ότι άφησε κάποιος ένα βαρέλι ελιές στο μετόχι και ρωτούσε να του πω εγώ τι έγιναν αν ήξερα, αφού δεν τις παρέλαβαν.

Τίποτε δεν ξέρω για ελιές του έλεγα, αλλά και κανείς δεν μου είπε ότι άφησε, ή έφερε εδώ κάτι τέτοιο κι επειδή ένα βαρέλι εξήντα λίτρων με ελιές όπως είναι αυτό που μου αναφέρεις δεν κρύβετε εύκολα, θα το έβλεπα κάπου να με περιμένει, αν πράγματι ήρθε στο μετόχι.

Μάλλον το έστειλε ο άνθρωπος κι ακόμη δεν ήρθε έλεγε ο επίτροπος κι αφού δεν είχαμε τι άλλο να πούμε για το θέμα, κλείσαμε την γραμμή. Πήγα όμως στον εσωτερικό χώρο του μετοχίου και ψάχνοντας παντού εκεί να βρω το βαρέλι, πουθενά δεν το βρήκα.

Όποιον εύρισκα λοιπόν, όλους τους ρωτούσα να μου πουν κάτι σχετικό με τις ελιές, αλλά κανείς τους δεν ήξερε να μου πει αν ήρθε ή όχι ένα τέτοιο βαρέλι. Ακόμη και την γιαγιά που ρώτησα, αυτήν δηλαδή που έχουμε εκεί για την επιστασία του μετοχίου, ούτε κι αυτή ήξερε να μου πει κάτι που να έχει σχέση με ελιές.

Πέρασε ένας μήνας πια από τότε που μας προέκυψε το ερώτημα με τις ελιές κι αυτός που τις έστειλε όπως έλεγε, πήγε ως επισκέπτης στο μοναστήρι. Πιέζοντας τον επίτροπο εκεί, του ζητούσε να του δώσω εγώ εξηγήσεις για το που βρισκόταν οι ελιές του.

Δεν βρήκα τίποτε του έλεγα πάλι κι απορούσα με την συμπεριφορά του αποστολέα, που φανερά έλεγε στον επίτροπο, ότι μάλλον εγώ τις πήρα και ότι μάλλον στο σπίτι μου τις πήγα.

Του έλεγε βέβαια ο επίτροπος, ότι δεν έπρεπε να σκέφτεται τέτοια για τον αντιπρόσωπό τους, αλλά αυτός καθόλου δεν το δέχθηκε. Όταν επέστρεψε από το Άγιο Όρος και πριν πάει στο τόπο της καταγωγής του, κάπου στην περιοχή της Λαμίας όπως έμαθα εκ των υστέρων, έκανε μια στάση στο μετόχι μας και περίμενε την άφιξή μου.

Ήθελε να διευκρινίσει ο ίδιος προσωπικά την υπόθεση όπως έλεγε σ’ αυτούς που συνάντησε στο μετόχι κι όταν έφτασα εγώ εκεί, ευθέως με κατηγορούσε, λέγοντάς μου ότι εγώ πήρα τις ελιές του κι όπως το υπολόγιζε, στο σπίτι μου τις πήγα.

Δεν ήθελα να τον αρπάξω, αλλά και με το δίκαιό μου του έλεγα, ότι σε ένα σπίτι δεν μπορούν να καταναλωθούν εξήντα κιλά ελιές, μακάρι να τις έτρωγαν κάθε μέρα και για δέκα χρόνια συνεχώς πέντε άνθρωποι.

Ακόμη και η γιαγιά του έλεγε με κατανόηση, ότι δεν ήταν σωστό να υποπτεύεται εμένα, αφού ελιές δεν βρέθηκαν εκεί. Αυτός όμως ήταν ανένδοτος. Από μένα τις ζητούσε.

Έφυγε μετά από λύγο βέβαια, αλλά έφυγε θυμωμένος μαζί μου, αν και το λάθος ήταν καθαρά δικό του, αφού εμένα προσωπικά, τίποτε δεν μου ανάφερε για ελιές καθώς ήταν υποχρεωμένος.

Πέρασαν κάπου τρείς μήνες όμως από τότε που μας επισκέφτηκε και λίγο πριν τον Σεπτέμβριο, η γιαγιά ζήτησε μια μέρα να της βγάλω από το υπόγειο που κρατούσε ένα σακί με πατάτες, αφού αυτή βεβαίως και δεν μπορούσε να το σηκώσει.

Όταν κατέβηκα λοιπόν στο υπόγειο, είδα ένα βαρέλι που σε ελιές με παρέπεμπε, οπότε, ενώ άνοιγα το καπάκι του, ρωτούσα και την γιαγιά να μου πει τι ήταν αυτό και ποιος το έβαλε εκεί κάτω.

Δεν ξέρω έλεγε αυτή, αλλά πριν από πολύ καιρό ήρθε αυτό το βαρέλι όπως της είπε ο Γεωργιανός εργάτης που κρατούσε ως βοηθό της κι αυτός μαζί με κάποιον άλλον το κατέβασαν στο υπόγειο, χωρίς να της πουν τι είχε μάσα, αλλά και λόγω ηλικίας αυτή, το ξέχασε.

Βλέποντας τις ελιές εκεί λοιπόν, αμέσως κάλεσα τον επίτροπο να του πω ότι βρήκα μεν τις ελιές, αλλά να πει και σ’ αυτόν που τις έστειλε του έλεγα, να γράφει άλλη φορά το περιεχόμενο σε ότι στέλνει, όπως και το όνομα της μονής να γράφει, αν δεν θέλει να ενημερώνει εμένα πρώτα, γιατί τίποτε δεν υπάρχει γραμμένο στο βαρέλι και μη ξέροντας τι να το κάνει ο Γεωργιανός, το κατέβασε προς φύλαξη στο υπόγειο.

Μέχρι να μάθουν ποιος το έστειλε και σε ποιόν έπρεπε να το δώσουν δηλαδή, το αποθήκευσαν εκεί κάτω, αλλά όχι μόνον σ’ εμένα ξέχασαν να το αναφέρουν, αφού και οι ίδιοι ξέχασαν ότι το έβαλαν στο υπόγειο.

Ακούγοντας ο επίτροπος την αναφορά μου, μη στεναχωριέσαι έλεγε και θα πω στον άνθρωπο που έστειλε τις ελιές, να προσέχει τι κάνει άλλη φορά και πριν από όλους να ενημερώνει εσένα.

Κι αφού έκανε ο επίτροπος όσα έπρεπε, συμμορφώθηκε ο εν λόγω δωρητής, οπότε, δεν έκανε τίποτε στο εξής χωρίς να με ενημερώνει, αφού βέβαια υποχρεώθηκε να μου ζητήσει πολλές φορές συγγνώμη για την συμπεριφορά του.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *