Η φωνή του αγνώστου και οι υποδείξεις του

  Αντιμετώπιζα κι άλλες παρόμοιες συμπεριφορές στην συνέχεια, αλλά δεν τις έδινα και πολύ σημασία, αφού τα περισσότερα από αυτά που κάνουν οι άνθρωποι, πρόχειρα τα δρομολογούν και μη ξέροντας πώς να κατηγορήσουν τον εαυτό τους για τα λάθη που τους προκύπτουν, τα φορτώνουν σε όποιον εύκολα βρίσκεται μπροστά τους.

Κι εγώ κάνω λάθη από βιασύνη κι όταν μαθαίνω από αυτά, αμέσως λέω στον εαυτό μου, ότι είναι καλύτερα να μαθαίνουμε από τα λάθη των άλλων κι όχι από τα δικά μας, γιατί το δικό τους κόστος είναι σαφώς μικρότερο.

Πλήρωνα κι εγώ δηλαδή πολύ κόπο έστω, όταν έπρεπε να ξεκολλήσω τους ροφούς μεταξύ τους, που από βιασύνη τους έβαζα πρόχειρα στους καταψύκτες μου τον έναν πάνω στον άλλον, γι’ αυτό κι άρχισα να βάζω χαρτόνια πλέον ανάμεσά τους, ώστε να αποφύγω τέτοια, ή και παρόμοια προβλήματα.

Και τους καταψύκτες έλεγχα συχνά είναι αλήθεια μη μου παρουσιάσουν κάποια βλάβη κι εξαιτίας της ξεπάγωναν επικίνδυνα τα ψάρια που έβαζα στους χώρους τους, οπότε, πολλά οικονομικά προβλήματα προλάβαινα.

Για να μη κολλήσουν οι ροφοί μεταξύ τους λοιπόν μια μέρα, έβαλα μια μεγάλη νάιλον σακούλα πάνω από αυτόν που ήδη είχα τοποθετημένο στον δεύτερο από τους δυό καταψύκτες μου κι όπως το δρομολόγησα, έναν ακόμη έφερα να προσθέσω πάνω από αυτόν την ώρα που τους επισκέφτηκα.

Σ’ αυτόν επέλεξα να τον βάλω, γιατί ο ροφός που ήδη υπήρχε μέσα ήταν αρκετά παγωμένος, οπότε, γρήγορα θα πάγωνε κι ο δεύτερος που του πρόσθετα. Δεν μπορούσα να χρησιμοποιήσω τον διπλανό του για τον ίδιο λόγο, αφού όπως το εξέτασα, ο ροφός που του είχα τοποθετήσει την προηγούμενη μέρα, δεν πάγωσε ακόμη όσο έπρεπε.

Όταν λοιπόν τακτοποιούσα ακόμη τον δεύτερο πάνω από τον πρώτο, άκουσα μια φωνή να μου λέει, ότι έπρεπε να βγάλω τους ροφούς από εκεί που τους έβαλα και να τους βάλω στον διπλανό όπως μου το τόνιζε, γιατί αυτός θα χαλούσε.

Η φωνή που άκουσα βέβαια, δεν ήταν δική μου, αν κι από μέσα μου βγήκε. Και ήταν τέτοια και ίδια αυτή, όπως ήταν αυτή που άκουσα για πρώτη μου φορά, όταν ήμουν δεκαοκτώ χρονών όπως σας το ανάφερα κι αυτό στα προηγούμενα και μου έλεγε ότι έπρεπε να κοιτάξω δεξιά μου, γιατί κάποιος με έψαχνε εκεί που βρισκόμουν.

Την ίδια φωνή και με τον ίδιο τρόπο και τόνο, την άκουσα για δεύτερη φορά, όταν πέθανε ο πεθερός μου και μου έλεγε ότι έπρεπε να τον αφήσω να ησυχάσει πλέον, γιατί πολύ κουράστηκε, όπως κι αυτό σας το ανάφερα.

Την ημέρα που αναφέρομαι όμως, καθόλου δεν παραξενεύτηκα όταν την άκουσα, αλλά και μετά από λίγο, δίπλα μου τον άκουγα να μου μιλά κι επειδή ήταν η ίδια αντρική φωνή, σε άντρα την καταχώρισα, έστω κι αν δεν ήξερα ποιος ήταν.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, σκέφτηκα για λίγο αυτό που μου έλεγε, αλλά και τίποτε δεν έκανα. Κι ενώ τακτοποιούσα ακόμη το μεγάλο ψάρι μέσα στον καταψύκτη που εγώ ήθελα, πάλι έλεγε αυτός ότι θα χαλούσε ο καταψύκτης.

Την τρίτη φορά πια που το επανάλαβε, με θάρρος του έλεγα κι εγώ, ότι αφού δεν ήξερα ποιος ήταν, δεν ήμουν διατεθειμένος να τον ακούσω κι αν πάλι έκανα πως συμφωνούσα μαζί του, τότε κινδύνευα να γίνω θύμα του, αφού πολύ εύκολα μετά θα μπορούσε να με στείλει και να πέσω στην θάλασσα.

Αυτά του έλεγα λοιπόν κι επειδή αυτός τίποτε δεν μου απάντησε, άφησα τον ροφό εκεί που ήθελα εγώ και κλείνοντας το καπάκι του καταψύκτη, έφευγα αμίλητος. Αυτός όμως δεν σταματούσε να επαναλαμβάνει το ίδιο.

Μπήκα στο αυτοκίνητό μου στην συνέχεια κι όπως το αποφάσισα, πάλι αμίλητος έφευγα από το μετόχι μας. Βγήκα στον κεντρικό δρόμο στην συνέχεια και μετά από εκεί, γρήγορα βρέθηκα στον περιφερειακού.

Μέχρι να φτάσω εκεί όμως, πολλές φορές ακόμη μου τόνιζε αυτός ότι θα χαλούσε ο καταψύκτης κι ότι έπρεπε να γυρίσω πίσω και να βάλω τα μεγάλα ψάρια στον διπλανό καταψύκτη όπως έλεγε.

Μπροστά στην επιμονή του λοιπόν, έλεγα κι εγώ στον εαυτό μου πια, ότι και στο σπίτι μου να πήγαινα, αυτός μάλλον θα επέμενε να μου λέει τα ίδια κι αφού δεν θα μπορούσα να τον αντέξω, σίγουρα θα επέστρεφα.

Αυτό το ενδεχόμενο μελετώντας, σκέφτηκα ότι μάλλον ήταν καλύτερα για μένα να επιστρέψω στο μετόχι μας από τα τριακόσια μέτρα που βρισκόμουν, παρά να έκανα το ίδιο επιστρέφοντας από τα είκοσι χιλιόμετρα μακριά που βρισκόταν το σπίτι μου.

Χωρίς να το σκεφτώ για δεύτερη φορά λοιπόν, έκανα επιτόπου αναστροφή και μετά από λίγο βρέθηκα ξανά στην αποθήκη μου κι όπως έπρεπε, έκανα την αλλαγή, τοποθετώντας δηλαδή και του τρις ροφούς στον διπλανό καταψύκτη αν και με πολύ κόπο βέβαια, αφού πενήντα κιλά περίπου ζύγιζε ο καθένας τους.

Τελειώνοντας την διαδικασία όμως, έλεγα και σ’ αυτόν που έπαψε πλέον να μου μιλά. Πες μου τώρα ότι θα χαλάσει κι αυτός ο καταψύκτης και να δεις πόσο θα σε ακούσω. Αλλά κι όσο να επιμένεις από εδώ και μετά να μου λες, ότι θα χαλάσει κι αυτός, τίποτε δεν θα κάνω και καθόλου δεν θα στεναχωρηθώ, αφού ούτε τα ψάρια είναι δικά μου, ούτε και οι καταψύκτες.

Ότι είχα να κάνω το έκανα του πρόσθεσα και μπαίνοντας στο αυτοκίνητό μου έφυγα κάπως νευρικά από το μετόχι, γιατί αρκετά κουράστηκα όπως καταλαβαίνετε με όσα μου προέκυψαν. Αν και τίποτε δεν μου πρόσθεσε αυτός, είναι αλήθεια ότι έφτασα αρκετά προβληματισμένος στο σπίτι μου.

Ήταν Παρασκευή όμως εκείνη την ημέρα κι επειδή μεσολάβησε το Σαββατοκύριακο, ξέχασα εντελώς το περιστατικό. Και την Δευτέρα που ακολούθησε, είχα να κάνω πολλά ως συνήθως, οπότε, ούτε και τότε το θυμήθηκα.

Κι όταν ακόμη με κάλεσε ο συνεργάτης μου να τον επισκεφτώ στον χώρο του, προκειμένου να μου δώσει έναν ακόμη ροφό για κατάψυξη, τίποτε δεν θυμήθηκα από το περιστατικό της Παρασκευής, ώστε να του το περιγράψω.

Πήρα ωστόσο τον ροφό από τον Μόσχο κι όταν μετά από λύγο έφτασα στην αποθήκη μου, επιχείρησα να τον βάλω στον καταψύκτη που ήξερα ή που θυμόμουν καλύτερα ότι ήταν άδειος.

Βλέποντας όμως τις επιφάνειές του εντελώς στεγνές από πάγους, τότε μόνον θυμήθηκα το περιστατικό, οπότε, ψάχνοντάς τον με προσοχή στην συνέχεια, διαπίστωσα ότι πράγματι σταμάτησε να λειτουργεί.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, αμέσως κάλεσα τον ψυκτικό στο μετόχι. Όταν ήρθε αυτός κι εξέταζε την περίπτωσή του, μου έλεγε ότι το μοτέρ του ήταν αυτό που χάλασε για κάποια αιτία, αλλά ίσως κι από την πολύ χρήση πρόσθετε, αφού πάνω από είκοσι χρόνια εργαζόταν ασταμάτητα.

Κι αφού έπρεπε να το βγάλουμε σε αχρηστία, με νέο μοτέρ ενισχύσαμε τον καταψύκτη και αμέσως σχεδόν το βάλαμε να λειτουργεί, ελπίζοντας να κατεβάσει γρήγορα την ψύξη στο απαιτούμενο όριο, ώστε να έβαζα σ’ αυτόν πια τον ροφό που έφερα, αφού τον άφησα κι αυτόν να περιμένει στην καρότσα του αυτοκινήτου, μέχρι να βρεθεί λύση στου πρόβλημά μου.    

Εύκολα μπορείτε να καταλάβετε λοιπόν, ότι βρισκόμουν σε πολύ μεγάλο δίλημμα εκείνη την ημέρα, γιατί από την μια ήθελα να ευχαριστήσω αυτόν που με τον δικό του τρόπο με οδήγησε στο να προφυλάξω το μοναστήρι από το να χαλάσουν τα ψάρια του κι από την άλλη, φοβόμουν μη τυχόν και του έδινα αφορμή, να κατευθύνει την ζωή μου επιζήμια για μένα, αν έκανα πως ακολουθούσα τυφλά τις υποδείξεις του.

Τον ευχαρίστησα ωστόσο στο τέλος, αλλά και με επιφύλαξη το έκανα, μη τυχόν και με την θέλησή μου κατέληγα θύμα του, αφού δεν ήξερα και ποιος θα μπορούσε να είναι.

Κι επειδή είχα να κάνω όντως πολλά εκείνη την ημέρα, τρέχοντας θα έλεγα έφυγα από το μετόχι μας κι έφυγα χωρίς να σκέφτομαι πλέον αυτό που μου προέκυψε, γιατί ήθελα να διευθετήσω ανεπηρέαστος τις υπόλοιπες υποχρεώσεις μου.

Την Τετάρτη το πρωί όμως, έφερα κι έναν άλλον μεγάλο νωπό ροφό στο μετόχι, τον οποίο έβαλα στον επισκευασμένο καταψύκτη αφού ήταν άδειος σχετικά, έχοντας μόνον έναν ροφό να παγώνει.

Έτσι λοιπόν, είχα τρεις ροφούς στον πρώτο και δύο στον δεύτερο όπως τους είχα στην σειρά τοποθετημένους και στην ίδια πλευρά του τοίχου της αποθήκης μου κι όπως έβλεπα, άνετα χωρούσε ακόμη έναν, αν τελικά είχε να μου δώσει ο συνεργάτης μου και μέχρι να γίνει αυτό, έκανα ανενόχλητος τις υπόλοιπες υποχρεώσεις μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *