Τα πρέπει και δε πρέπει της ζωής μας

   Είχα μια διαφωνία μια μέρα με κάποιον εκπαιδευτικό, για το αν πρέπει ή όχι, να χρησιμοποιούμε την λέξη πρέπει στον λόγο μας, γιατί όπως αυτός έλεγε τουλάχιστον, το πρέπει είναι αντιεκπαιδευτική πλέον τοποθέτηση.

Αυτό το ενδεχόμενο εξετάζοντας κι εγώ μαζί του λοιπόν, του έλεγα ότι για να φτάσουμε στο σημείο, να κάνουμε στα σίγουρα αυτό που πρέπει, όπως πρέπει και τότε που πρέπει, πρέπει να καταργήσουμε τα πρέπει;

Όσο κι αν αισθανόμαστε κάπως ασφυκτικά μαζί τους, πρέπει να υπάρχουν παντού, γιατί αν δεν υπάρχουν τα πρέπει στην ζωή μας, θα είναι ίδιο, με το να οδηγούμε αυτοκίνητο σε δρόμο χωρείς μπάρες και χωρίς σημάνσεις.

Αν οδηγούμε μέρα, μπορεί και να γλυτώσουμε από κάποια μετωπική σύγκρουση. Αν είναι νύχτα όμως; Αν μας κυκλώνει η ομίχλη; Τί λέτε; Θα μπορέσουμε να γλυτώσουμε την μετωπική;

Σε όλους μας αρέσει να είμαστε ελεύθεροι από οτιδήποτε μας περιορίζει στην ζωή, αλλά και ξεχαρβαλωμένοι ζώντας, πόσο καλύτερο θα ήταν για μας τους ανθρώπους και για όλα τα υπόλοιπα που βρίσκονται γύρο μας;

Ένα μουσικό όργανο παίζει κανείς κι αν δεν είναι οι χορδές του έτσι όπως πρέπει, εκεί που πρέπει, όπως και στον τόνο, αλλά και στον ήχο που πρέπει να είναι κουρδισμένες, υπάρχει περίπτωση να ακουστεί κάτι σωστό στα μουσικά;

Κι αν δε μπορεί μόνος τους κανείς να ακούσει κάτι σωστό με την αποφυγή των μουσικών πρέπει, θα μπορεί άραγε να το κάνει μαζί με άλλα όργανα που ηχούν όπως θέλουν, όπως μπορούν, όπως τους βολεύει, ή όπως αρέσει σ’ αυτούς που τα χειρίζονται ενδεχομένως;

Μάλλον όχι θα μου πείτε κι ας μην είμαστε μουσικοί. Μήπως θα μπορέσει άραγε να γράψει μουσική ένας συνθέτης, χωρίς να βασίζεται απόλυτα στα πρέπει και δεν πρέπει του μουσικού πεντάγραμμού; Αδύνατον θα πείτε.

Πόσο μάλιστα δεν θα μπορέσει να συμφωνήσει με κάτι τέτοιο, όταν χρειαστεί να διευθύνει μια πολυμελή ορχήστρα κάποιος, επιτρέποντας στους μουσικούς του να βγάζουν όποιον ήχο αυτοί θα ήθελαν να ακουστεί.

Και για τον τραγουδιστή ισχύουν τα παραπάνω και για τον μάγειρα αν θέλει να κάνει κάτι σωστό, όπως και για τον γιατρό, όπως και για τον καπετάνιο, όπως και για όλους μας βέβαια. Όλοι λοιπόν σέβονται τα πρέπει της δουλειάς τους και όλοι τα ακολουθούν πιστά, αφού χωρίς αυτά, όλα γίνονται λάθος.

Το πώς όμως και το γιατί θέλουμε να αποστρεφόμαστε τα πρέπει στην ζωή μας, αυτό μάλλον πρέπει να το ψάξουμε με πολύ προσοχή, γιατί αυτό ιδικά, ασφαλώς και είναι αντιεκπαιδευτικό.

Ποιος λοιπόν μας βάζει να υποστηρίζουμε την ελευθερία των κινήσεών μας, των σκέψεών μας, των επιλογών μας, όπως και των ενεργειών μας, αφού μάλλον είναι εντελώς επιβλαβές το να κάνουμε ότι θέλουμε κι όπως εμείς νομίζουμε;

Αυτό λοιπόν είχα ακόμη στο μυαλό μου, όταν μετά από τον εκπαιδευτικό, βρέθηκα να συμμετέχω σε μια φιλική συντροφιά κι άκουσα τον διπλανό μου να μου λέει στα ξεκάρφωτα κάτι, που ούτε της στιγμής ήταν, ούτε και δυνατότητα είχα να του απαντήσω.

Ρε σύ; Έλεγε με κάποια ειρωνεία στην φωνή του. Εκείνος ο πνευματικός της τάδε μονής; Πυροβολιμένος είναι; Αυτό είπε  μόνον και με κοιτούσε με πολλά ερωτηματικά στην συνέχεια. Ξαφνιάστηκα με την αναφορά του όπως καταλαβαίνετε, αλλά κι έφερα στο μυαλό μου τον συγκεκριμένο ιερομόναχο, που τόσο υποτιμητικά σχολίαζε αυτός σε ανύποπτο χρόνο.

Δεν τον γνώριζα προσωπικά βέβαια, αλλά από όσα άκουγα γι’ αυτόν από τους προσκυνητές που τον επισκεπτόταν για πνευματικούς λόγους, ήταν πολύ καλός ως πνευματικός και πολύ προσεχτικός μάλιστα όταν τους νουθετούσε.

Αυτόν σκεπτόμενος λοιπόν, σκέφτηκα να πω κάτι στον διπλανό μου για όσα μου ανάφερε, αλλά προτίμησα να μη το κάνω, γιατί και διάθεση δεν είχα να μπω σε άσκοπες κουβέντες. Με κοιτούσαν όμως και οι υπόλοιποι της παρέας με τα ίδια ερωτηματικά κι όπως μου άφηναν να καταλάβω, ασφαλώς και ήθελαν να ακούσουν την απάντησή μου.

Θα κάνω το κορόιδο είπα μέσα μου και δεν θα τους πω τίποτε. Βλέποντας όμως και την γυναίκα του να με κοιτά χαμογελώντας ειρωνικά, με δυσφορία μεν, αλλά υποχρεώθηκα να τους πω στο τέλος κάτι, ώστε μόνοι τους να βγάλουν τα συμπεράσματά τους αν μπορούσαν.

Σαν τον άντρα σου κυρία Νίτσα, ξέρεις πόσοι πλησιάζουν πνευματικούς μετά από τις προτροπές που τους κάνουν οι φίλοι τους; Όλοι τους όμως, έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό. Τίποτε δεν ξέρουν από αυτά που πρέπει να πουν στον πνευματικό, γι’ αυτά που έκαναν και δεν έπρεπε να κάνουν, εφόσον θέλουν όπως λένε και δηλώνουν ότι είναι Ορθόδοξοι Χριστιανοί.

Όταν λοιπόν βρίσκονται αυτοί πρόσωπο με πρόσωπο με τον άγνωστο έστω πνευματικό, στον χώρο της εξομολόγησης όπως ονομάζεται αυτή η τόσο σοβαρή διαδικασία, τίποτε δεν ξέρουν να εξετάσουν μαζί του, που να τους οδηγεί στην διόρθωση του εαυτού τους, αφού αυτός είναι κι ο μόνος λόγος που πρέπει να βρεθούν κοντά του.

Μη ξέροντας λοιπόν πως πρέπει να εξομολογηθούν και νομίζοντας, ότι όλα τα πρέπει και δεν πρέπει της ζωής τους τα ξέρουν και μάλιστα τα ελέγχουν από μόνοι τους, χαμογελαστοί, αλλά και με θάρρος λένε στον πνευματικό, ότι δεν έχουν να του πουν τίποτε που να χρειάζεται την συμβουλή του, υποστηρίζοντας μάλιστα, ότι όλα στην ζωή τους τα κάνουν σωστά και κανέναν δεν βλάπτουν με την συμπεριφορά τους.

Από αυτά και μόνον που ακούει ένας πνευματικός, υποχρεώνεται κατά κάποιον τρόπο να τους κάνει αυτός ερωτήσεις πλέον, μήπως κι ανακαλύψει ατασθαλίες στην ζωή τους, από αυτές δηλαδή που έκαναν οι άνθρωποι και δεν τις υπολογίζουν ως τέτοιες.

Και μέσω αυτής της πρώτης επαφής έστω, ελπίζει θα λέγαμε, ώστε να τους ωθήσει προς το να τις φανερώσουν, αλλά και να τους απαλλάξει αυτός από αυτά που δεν ήξεραν αυτοί ότι πρέπει να απαλλαγούν.

Αυτός λοιπόν είναι ο λόγος που τους κάνει ανεπίτρεπτες θα λέγαμε ερωτήσεις, από τις οποίες ξαφνιάζονται αυτοί που τις ακούν κι έτσι καταλήγουν να μέμφονται πρόχειρα σκεπτόμενοι τον πνευματικό που πλησίασαν.

Ο πνευματικός βέβαια εσκεμμένα κάνει τέτοιες ερωτήσεις, γιατί πολύ καλά γνωρίζει, ότι αν βρεθούν ανεξομολόγητοι οι άνθρωποι όταν πεθάνουν, από αυτά που έκαναν στην ζωή τους και δεν φρόντισαν να τα εξομολογηθούν, θα φτάσουν εκεί που για κανέναν δεν είναι καλός χώρος και χωρίς να το υπολογίζουν τώρα, θα μετανιώνουν τότε και την ώρα που γεννήθηκαν αν υποχρεωθούν να δουν την πόρτα του.

Πρέπει να ξέρετε κι εσείς όμως που με κοιτάτε με πολλά ερωτηματικά τώρα, ότι τις ερωτήσεις που τους απευθύνει, από αυτά που ακούει από άλλους εξομολογούμενους να του τις εξιστορούν τις ξέρει, οπότε, μέσω αυτών ψαρεύει κατά κάποιον τρόπο και τις απαντήσεις που πρέπει να του δώσουν, αυτοί που τον πλησιάζουν και δεν ξέρουν τι να του αναφέρουν από τα πεπραγμένα της ζωής τους.

Κι επειδή αναστατώνονται σαν τον Γιώργο σου από τέτοιες ερωτήσεις, κατηγορούν μετά από άγνοια και προχειρότητα τον πνευματικό και με πολύ ευκολία μάλιστα τον κατατάσσουν ανάμεσα στους πυροβολιμένους όπως έκανε κι αυτός.

Για να δεις τώρα, μέχρι ποιου σημείου φτάνει η ιδέα που έχει ο καθένας από αυτούς, για το τι είναι μέσα στα πρέπει και δεν πρέπει της προσωπικής του ζωής, άκου τι θα σου πω για κάποιον που στα ογδόντα του έφτασε σε πνευματικό, ύστερα από την παρότρυνση που του έκανε η συμπεθέρα του, όταν του έλεγε συμβουλευτικά.

Πήγαινε βρε Θανάση να τα πεις σε κάποιον πνευματικό αυτά που μας αναφέρεις για την ζωή σου, γιατί δεν μου φαίνονται και τόσο καλά. Κι επειδή έρχεται ένας καλός πνευματικός στην δική μας εκκλησία από το Άγιο Όρος, σ’ αυτόν να πας όταν έρθει.

Μια και τον πίεζε λοιπόν η συμπεθέρα του, πράγματι πήγε να τον συναντήσει όταν μετά από λίγο καιρό ήρθε στην περιοχή τους. Κι όταν βρέθηκε απέναντι του, αμέσως άρχισε να του αναφέρει τα της ζωής του, τα οποία βέβαια, με πολύ μεγάλη υπομονή άκουγε ο πνευματικός, ελπίζοντας κάποια στιγμή να σταματήσει, γιατί αυτά που του ανάφερε δεν ήταν απλά πράγματα.

Φόνοι ήταν για την ακρίβεια κι όπως του έλεγε, κατά την διάρκεια του εμφυλίου πολέμου τους έκανε κι έναν, έναν τους δικαιολογούσε όλους, χωρίς κανέναν δισταγμό και χωρίς να αισθάνεται καμιά τύψη στην συνείδησή του, για όσα ανεπίτρεπτα έκανε.

Ήταν πολλά όμως αυτά που περιέγραφε, γι’ αυτό και με πολύ μεγάλη υπομονή και δυσκολία τα άντεξε θα λέγαμε ο πνευματικός. Κι επειδή μάλλον κουράστηκε η ψυχή του να ακούει τα ανατριχιαστικά περιστατικά του εξομολογούμενου, έκλυση του έκανε πλέον, ώστε να μην τα περιγράφει με τόσες λεπτομέρειες.

Απτόητος όμως αυτός, ακόμη μια περίπτωση θα σου αναφέρω του έλεγε και θα σταματήσω. Την επόμενη φορά που θα έρθεις όμως, θα σου πω και τις υπόλοιπες. Όπως καταλαβαίνετε, με γουρλωμένα μάτια τον κοιτούσε ο πνευματικός, στο άκουσμα ότι έπεται και συνέχεια.

Κι αφού άρχισε να του περιγράφει και την τελευταία περίπτωση εκείνης της ημέρας, του έλεγε χωρίς την παραμικρή ανθρωπίνως αποδεκτή ντροπή στον λόγο του, ότι κι έναν άλλον άνθρωπο σκότωσε, που κι αυτός ήταν φασίστας σαν και τους άλλους που ανάφερε.

Όποιος δεν συμφωνούσε μαζί μας τότε πάτερ, ήταν φασίστας. Κι εφόσον ήταν τέτοιος κι αυτός, έπρεπε να τον σκοτώσω. Μια κι ο συγκεκριμένος ήταν τέτοιος λοιπόν, τρεις μέρες τον κυνηγούσα με σκοπό να τον σκοτώσω, όπου κι αν τον εύρισκα.

Όταν πια την τέταρτη μέρα τον εντόπισα να κρύβεται μέσα σε μια θημωνιά από άχυρα προκειμένου να την γλιτώσει, τον έβγαλα έξω και με ένα τενεκεδάκι που βρήκε εκεί γύρο τον καθάρισα όπως έπρεπε, κόβοντάς του το κεφάλι.

Αγανακτισμένος πια με τις αφηγήσεις του ο πνευματικός, αλλά και με τις ενέργειές του βέβαια, δεν του επέτρεψε να συνεχίσει. Του έλεγε όμως και με το δίκαιό του θα λέγαμε και κάτι που να τον κατευθύνει προς την συναίσθηση των πράξεων του τουλάχιστο κι αυτό το έκανε με κάποιον θυμό στην φωνή του.

Στην φωνή του είχε τον θυμό του βέβαια κι όχι στην καρδιά του, αφού ούτε και σε μια τέτοια περίπτωση είναι επιτρεπτό στον πνευματικό να θυμώνει με εξομολογούμενο, έστω κι αν ακούει να του αναφέρει τέτοιου είδους ανθρώπινα αίσχη.

Και τί του είπε δηλαδή; Εσύ παιδί μου όπως ακούω, δεν εξομολογείσαι με πόνο ψυχής για όσες αμαρτίες έκανες στην ζωή σου, αλλά καμαρώνεις θα έλεγα, για όσα ακαταλόγιστα ως άνθρωπος δέχτηκες να κάνεις. Αυτά δε, ως ανδραγαθήματα μας τα παρουσιάζεις και μάλλον υπολογίζεις με το άρρωστο μυαλό σου, ότι θα πρέπει όχι μόνον να σε δικαιώσουμε, αλλά και να σε ανταμείψουμε κιόλας.

Αυτά που μας ανάφερες όμως, θα πρέπει κι εσύ να καταλάβεις, ότι δεν είναι φυσιολογικά πράγματα κι ότι καθόλου δεν μοιάζουν με ανθρώπινη συμπεριφορά. Τα ζώα κυνηγούν τα θύματά τους μέχρι να τα πιάσουν. Όχι οι άνθρωποι.

Πρέπει να σου πω δε, ότι όλα όσα μου ανάφερες, είναι τέτοια που δεν συγχωρούνται θα λέγαμε. Παρ’ όλα αυτά όμως, θα μπορούσα να σου τα συγχωρήσω, ως παράλογες πράξεις εμφυλίου πολέμου. Για το τελευταίο όμως, έχω να σου πω ότι με τίποτε δεν μπορώ να σου το συγχωρήσω, γιατί σαν άγριο θηρίο κυνήγησες να σκοτώσεις τον συνάνθρωπό σου.

Ανάσα δεν τον άφησες να πάρει δηλαδή. Για τέσσερεις μέρες τον κυνηγούσες όπως είπες κι όταν τον βρήκες να κρύβεται, τον σκότωσες από εκδίκηση, γιατί δεν ήταν σύμφωνος με τα δικάσας δεδομένα, τα οποία βέβαια κανείς δεν σας τα δικαιολόγησε ως σωστά.

Εσείς τα ονομάσατε τέτοια, γι’ αυτό και με τόση ευκολία κάνατε τέτοιου είδους εγκλήματα κατά των συνανθρώπων σας. Εξ αυτού λοιπόν, με υποχρεώνεις να σου πω κι εγώ τώρα, ότι αυτό τουλάχιστον, δεν μπορώ να σου το συγχωρήσω. Οπότε, μην έρθεις να με βρεις ξανά, γιατί δεν θέλω να ακούσω άλλα τέτοια εγκλήματα.

Όταν όμως θυμηθείς ότι είσαι άνθρωπος κι ότι έκανες τέτοια στην ζωή σου που είναι ανεπίτρεπτα για άνθρωπο και συναισθανθείς μαζί με αυτό, ότι εξαιτίας αυτών θα τύχης της καταδίκης του Θεού, τότε, έλα να σε δω.

Αν δω κι εγώ δηλαδή την μετάνοια ζωγραφισμένη στο πρόσωπό σου κι αν πιστέψω ότι πράγματι μέμφεσαι τον εαυτό σου για την άσχημη ζωή σου, τότε μόνον θα δω, αν τελικά μπορέσω να σε συγχωρήσω.

Και σου το λέω ευθέως κι αυτό, αφού εγώ θα φέρω την ευθύνη για όσα θα σου δικαιολογήσω και μαζί σου θα καταδικαστώ, για όσα εσύ διέπραξες και πρόχειρα εγώ σου τα δικαιολόγησα. Κατάλαβες άνθρωπέ μου;

Αντί να εκφράσει κάποια συγνώμη έστω εκείνος ο γηραιός άνθρωπος μετά από όσα άκουσε να του καταλογίζει ο πνευματικός, του έλεγε με πολύ μεγάλη αυθάδεια στην φωνή του. Άκου να σου πω παπά. Αυτά κάνετε εσείς οι παππάδες. Αφήνετε τους φασίστες να κάνουν αυτά που δεν επιτρέπονται και κατηγορείται εμάς μετά τους δημοκράτες, για όσα πολύ καλά τους κάναμε.

Κι αν δεν με συγχωρήσεις εσύ όπως λες, καθόλου δεν με νοιάζει, αφού κι από μόνος μου μπορώ να συγχωρεθώ και θεός για εμάς όπως ξέρεις, δεν υπάρχει. Άντε γειά λοιπόν.

Αυτά είπε στον παππά δηλαδή κι όπως συνήθισε πια να δικαιολογεί όλα τα πρέπει και δεν πρέπει της δικής του ζωής, έφυγε εντελώς αμετανόητος από τον πνευματικό.

Κατάλαβες τώρα κυρία Νίτσα, γιατί όλοι αυτοί που πηγαίνουν σε πνευματικό χωρίς να ξέρουν τι πρέπει να εξετάσουν, φτάνουν στο σημείο να τους κατηγορούν;

Αντί να αισθάνονται το βάρος της ευθύνης των πράξεων τους να τους πιέζει όπως θα έπρεπε, κατηγορούν τους πνευματικούς που θέλουν, αλλά κι έχουν την άδεια να απαλλάσσουν τους ανθρώπους από λανθασμένες ενέργειες του εαυτού τους, αφού ποτέ δεν κάθισαν από μόνοι τους αυτοί να σκεφτούν, αν έπρεπε ή όχι, να ζουν με κάποιον έλεγχο στην ζωή τους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *