Πιάσαμε τον Ιούλιο εν τω μεταξύ κι ένα πρωινό βρισκόμουν στην αγορά της πόλης μας σύμφωνα με το πρόγραμμά μου, όπου κι έκανα τις αγορές μου, αυτές δηλαδή που οι πατέρες της μονής μας μου έδωσαν να κάνω κι επειδή ήταν αρκετές, μέχρι και τις δώδεκα έτρεχα εκεί προκειμένου να τις ολοκληρώσω.
Λίγο χρόνο ακόμη ήθελα προκειμένου να τελειώσω με αυτές, πριν φύγω από το κέντρο για τις περιφερειακά της πόλης μας προγραμματισμένες μου αγορές και δέχτηκα ένα αγχωτικό τηλεφώνημα στο κινητό μου από τον πατέρα Γρηγόριο, ο οποίος έκανε χρέη επιτρόπου εκείνο το διάστημα.
Τέκνον; Έλεγε κατά την συνήθειά του. Όπου κι αν βρίσκεσαι, παράτησέ τα όλα και πήγαινε αμέσως μέχρι τον Μόσχο. Θα δεις να σε περιμένουν εκεί πάνω από ένα τόνο νωπά τονάκια. Βάλε τα τονάκια στο αυτοκίνητό σου και τρέχα να προλάβεις το καράβι στην Ουρανούπολη, το οποίο θα σε περιμένει προκειμένου να σε πάρει και να σε φέρει στο μοναστήρι μας. Και κάνε γρήγορα όπως σου είπα, γιατί το καράβι θα αναχωρήσει από εκεί, στις μια και μισή το μεσημέρι.
Κάνε γρήγορα λοιπόν, έλεγε ξανά, γιατί αν δεν το προλάβεις και φύγει το καράβι χωρίς εσένα, τότε τα ψάρια θα μας χαλάσουν. Κι αυτήν την στιγμή που σε μιλώ μάλιστα, τα τονάκια βρίσκονται εκτεθειμένα μέσα στο αυτοκίνητο αυτού που μας τα πούλησε. Όταν έρθεις στο μοναστήρι πάντως, εγώ θα σε περιμένω στην προβλήτα μας.
Ανάσα δεν πήρε ο πατήρ Γρηγόριος μέχρι να ολοκληρώσει την εντολή που μου έδωσε και στις εγκαταστάσεις του συνεργάτη μου με έστελνε επειγόντως. Το ίδιο έκανα κι εγώ όμως όταν του απαντούσα, δεδομένου ότι επίσης αγχωμένος του έλεγα τα αυτονόητα.
Στο κέντρο της πόλης βρίσκομαι βρε πάτερ και για να φτάσω μέχρι τον Μόσχο που με στέλνεις, θέλω είκοσι λεπτά. Αλλά κι όσα ψάρια βρω εκεί να με περιμένουν, άλλα τόσα λεπτά θα χριστώ προκειμένου να τα φορτώσω στο δικό μας αυτοκίνητο. Και να πετάξω δηλαδή στην συνέχεια με το αυτοκίνητό μου, με τίποτε δεν θα προλάβω το καράβι στις μιάμιση.
Αυτά λοιπόν του έλεγα κι όταν τελείωσα τον δικό μου αγχωμένο λόγο, έκπληκτος διαπίστωνα, ότι στον εαυτό μου τα έλεγα, γιατί ήδη είχε κλείσει την γραμμή ο Πατήρ Γρηγόριος και τίποτε δε άκουσε.
Τον κάλεσα εγώ στην συνέχεια, ώστε να του αναφέρω αυτά που δεν άκουσε, αλλά άδικος κόπος. Όσο κι αν προσπαθούσα μετά, ώστε να πετύχω αυτό που σκέφτηκα να κάνω, τίποτε δεν κατάφερα, για τον λόγο ότι με κάποιον άλλον μάλλον μιλούσε.
Αφού λοιπόν έπρεπε να κάνω αυτό που αυτός με διέταζε, παράτησα τα πάντα και μπαίνοντας στο φορτηγάκι μου, σε δέκα λεπτά βρισκόμουν στο ΤΙΤΑΝ, τρέχοντας πάνω από τα όρια μέσα στην πόλη. Κι όταν έφτασα εκεί και στον χώρο που με περίμεναν τα ψάρια, με την ίδια φόρα πάτησα τα φρένα μου μπροστά στον κύριο Μόσχο.
Αυτός δε, μαζί με τον ιχθυέμπορα με περίμενε έξω από τις εγκαταστάσεις του και βλέποντας να το φορτηγάκι μου να κατευθύνεται με φόρα κατά πάνω τους, ενστικτωδώς πετάχτηκαν προς τα πίσω, στην προσπάθειά τους να προφυλαχτούν από να από τους πατήσω.
Στάθμευσα με ασφάλεια βέβαια μπροστά τους, αλλά και μέχρι εκεί κρατούσα το τηλέφωνό μου ανοιχτό, προκειμένου να επικοινωνήσω με τον πατέρα Γρηγόριο, αλλά και πάλι άδικος κόπος. Ο πατήρ Γρηγόριος δεν απαντούσε.
Με πίεζε η συμπεριφορά του είναι αλήθεια, αλλά και μαζί με αυτόν, με πίεζαν και οι συνεργάτες μου στην συνέχεια, οι οποίοι, συνεχώς μου έλεγαν αγχωμένοι και αυτοί, ότι τα ψάρια ήταν αρκετές ώρες έξω από την θάλασσα κι ότι αν χασομερούσα περισσότερο, μεγάλος κίνδυνος υπήρχε να χαλάσουν και να πεταχτούν ως ακατάλληλα στην θάλασσα.
Μη μπορώντας να κάνω διαφορετικά λοιπόν, αμίλητος άρπαξα κάτι μεγάλες νάιλον σακούλες που μου έδωσαν στα χέρια, από αυτές δηλαδή που βάζουν μέσα τα σακιά με τα τσιμέντα στον συγκεκριμένο χώρο και λέγοντας μου να τις κρατάω ανοιχτές, άρχισαν να ρίχνουν στα γρήγορα κι όπως, όπως τα τονάκια στο εσωτερικό τους, τα οποία όπως έβλεπα και μεγάλα ήταν και γύρο στα δέκα κιλά θα ζύγιζε το καθένα.
Δεν ξέρω να σας πω τώρα πόση ώρα χρειάστηκε προκειμένου να γίνει αυτή η μεταφόρτωση, αλλά όταν ολοκληρώθηκε, έβλεπα το φορτηγάκι μου να είναι γεμάτο από νωπά και γλιτζιασμένα ψάρια, τα οποία ήδη λέρωσαν τον χώρο του με την γλίντζα τους.
Λέρωσαν κι εμένα άλλωστε, γι’ αυτό κι έψαχνα να βρω νερό ώστε να πλύνω καθώς έπρεπε τα χέρια μου. Κι ενώ πλενόμουν εγώ, άκουγα τον Μόσχο να μου λέει, ότι έπρεπε να φύγω γρήγορα από εκεί αν ήθελα να φτάσω έγκαιρα και στις μία και μισή στην Ουρανούπολη όπως κι αυτός το ήξερε.
Αφού έπλυνα όμως τα χέρια μου και μετά, ανέβηκα στο φορτηγάκι μου και βάζοντας την ζώνη μου στην συνέχεια, σκόπευα να κάνω την διαδρομή μου ως να συμμετείχα σε ράλι. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που έφυγα από τον χώρο τρέχοντας και ούτε ματιά δεν έριξα στο ρολόι μου.
Ένα πράγμα μόνον με απασχολούσε κατά την διαδρομή μου. Πως θα την έκανα συντομότερη δηλαδή, ακόμη κι από αυτήν που έκανα κάπου, κάπου όταν ήμουν πολύ βιαστικός. Αυτό επιδιώκοντας λοιπόν, δεν σήκωσα καθόλου το πόδι μου από το γκάζι του αυτοκινήτου μου και δεν μπορώ να σας πω τώρα με πόσο πήγαινα μέσω της παλιάς οδού προς την Καβάλα.
Από την ώρα που ξεκίνησα την διαδρομή μου όμως, μια ευχή έκανα. Να μην συναντούσα δηλαδή καθ’ οδόν, κανενός είδους έλεγχο κι εξαιτίας του έχανα πολύτιμο χρόνο. Κι αφού αυτό ευχόμουν, κανείς δεν με είδε να περνώ σαν σφεντόνα από μπροστά του, όπως και κανείς δεν μου έκοψε τον δρόμο.
Ένα τζιπ μόνον συνάντησα μπροστά μου κι αυτό πάλι, στις ανηφόρες της Ολυμπιάδας το προσπέρασα και δεν ήμουν σίγουρος αν το κατάλαβαν αυτό οι επιβαίνοντες, ή αν είδαν ότι κάποιος τους προσπέρασε. Εγώ όμως πρόλαβα να δω την πινακίδα του, η οποία δήλωνε βέβαια, ότι από κάποια μητρόπολη προερχόταν, γι’ αυτό κι απόρησα με την κίνηση του δεσπότη εκείνη την ώρα. Το ρολόι μου όμως, πάλι δεν το κοίταξα.
Έτσι τρέχοντας βέβαια, πολύ γρήγορα μπήκα στην Ουρανούπολη και βλέποντας από μακριά ακόμη το καράβι να παραμένει στην θέση του, υπολόγιζα ότι και να ξεκινούσε αυτό, θα προλάβαινα να μπω μέσα, πριν καν προλάβει να σηκώσει τον καταπέλτη του.
Αυτό υπολογίζοντας δηλαδή, με την ίδια ταχύτητα βρέθηκα στην προκυμαία κι έτσι όπως έτρεχα ανέβηκα στο κατάστρωμα του καραβιού. Εκεί σταματώντας πια, έλεγα με αγωνία στον εαυτό μου, ότι ευτυχώς το πρόλαβα. Το πλήρωμα του καραβιού όμως καθόλου δεν αγωνιούσε όπως έβλεπα, γι’ αυτό κι αμέριμνα κουβέντιαζαν μεταξύ τους.
Βλέποντας όμως την δική μου ξαφνική, όσο κι επικίνδυνη εμφάνιση πάνω στο καράβι τους, έτρεξαν προς στο εσωτερικό του καραβιού, ελπίζοντας να γλιτώσουν από τον βιαστικό οδηγό, που χωρίς ιδιαίτερο λόγο τους επιτέθηκε.
Μετά από αυτό, λαχανιασμένος βγήκε ο καπετάνιος πρώτα έξω, ο οποίος και με το δίκαιό του μου έλεγε. Τί κάνεις ρε; Θα μας σκότωνες έτσι όπως μπήκες στο καράβι. Και γιατί έτρεχες έτσι; Σε κυνηγάει μήπως κανείς; Κι αν σε κυνηγάει πάλι, δεν ξέρεις ότι απαγορεύεται να μπαίνουν τα αυτοκίνητα με τόση φόρα στα καράβια; Μπορείς να μου πεις λοιπόν γιατί το έκανες αυτό;
Βλέποντας το ρολόι μου, εκεί πια να δείχνει μία και τριάντα, του έλεγα κι εγώ τα αυτονόητα, όπως κι αυτά που εγώ ήξερα και με ώθησαν να τρέχω τόσο πολύ, όπως πολύ σωστά το παρατηρούσε κι ο καπετάνιος. Στις μία και μισή μου είπαν ότι θα αναχωρήσετε. Για να προλάβω εσάς λοιπόν το έκανα και για να μην καθυστερήσω το δρομολόγιό σας.
Αλλά και τα ψάρια που μεταφέρω κινδύνευαν να χαλάσουν όπως μου είπαν, αν καθυστερούσα την άφιξή μου, οπότε, αντί να μου πείτε ευχαριστώ για όσα έκανα κινδυνεύοντας να σκοτωθώ, με μαλώνετε κι από πάνω; Ξεκίνα λοιπόν το δρομολόγιό σου κι άφησέ με να πάρω κι εγώ λίγες ελεύθερες ανάσες, γιατί σε μια ώρα και κάτι πρέπει να έκανα την διαδρομή μου ερχόμενος με τις μπάντες από την Θεσσαλονίκη προκειμένου να σας προλάβω. Κατάλαβες καπετάνιε;
Κατάλαβα έλεγε κι αυτός αυθόρμητα και με κοιτούσε απορώντας για όσα του έλεγα, αφού όπως μου εξηγούσε στην συνέχεια, δεν θα έφευγε από εκεί πριν εμφανιζόταν ο Δεσπότης που περίμενε, δεδομένου ότι αυτός ναύλωσε το καράβι, προκειμένου να επισκεφτεί κάποια μονή του Αγίου Όρους.
Αυτόν δηλαδή περίμενε στην Ουρανούπολη ο καπετάνιος κι όχι εμένα. Ο οποίος μάλιστα, θα ερχόταν τότε εκεί κι όταν αυτός θα ήθελε, μετά τις μιάμιση το μεσημέρι βέβαια όπως το συμφώνησαν μεταξύ τους. Κι επειδή το έμαθε από κάπου αυτό ο πατήρ Γρηγόριος, πίεζε τους πάντες στην συνέχεια, προκειμένου να μεταφερθούν με αυτήν την ευκαιρία και τα νωπά τονάκια που αυτός βρήκε για τις ανάγκες της μονής μας, ώστε να μην χρειαστεί να τα καταψύξουμε στην Θεσσαλονίκη.
Σωστό βέβαια ήταν αυτό, αλλά την λεπτομέρεια με τις προθέσεις και διαθέσεις του Δεσπότη, δεν τις προσμέτρησε σωστά ο πατήρ Γρηγόριος, οπότε, το μπέρδεμα δεν ήταν δυνατόν να αποφευχθεί. Κι αφού μπερδευτήκαμε όλοι, λογικά πια και κοιτιόμασταν με δυσπιστία.
Αυτήν θέλοντας να αποκαταστήσει κι ο καπετάνιος, επαναλάμβανε ότι τον Δεσπότη περίμενε κι όχι εμένα κι ότι θα έπαιρνε κι εμένα μαζί του αν τον προλάβαινα πριν αναχωρήσει από την Ουρανούπολη, στον χρόνο βέβαια που θα εμφανιζόταν ο Δεσπότης εκεί κι όχι στις μιάμιση όπως μου είπαν.
Αφού μπορέσαμε επιτέλους να συνεννοηθούμε, με το δίκαιό μου του έλεγα κι εγώ, ότι το αυτοκίνητο που έφερνε τον δεσπότη στο καράβι του, το προσπέρασα στις ανηφόρες της Ολυμπιάδας κι ότι για να έρθει αυτό από εκεί που το συνάντησα, κατά τις τρείς θα εμφανιζόταν στην προβλήτα της Ουρανούπολης με τον τρόπο που βάδιζε.
Τί να έλεγε κι ο καπετάνιος λοιπόν μετά από αυτά που του είπα; Όποτε θέλει ας έρθει έλεγε. Αυτός πληρώνει, αυτός διατάζει. Εσύ όμως ησύχασε τώρα και περίμενε, γιατί κακώς έτρεχες σαν τρελός στον δρόμο να μας προλάβεις. Όταν έρθει όμως ο Δεσπότης, αμέσως θα ξεκινήσουμε.
Αυτά είπαμε με τον καπετάνιο και κατά την δική του προτροπή ησύχαζα βέβαια, αλλά και αναστατωμένος ήμουν όπως καταλαβαίνετε από την συμπεριφορά των μοναχών, οι οποίοι όπως είπαμε, ζουν σε άλλους ρυθμούς και με άλλες προτεραιότητες.
Αυτό σκεπτόμενος όμως, για πολλοστή φορά καλούσα τον πατέρα Γρηγόριο κι όταν επιτέλους μου απάντησε αυτός, του έλεγα ότι κακώς με έστειλε να μπω στο καράβι στις μιάμιση το μεσημέρι, με κίνδυνο να πάθω καμιά ζημιά καθ’ οδόν, γιατί ο Δεσπότης που ναύλωσε το καράβι, κατά τις τρείς θα εμφανιζόταν στην Ουρανούπολη.
Απαντώντας κι αυτός στην συνέχεια, έλεγε πολύ απλά ως μοναχός. Δεν πειράζει τέκνον, όποτε θέλει ας έρθει. Εγώ πάντως θα είμαι εδώ και θα περιμένω την άφιξή σας. Να πεις όμως στον καπετάνιο, ότι θέλουμε να πιάσει στην μικρή μας σκάλα με το καράβι του, προκειμένου να έχουμε κοντύτερα σ’ εμάς τα ψάρια που μας φέρνεις.
Μετά από αυτό, τίποτε δεν του είπα όπως καταλαβαίνετε, παρά στάθηκα δίπλα στον καπετάνιο που χαμογελούσε για όσα άκουγε και με κάλεσε να ποιούμε μαζί τον καφέ που μας προσέφερε κάποιος από πλήρωμά του, αναμένοντας την άφιξη του Δεσπότη.
Αυτός πάλι, τρείς και μισή έκανε σιγά, σιγά και με το πάσο του την εμφάνισή του, αφού κανείς δεν τον κυνηγούσε. Όταν μπήκε όμως στο καράβι, αμέσως ξεκινήσαμε όπως είπε κι ο καπετάνιος, οπότε, ρωτούσε κι εμένα ο Δεσπότης να του πω, πού θα ήθελα να με κατεβάσουν.
Αναφέροντας του ότι στην μονή Γρηγορίου θα κατέβαινα αν μου το επέτρεπε, μου είπε να δώσω χαιρετίσματα στον γέροντά μας, γιατί αυτός θα κατέβαινε στην Δάφνη, προκειμένου να επισκεφτεί άλλο μοναστήρι. Ωστόσο όμως, ζήτησε μετά από λίγο να του πω, από ποιόν δρόμο βρέθηκα στην Ουρανούπολη, αφού πουθενά δεν με συνάντησαν.
Τί να του έλεγα λοιπόν; Δέσποτα? Δεν με συναντήσατε εσείς, γιατί σας συνάντησα εγώ και σας προσπέρασα μάλιστα στις ανηφόρες, λίγο μετά από την Ολυμπιάδα. Ακούγοντας αυτό ο Δεσπότης, έλεγε και με το δίκαιό του. Εσύ λοιπόν μας προσπέρασες; Και γιατί βρε παιδί μου έτρεχες τόσο πολύ;
Αν μας έλεγες δηλαδή να σε περιμέναμε έστω και για μια ώρα, δεν θα μπορούσαμε άραγε να το κάνουμε; Είναι αλήθεια, του έλεγα, ότι μου πέρασε αυτό από το μυαλό Δέσποτα, αλλά δίστασα να το κάνω, μη τυχόν και σας χαλούσα το πρόγραμμα. Επίτηδες του το είπα αυτό, για να μην εκθέσω την προχειρότητα του πατρός Γρηγορίου.
Ποιό πρόγραμμα βρε παιδί μου, έλεγε κι ο Δεσπότης χαμογελώντας. Εγώ και αύριο να έφτανα στον προορισμό μου, έγκαιρα θα βρισκόμουν εκεί. Εσύ όμως κινδύνευες να σκοτωθείς έτσι όπως έτρεχες.
Η Παναγία μας να σε προστατεύει όμως, γιατί έτσι όπως κινείσαι εσύ, βεβαίως και χρειάζεσαι την προστασία Της. Την έχω Δέσποτα, του απαντούσα. Και την ζω μάλιστα από την κούνια μου για την ακρίβεια. Αν δεν την είχα, βεβαίως και δεν θα επιχειρούσα παρόμοιες ενέργειες.
Αισθανόμενος δε και πολύ ζωντανά μάλιστα αυτήν την όντως προστασία, ποτέ δεν υπολογίζω τον κίνδυνο, όπως και τις παγίδες που μου στήνει ο πονηρός για τους δικούς του λόγους.
Αυτά λοιπόν λέγαμε κατ’ ιδίαν με τον Δεσπότη, ο ποίος βέβαια, επισταμένος με κοιτούσε, αλλά κι έλεγε ανησυχώντας για όσα άκουγε. Πρόσεχε όμως παιδί μου. Πρόσεχε. Γιατί αυτός ειδικά, μας θέλει όλους στο μαντρί του και στην καταστροφή ριγμένους.
Αναφερόμενοι και στις ενέργειες του πονηρού στην συνέχεια με τον Δεσπότη, κάναμε πολύ γρήγορα θα έλεγα το ταξίδι μας, αφού δεν κατάλαβα πότε φτάσαμε στην Δάφνη. Κατέβηκε βέβαια αυτός εκεί σύμφωνα με το πρόγραμμά του κι αφού χαιρετηθήκαμε, ξεκίνησε για τον προορισμό του μαζί με την συνοδεία του.
Το ίδιο κάναμε κι εμείς όμως μαζί με τον καπετάνιο, οπότε, αμέσως ξεκινήσαμε για το μοναστήρι μας. Όπως μου το ζήτησε όμως ο πατήρ Γρηγόριος, στην μικρή προβλήτα έπιασε με το καράβι του όταν φτάσαμε, όπου κι έβλεπα όλους τους πατέρες συγκεντρωμένους εκεί κι έτοιμους μάλιστα, προκειμένου να καθαρίσουν επιτόπου τα ψάρια από τα περιττά τους, όπως είναι τα κεφάλια, τα φτερά και τα εντόσθιά τους.
Το πρόβλημα για όλους μας όμως ήταν εκείνη την στιγμή, το πώς θα βγάζαμε τα ψάρια στην προβλήτα, πριν μας φύγουν όλα μαζί γλιστρώντας προς την θάλασσα. Αν άνοιγα την πλαϊνή πόρτα του αυτοκινήτου μου δηλαδή, ούτε ένα ψάρι θα προλαβαίναμε να βγάλουμε έξω. Στην θάλασσα θα πήγαιναν όλα.
Για να μην γίνει αυτό λοιπόν, έστησα το φορτηγάκι πάνω στον καταπέλτη του καραβιού και με την όπισθεν πλευρά του να βλέπει προς την προβλήτα. Κι αφού το έστησα εκεί, σκόπευα να ανοίξω την μια από την διπλή πίσω πόρτα που διέθετε, προκειμένου να έφευγαν λίγα, λίγα τα ψάρια προς την προβλήτα κι εξαιτίας της μεγάλης κλήσης που είχε ο καταπέλτης, να έπεφταν στα πόδια των μοναχών, όπου κι έπρεπε καθώς σας είπα να τα καθαρίσουν επιτόπου από τα περιττά τους.
Αυτό κι έκανα τελικά στην συνέχεια κι όπως πάντα, με την σύμφωνο γνώμη των πατέρων, αλλά και για πρώτη μου φορά έβλεπα τόσα πολλά και τόσο μεγάλα ψάρια να βγαίνουν από την πόρτα του αυτοκινήτου μου σαν κυνηγημένα από το βάρος τους, όπως κι από το βάρος των υπολοίπων που ήθελαν θαρρείς να τους ακολουθούσουν, τρέχοντας πίσω τους.
Σε πέντε λεπτά για την ακρίβεια βγήκαν όλα έξω και σε πολύ λίγο χρόνο μετά τα καθάρισαν και οι μοναχοί από τα περιττά τους. Τα νερά της θάλασσας όμως έγιναν κόκκινα από τα αίματα, δεδομένου ότι τα τονάκια έχουν αρκετό από αυτό στο σώμα τους.
Τέλος καλό όλα λοιπόν κι όταν είδα άδειο το αυτοκίνητό μου από τα ψάρια, τρόμαξα από την γλίντζα, όπως κι από την ψαρίλα που άφησαν στα τοιχώματά του. Βλέποντας την δυσφορία μου όμως, ο μοναχός που είχε τα μουλάρια υπό την επίβλεψή του, άρπαξε μια πυροσβεστική μάνικα από την προβλήτα κι αφού άνοιξε την πλαϊνή πόρτα του αυτοκινήτου, έριχνε από εκεί όντως πολύ νερό μέσα στην καρότσα του όπως και στα τοιχώματά του, προκειμένου να πλυθεί ο χώρος, αλλά χωρίς το επιθυμητό αποτέλεσμα.
Μετά από αυτό, έκλεισα κι εγώ τις πόρτες μου κι αφού ο καπετάνιος βιαζόταν να φύγουμε, έβαλα το φορτηγάκι μου στο κατάστρωμα κι όπως έπρεπε, αμέσως ξεκινήσαμε την επιστροφή μας. Και στη Ουρανούπολη που φτάσαμε, λεπτό δεν στάθηκα. Χαιρέτησα τον καπετάνιο και αρχίζοντας το απόδειπνο κατά την συνήθειά μου, δεν κατάλαβα πότε έφτασα στο σπίτι μου.
Την επομένη το πρωί πάντως, πήγα στο μετόχι μας με το αυτοκίνητο μου
όπου κι άνοιξα τις πόρτες του, προκειμένου να δω πώς θα μπορούσα να το καθαρίσω. Βλέποντάς με εκεί όμως μερικές γυναίκες, από αυτές που μονίμως υπηρετούσαν το μετόχι μας, με έδιωξαν από κοντά τους κι αφού το καθάρισαν όπως αυτές ήξεραν, με απορρυπαντικό και μπόλικο ξύδι δηλαδή, τότε μόνον με κάλεσαν να το παραλάβω. Καθαρό όμως καθώς ήταν πλέον, άνετα μπορούσε να ανταπεξέλθει και τις επόμενες υποχρεώσεις του.
Μιχάλης Αλταλίκης