Τα χρέη δεν εξοφλούνται

   askos_panorama_t2Πέρασε και κείνο το καλοκαίρι και αφού συγκεντρώσαμε όλες τις σοδειές των αγροτών στην αποθήκη μας, διαπιστώσαμε ότι μόνον μερικοί από τους παλιούς πελάτες μας ήταν σε θέση να εξοφλήσουν τα χρέη τους. Όλοι οι υπόλοιποι, παλιοί και νέοι, μόνον δικαιολογίες είχαν να μας προτάξουν γι’ αυτό το θέμα.

 – Αφού δεν είχαμε πολλές βροχές όλο τον χρόνο, έλεγαν, επόμενο ήταν ότι η παραγωγή μας θα ήταν μικρή. Αφού δεν βρήκαμε αρκετά χωράφια να καλλιεργήσουμε, τι να κάναμε; Αφού αργήσαμε να βάλουν σπορά και αφού δεν γνωρίζαμε καλά τα χώματα, πώς είναι δυνατόν να έχουμε αρκετή παραγωγή;

  Αφού δεν είχαν να μας δώσουν αρκετή παραγωγή οι αγρότες εκείνη τη χρονιά για την εξόφληση του μέχρι τότε χρέους τους, ήταν να απορεί κανείς και για το πως θα μπορούσαν να εξοφλήσουν μαζί με αυτά και τα χρέη της επόμενης χρονιάς, που γι’ αυτούς, θα άρχιζε να μετρά λίγο μετά από τα αλώνια. Αυτό ήταν όντως πολύ ανησυχητικό και το έβλεπε ο πατέρας μου, αλλά και πάλι έλεγε.

 – Μη φοβάστε θα τα βγάλουμε πέρα.

   Μέσα σ’ όλα αυτά τα ανησυχητικά, έβρισκα τη διάθεση να κάνω και πλάκες στα μικρότερα από μένα παιδιά, όταν αυτά ερχόταν στο μαγαζί μας να πάρουν με το μπουκάλι στα χέρια, πότε λάδι, πότε ξίδι και πότε πετρέλαιο για τις λάμπες τους.

   Από πείρας εμείς, μυρίζαμε τα μπουκάλια για να δούμε τι από τα τρία περιείχαν και δεν δίναμε σημασία στο τι μας ζητούσαν τα παιδιά. Ξεχνούσαν αυτά το τι τους έλεγαν οι γονείς τους να πάρουν, ή μπερδεύονταν όταν έβαζαν μόνοι τους, ή όταν κάποιος άλλος τους έβαζε δεύτερο λογισμό για το τι θα πάρουν και έτσι, τις περισσότερες φορές δεν ήξεραν τι να ζητήσουν.

  Τους έστελνε η μάνα τους να πάρουν ένα τέταρτο λάδι, ή να γεμίσουν το μπουκάλι με πετρέλαιο και μέχρι να φτάσουν στο μαγαζί, έλεγαν στον δρόμο φωναχτά.

 – Λάδι, λάδι, λάδι, ή πετρέλαιο, πετρέλαιο, πετρέλαιο.

   Το έλεγαν αυτό φωναχτά, για να μην το ξεχάσουν. Αν κάποιος που άκουγε τους έβαζε το ερώτημα. ”Τι θα πάρεις ρε συ με το μπουκάλι, ξύδι;” Μετά από αυτό, ήταν αδύνατον να ζητήσουν λάδι! ξίδι ζητούσαν!

  Αστειευόμενος λοιπόν κι εγώ με τα παιδιά, έστελνα τους μικρότερους πίσω στα σπίτια τους να ρωτήσουν πάλι την μάνα τους, για το τι έπρεπε να πάρουν με το μπουκάλι που κρατούσαν. Πετρέλαιο ή λάδι;

   Μέχρι να επιστρέψουν όμως, τους έβαζα στο μπουκάλι ό,τι έπρεπε, γιατί αυτό μύριζε λάδι αν ήταν από λάδι, ή πετρέλαιο αν τέτοιο είχε μέσα. Εφόσον όμως ζητούσαν ένα τέταρτο από αυτό που θυμόταν ότι έπρεπε να πάρουν, αυτό από μόνο του δήλωνε ότι δεν θα μπορούσε να είναι πετρέλαιο, γιατί το λάδι ήταν ακριβό τότε και πολλοί λίγοι είχαν την δυνατότητα να γεμίσουν με αυτό ένα ολόκληρο μπουκάλι, έστω κι αν αυτό ήταν χωρητικότητας μισού λίτρου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *