Το κλέψιμο της νύφης

  parapente_t2Περνούσε ο καιρός λοιπόν και μαζί με αυτόν, περνούσαμε κι εμείς στο μπακαλοτεύτερο, τα ογκώδη χρέη των πελατών μας και μάταια η μητέρα μου προσπαθούσε να τα περιορίσει τουλάχιστον σε ανεκτά νούμερα.

  Από φόβο μη βρεθούμε και μεις στο δρόμο, άρχισε σιγά σιγά να βάζει στην άκρη κάποια μικρά ποσά, για να εξασφαλίσει με αυτά τα κορίτσια μας, όπως έλεγε για τις αδελφές μου. Και στο ερώτημα, τι θα γίνει με μας, απαντούσε και αυτή σαν τον πατέρα μου.

 – Θα το παλέψουμε εμείς και θα δούμε τι θα κάνουμε στο τέλος.

  Κατά τα άλλα, εγώ συνέχιζα να είμαι ανορθόγραφος στο σχολείο και να δέχομαι υπομονετικά τις απειλές του δασκάλου ότι θα με αφήσει στην ίδια τάξη. Ο πατέρας μου πάλι, μου θύμιζε συνεχώς και αδιαλείπτως ότι πρέπει να αφιερώνω περισσότερο χρόνο στο μαγαζί, αφού αυξήθηκαν κατά πολύ οι εργασίες του, ενώ η μεγαλύτερη από τις αδελφές μου, που τότε ήταν οκτώ χρονών, μπήκε γρήγορα στο πνεύμα της δουλειάς και βοηθούσε επαρκώς στην εξυπηρέτηση των πελατών μας.

  Καλή ή άσχημη, αυτή ήταν η καθημερινότητα μας κι εγώ την δεχόμουν ατάραχος, όπως και αν αυτή εκδηλωνόταν. Παραξενεύτηκα αρκετά όμως μια μέρα, όταν είδα να με περιμένει στην έξοδο του σχολείου ένας πελάτης μας, που ούτε λίγο ούτε πολύ, μου ζητούσε να τον περιμένω το απόγευμα στο μαγαζί, γιατί ήθελε να κουβεντιάσει μαζί μου κάποιο δικό του θέμα. Ήρθε λοιπόν αυτός το απόγευμα και μου είπε.

 – Θέλω τη γνώμη σου για ένα πολύ προσωπικό μου θέμα.

 Όταν τον άκουσα να λέει τέτοια, του υπέδειξα να πάει στο πατέρα μου, δεδομένου ότι εγώ ήμουν μικρός για να δίνω συμβουλές σε μεγαλύτερους από μένα. Αυτός όμως επέμενε.

 – Τον πατέρα σου τον ξέρω έλεγε. Τη δική σου γνώμη όμως θέλω.

 Αφού έτσι ήθελε λοιπόν, τον άφησα κι εγώ να μου πει αυτό που ήθελε.

 – Αγαπώ μια κοπέλα και αυτή είναι από το διπλανό χωριό. Με αγαπάει και αυτή και θέλουμε να παντρευτούμε. Οι γονείς της όμως δεν μου την δίνουν. Τι λες εσύ να κάνω; Να την κλέψω; Ή να την αφήσω να παντρευτεί κάποιον άλλον που αυτή δεν θέλει, αλλά της τον επιβάλουν οι γονείς της;

 – Έντεκα χρονών είμαι εγώ του είπα. Μπορώ να συμβουλέψω κάποιον που είναι σαν και σένα τριαντάρης;

 – Μπορείς! είπε αυτός.

 – Αφού μπορώ, του είπα και εγώ, τότε να σε ρωτήσω. Έχεις την δυνατότητα να φροντίσεις αυτή τη γυναίκα;

 – Έχω… πρόσθεσε.

 – Μήπως βάλεις τη κοπέλα σε μπελάδες, μόνο και μόνο για να κάνεις το κέφι σου;

 – Όχι! επέμενε αυτός.

 – Πως όμως θα με πείσεις ότι δεν θα τη ταλαιπωρήσεις και μαζί με αυτήν, δε θα βάλεις και εμένα σε μπελάδες;

 – Δεν θα σε βάλω σε μπελάδες, είπε αυτός, και όπως ξέρεις είμαι καλός νοικοκύρης κι έχω δικό μου σπίτι. Έχω αρκετά χωράφια και όλα τα απαραίτητα του αγρότη. Δεν χρωστώ στη τράπεζα, αλλά ούτε και σε σας. Οπότε και δεν θα την ταλαιπωρήσω. Θέλω να κάνω οικογένεια μαζί της.

  Κατάλαβα τι ήθελε αυτός από εμένα και αφού ήταν αλήθεια αυτά που έλεγε για τον εαυτό του, του είπα και εγώ.

 – Εφόσον και αυτή σε θέλει, τότε να την κλέψεις!

  Όταν άκουσε αυτός αυτό που ήθελε να ακούσει από μένα, έφυγε και δεν τον είδα ξανά. Έκανε όμως την επανεμφάνιση του και μάλιστα μαζί με την κοπέλα που μου έλεγε, όταν μου την έφερε να τη γνωρίσω στην πανήγυρη του χωριού μας, αυτήν της Ζωοδόχου πηγής.

  Συναντηθήκαμε κάπου παράμερα και εκεί μου εκμυστηρεύτηκαν αυτό που και από μόνος μου κατάλαβα. Ότι δηλαδή δεν μπορούσαν να κλεφτούν από μόνοι τους, αφού δεν είχαν με ποιο μέσον μεταφοράς να φυγαδεύσουν γρήγορα τη κοπέλα από το χωριό της, φοβούμενοι τις αντιδράσεις των συγγενών της.

  Ο λόγος λοιπόν που ήθελαν τη δική μου συγκατάθεση, ήταν ότι εγώ είχα το μέσον μεταφοράς και αυτό ήταν το φορτηγό που είχα και μάζευα τα σιτάρια από τα γύρω χωριά. Με λίγα λόγια, ζητούσαν από μένα να τους βοηθήσω συμμετέχοντας στο κλέψιμο της κοπέλας, υποσχόμενοι βέβαια ότι δεν έπαιζαν και ότι πράγματι ήθελαν να κάνουν οικογένεια.

  Όταν μετά από αυτά, ήρθε ο καιρός να μαζέψω τα σιτάρια εκείνης της χρονιάς, πράγματι πήγα στο χωριό της κοπέλας ένα προκαθορισμένο απόγευμα και μαζί με τον οδηγό μας όπως πάντα, πήρα όσα σιτάρια είχαν να μου δώσουν. Επιστρέφοντας όμως από εκεί, συναντήσαμε στην έξοδο του χωριού τους τη κοπέλα, που μας περίμενε σε κάποιο σημείο και όπως ήταν στο σχέδιο την πήγαμε κατ’ ευθείαν στο σπίτι του ανθρώπου που ήθελε να την παντρευτεί. Την άλλη μέρα κιόλας, όπως ήταν στο πρόγραμμα τους, έκαναν τον γάμο τους όπως και την οικογένεια που ονειρεύτηκαν.

  Όσο για τις αντιδράσεις των γωνιών της κοπέλας; Ήταν πολύ αργά πια για οποιαδήποτε ενέργεια, γι’ αυτό και δεν μπόρεσαν να εμποδίσουν τον γάμο εκείνων των δύο ερωτευμένων, αλλά και πολύ σοβαρών νέων ανθρώπων.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *