Το ατύχημα στο γόνατο μου

mixail-150x1501  Πέρασε και κείνη η δοκιμασία, τελείωσε και η θερινή μας διαβίωση και όπως όριζε το πρόγραμμα, επιστρέψαμε από τις ξένοιαστες διακοπές στα καθημερινά μας καθήκοντα και στις ημερήσιες μας όπως και σ’ εκείνες τις νυκτερινές μας ασκήσεις, αποδεικνύοντας έμπρακτα, ότι ως στρατιώτες, παραμέναμε ετοιμοπόλεμοι και προπαντός; Διαθέσιμοι στις όποιες ανάγκες της Πατρίδας μας.

 Όπως προανέφερα όμως, είχαμε πολλές τέτοιες ασκήσεις και σ’ αυτές συμμετείχαν όλοι ανεξαιρέτως. Από τον πιο νέο στρατιώτη, έως και τον πιο παλιό αξιωματικό. Το πρόγραμμα των ασκήσεων του στρατοπέδου δε, ήταν τέτοιο, που μας υποχρέωνε να περνάμε μια φορά την εβδομάδα τουλάχιστον από το στίβο μάχης.

 Αξιωματικοί και οπλίτες λοιπόν, περνούσαμε όλοι απ’ αυτόν και με πλήρη εξάρτιση. Το κάναμε δε αυτό, ακόμη και στην διάρκεια των νυκτερινών μας ασκήσεων, όσο δύσκολο και αν μας φαινόταν.

 Το χειρότερο εμπόδιο του στίβου μας όμως, ήταν ο τσιμεντένιος λάκκος του, βάθους δυόμιση μέτρων. Πηδούσαμε μέσα σ’ αυτόν τρέχοντας και βγαίναμε πάλι έξω, σκαρφαλώνοντας στον τοίχο του με την βοήθεια του όπλου μας.

 Παιδιά ήμασταν τότε και τίποτε δεν ήταν δύσκολο για μας, αλλά το νυχτερινό πέρασμα από τον συγκεκριμένο λάκκο, γινόταν όντως πολύ επικίνδυνο για όποιον το επιχειρούσε. Δεν έφτανε το ότι πέφταμε εκεί μέσα τρέχοντας στα σκοτεινά, έπρεπε να το κάνουμε αυτό και στα τυφλά, αφού δεν μπορούσαμε να υπολογίσουμε με ακρίβεια, την απόσταση που μας χώριζε από το πάτωμά του.

 Αυτός ήταν και ο λόγος που πάντα σχεδόν είχαμε τραυματισμούς σ’ εκείνο τον λάκκο, είτε ήταν ελαφράς, είτε βαριάς μορφής. Ένας τέτοιος τραυματισμός σε νυχτερινό πέρασμα του λάκκου, συνέβη και σε μένα εκείνο το διάστημα. Στραβοπάτησα προφανώς πηδώντας εκεί μέσα, με αποτέλεσμα να κάνω ρήξη χιαστού στο δεξί μου γόνατο.

 Δίπλωσε το πόδι μου προς τα μέσα και αριστερά όταν βρέθηκα στον πάτο του και αυτό το στραβοπάτημα μου προκαλούσε πολύ ισχυρούς πόνους. Ξάπλωσα κάτω και φώναζα δυνατά, μην αντέχοντας τον πόνο, γι’ αυτό και απέφευγαν τον λάκκο όσοι από τους στρατιώτες ακολουθούσαν πίσω μου.

 Άκουσε τις φωνές μου ο μόνιμος αρχιλοχίας, που στεκόταν έξω απ’ αυτόν για παν ενδεχόμενο, γι’ αυτό και πήδηξε αμέσως μέσα προκειμένου να με συμπαρασταθεί.

 Προσπαθούσε να με καθησυχάσει αυτός, γι’ αυτό και έλεγε.

 – Μη φουβάσει ρε. Ιγώ ξέρου απου τα κατσίκια. Θα βάλω στην θέσ’ ητ’ του πόδι ΄ς κι έτς’ , δεν θα πουνάς.

 Πονούσα πολύ, γι’ αυτό και δεν είχα περιθώρια επιλογής. Επέτρεψα σ’ εκείνον τον βλάχο να κάνει ότι ήθελε, αρκεί να γλίτωνα από τον πόνο.  Έπιασε αυτός το πόδι μου και αφού το τέντωσε καλά, καλά, έβαλε το χέρι του μετά στο γόνατο μου και το πάτησε με δύναμη προς τα κάτω.

 Άκουσα ένα δυνατό κρακ τότε και το πόδι μου επανήρθε στην αρχική του θέση. Μαζί με αυτό, σταμάτησε και ο πόνος που είχα, γι’ αυτό και νόμισα ότι αυτό ήταν όλο κι όλο.

 Σηκώθηκα λοιπόν όρθιος με την βοήθεια του και αφού είδα ότι πατούσα καλά στο πόδι μου και χωρίς να έχω καμιά ενόχληση, μάζεψα το όπλο μου από κάτω και βγήκα από τον λάκκο έτσι όπως έπρεπε, σαν να μην μου είχε συμβεί τίποτε.

 Και όχι μόνο αυτό έκανα, αλλά πέρασα στην συνέχεια και από τα επόμενα εμπόδια του στίβου μας, έστω και αν ήμουν ο τελευταίος στην σειρά.

 Τελείωσε επιτυχώς και εκείνη η άσκηση όπως το επαλήθευαν τα πρακτικά της, για τον λόγο ότι είχαμε στο σύνολο, πέντε παρόμοια ατυχήματα σε στρατιώτες μας, τα οποία βέβαια συνέβησαν σε άλλα εμπόδια.

 Αφού όλα τελείωσαν λοιπόν, πήγαμε στους θαλάμους μας μετά, όπου και έπρεπε να ξεκουραστούμε πριν κοιμηθούμε. Ξέχασα τον τραυματισμένο μου, δεδομένου ότι καθόλου δεν με ενοχλούσε το γόνατο μου. Ξύπνησα κατά τις δύο όμως την νύχτα και ξύπνησα από πολύ δυνατούς πόνους.

 Οι πόνοι εστιαζόταν στο γόνατο μου, το οποίο και πρήστηκε πάρα πολύ.  Φοβήθηκε ο αξιωματικός υπηρεσίας όταν το είδε, γι’ αυτό και με έστειλε αμέσως στο ιατρείο του στρατοπέδου, προκειμένου να το εξετάσει εκείνη την ώρα ο γιατρός μας.

 Λοχαγός στον βαθμό ήταν ο γιατρός της μονάδας μας και αυτός έλειπε εκείνη την ώρα από το ιατρείο του, καθότι ήταν αξιωματικός και κοιμόταν στο σπίτι του. Ο στρατιώτης που έκανε χρέη νοσοκόμου, είδε το πόδι μου, αλλά και τι μπορούσε να κάνει; Μου έδωσε ένα χάπι και με έστειλε πίσω. Στο κρεβάτι μου.

 Έστειλαν άλλον να κάνει την υπηρεσία μου την επομένη το πρωί και όταν πια ήρθε ο γιατρός στην δική του υπηρεσία, πήγα να τον βρω. Αφού με κοίταξε όσο μπορούσε πιο πρόχειρα αυτός, είπε στο τέλος.

 – Δεν είναι τίποτε. Θα σου δώσω λίγα χαπάκια και θα γίνεις καλά.

 Θορυβήθηκα απ’ αυτά που άκουσα, γι’ αυτό και ρώτησα.

 – Μα μόνον με τα χαπάκια, θα γίνω καλά γιατρέ;

 Αντί άλλης απαντήσεως, είπε αυτός σχεδόν αδιάφορος.

 – Εγώ είμαι ο γιατρός, ή εσύ;

 Ήταν η πρώτη μου φορά που άκουγα κάτι τέτοιο από γιατρό, γι’ αυτό και δεν μπορούσα να το αποδεχθώ εύκολα.

 – Εσύ είσαι ο γιατρός. Αλλά πες μου σε παρακαλώ. Πως θα ξεπρηστεί το πόδι μου μόνο με τα χάπια;

 – Πάρε τα χάπια που σου δίνω είπε και μη λες πολλά.

 Τα χάπια που μου έδωσε ήταν σαν τις ασπιρίνες και όπως μου το είπε, τα πήρα. Τι μπορούσα να κάνω; Τα πήρα βέβαια και περίμενα να γίνω καλά.  Ούτε ελεύθερο υπηρεσίας δεν με έβγαλε εκείνος ο λοχαγός γιατρός.

 Τελικά είπα μέσα μου και στρατηγός να είναι κανείς, αν δεν σέβεται τον στρατιώτη του, όχι μόνον άχρηστος είναι, αλλά και επικίνδυνος είναι, έστω και αν είναι κατ’ επάγγελμα γιατρός.

 ‘Έσερνα το πόδι μου αφού δεν μπορούσα ούτε να το πατήσω, αλλά ούτε και να το κουνήσω χωρίς να πονώ και το έσερνα αυτό για δύο εβδομάδες περίπου.

 Ούτε και στα καθήκοντα μου μπορούσα να ανταποκριθώ εύκολα, αφού με εκείνο το πρησμένο γόνατο, ούτε τα πεντάλ του αυτοκινήτου μου μπορούσα να πατήσω χωρίς πόνο.

 Έκανα μεγάλη υπομονή ωστόσο, αν και υπέφερα αρκετά. Ευτυχώς για μένα, έλεγα μετά από λίγες μέρες, χωρίς να υπολογίζω βέβαια την βλάβη που απέκτησα, ότι σιγά, σιγά, ξεπρήστηκε το γόνατο μου και έτσι μπορούσα πλέον να το πατώ κανονικά.

 Δεν ήξερα τι ακριβώς είχα πάθει, αφού εκείνος ο γιατρός δεν με έστειλε στο νοσοκομείο για εξετάσεις και αφού δεν πονούσα πια, θεώρησα ότι τελείωσε το πρόβλημα μου εκεί και έτσι με τον καιρό, το ξέχασα.

 Και ο λοχαγός μου έβλεπε ότι έσερνα το πόδι μου, αλλά καλύπτοντας τον συνάδελφό του, τίποτε δεν έκανε για το δικό μου τραύμα, ξεχνώντας τελείως θαρρείς τα εύσημα που λάμβανε εξαιτίας μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *