Το Γραφείο Μου Και Οι Εξαγωγές

 Απασχολημένος όμως εγώ, με την δική μου εργασιακή αποκατάσταση, ξέχασα εντελώς τον βιομήχανο όπως και την συμπεριφορά του άλλωστε κι έτσι, πάλι άρχισα να τρέχω δεξιά κι αριστερά προς αναζήτηση εργασίας, αν και πουθενά δεν μπορούσα να ενταχθώ ως εργαζόμενος.

Μην απελπίζεσαι και μη σηκώνεις τα χέρια σου, έλεγε μια μέρα κι ο πνευματικός μου, εις απάντηση των όσων εγώ του εξιστόρησα, γύρω από αυτά που μου συνέβαιναν. Κάνε υπομονή έλεγε και μη το βάζεις κάτω. Δοκίμασε μάλιστα να κάνεις και κάτι δικό σου, όπως μου είπες προ καιρού και μη σταματάς τις προσπάθειες σου.

Πρέπει να δεχθείς με σύνεση δηλαδή, ότι δεν ήμαστε μόνοι μας σ’ αυτή τη ζωή. Είναι κι ο Θεός εδώ κι όλα τα βλέπει. Εσύ βεβαίως και το ξέρεις πολύ καλά αυτό, γι’ αυτό, μην απογοητεύεσαι και προχώρα.

Το σκεφτόμουν αυτό βέβαια, αλλά δεν είχα πολλά οικονομικά αποθέματα κι αυτό ήταν που με έκανε να διστάζω στην σκέψη του να ανοίξω ένα γραφείο εισαγωγών, εξαγωγών όπως το σκεφτόμουν, δεδομένου ότι και οι εμπειρίες μου, επέβαλαν να κινηθώ προς αυτήν την κατεύθυνση.

Θα μου προκαλούσε ένα επιπλέον έξοδο αυτό το γραφείο κι εγώ δίσταζα να το υποστώ, αφού τα όποια έξοδα του, θα επιβάρυναν την ήδη πνιγηρή οικονομική μου κατάσταση. Επειδή όμως ήδη είχα είκοσι χρόνια σχέσεις με το διεθνές εμπόριο κι επειδή ποτέ δεν σταμάτησαν να με επισκέπτονται έμποροι και παραγωγοί από όλο τον κόσμο προκειμένου να συναλλαγούν με όποιον ενδιαφερόμενο τους παρουσίαζα, αποφάσισα τελικά να ανοίξω εκείνο το γραφείο κι ότι μου προέκυπτε.

Τις πολιτικές εξελίξεις της χώρας μας βέβαια, όπως αρκετές φορές σας το έχω αναφέρει, καθόλου δεν τις εκτιμούσα, ως όλους δι όλου επιζήμιες, τόσο για εμάς όσο και για την πατρίδα μας, για τον λόγο ότι συνεχώς και ασυστόλως μας εξαπατούν οι πολιτικοί μας, με τις εκάστοτε μαγειρεμένες ίντριγκες που μας παρουσιάζουν, εις όφελος πάντα των εντολέων τους.

Στην ευρύτερη περιοχή των Βαλκανίων όμως, οι διεθνής συγκυρίες που πάντα δημιουργούνται για τα συμφέροντα αυτών που κρύβονται πίσω τους και δολίως τις επιβάλουν σε όλα τα κράτη του κόσμου, προκάλεσαν για τους δικούς τους λόγους όπως πάντα και για τα δικά τους συμφέροντα, χοντρά προβλήματα τότε στην γειτονική μας Σερβία και όχι μόνον.

Αφού δρομολόγησαν δηλαδή, αρκετές αιτίες για εχθροπραξίες στην ευρύτερη περιοχή, ενέπλεξαν μετά τους Σέρβους και τους Αλβανούς σε στρατιωτική αναμέτρηση. Και για να δικαιολογήσουν ύστερα την δική τους διεθνή ανάμιξη και εγκατάσταση στην περιοχή, υποχρέωσαν τους Σέρβους μόνον για τους δικούς τους λόγους πάντα, να ζουν σε εμπάργκο κατάσταση.

Με πρόσχημα μετά, την επιβολή ειρήνης δήθεν στην εν λόγω περιοχή, επέβαλαν και την μόνιμη τους εγκατάσταση στην ως άνω περιοχή, η οποία βέβαια, έγινε με όλους τους τύπους κι όπως αυτοί ξέρουν να μας παρουσιάζουν τέτοιες ενέργειες, ως απαραιτήτως επιβαλλόμενες.

Κι αφού ανέλαβαν να ξεκαθαρίσουν αυτοί, ως ειρηνευτική δύναμη πλέον το τοπίο, επενέβησαν επίσης όλα μαζί τα ενωμένα έθνη κατά των κακών Σέρβων όπως μας τους παρουσίασαν.

Υπερασπιζόμενοι στην συνέχεια τους καλούς Αλβανούς, κατατεμάχισαν στο τέλος τους Σέρβους σε κρατίδια, με την δικαιολογία ότι ήθελαν να τιμωρήσουν την αλαζονεία τους, οπότε, τους υποχρέωσαν τελικά να ζουν διαμελισμένοι στο εξής και σε μικρά κρατίδια, πάντα όμως για τους δικούς τους λόγους.

Αυτή η κατάσταση βέβαια, επέφερε πολλά κέρδη στους γείτονες μας Σκοπιανούς και Βούλγαρους, οι οποίοι προθύμως τους τροφοδοτούσαν λαθραία και με το αζημίωτο βέβαια τα πάντα, αν και τα χρήματα των Σέρβων, δεν ήταν αρκετά για την κάλυψη των αναγκών τους.

Πλήρωναν ωστόσο οι άνθρωποι, αλλά διπλά και τριπλά την αξία των όσων τους προμήθευαν οι κερδοσκόποι, οι οποίοι ερχόμενοι στην δική μας περιοχή, αγόραζαν τα πάντα για τους φτωχούς και διαμελισμένους Σέρβους.

Αυτοί δε, ερχόταν και σ’ εμένα κατά διαστήματα, αλλά δεν μπόρεσα να κάνω το παραμικρό γι’ αυτούς, αν και είχα από παλιά καλές σχέσεις με τους Σέρβους, οι οποίοι, συνέχισαν να ερχόταν και στο νέο μου γραφείο, αυτό δηλαδή που μαζί με ένα φίλο μου κι από καιρό πια διατηρούσα στην πόλη μας, προκειμένου να τους βρω τρόπο, ώστε να κάνουν μόνοι τους τις προμήθειες τους και χωρίς την συμμετοχή των μεσαζόντων, αλλά αυτό ποτέ δεν ευδοκίμησε.

Κι όταν πάλι βρήκαμε αργότερα τρόπο ώστε να κάνουμε κάτι γι’ αυτόν τον σκοπό, δεν είχαν χρήματα οι άνθρωποι να μας διαθέσουν. Με πίστωση, βεβαίως και μπορούσαμε να προβούν σε αγορές, αλλά ότι κι αν ήθελαν να αγοράσουν οι Σέρβοι, τους κόστιζαν διπλά και τριπλά όπως σας είπα και η συνολική αξία αυτών δεν ήταν καθόλου μικρή.

Μια μεγάλη Αμερικάνικη εταιρεία όμως, η οποία αδιαφορούσε εντελώς για το επιβαλλόμενο εμπάργκο στους Σέρβους, μου επέτρεπε πίστωση προκειμένου να προωθώ τα δικά τους κατεψυγμένα κοτόπουλα προς την χώρα τους, αλλά κανείς από τούς εμπόρους που μεσολαβούσαν, δεν είχε την δυνατότητα να εξασφαλίσει, ούτε και την προθεσμιακή εξόφληση των όσων ήθελαν να προμηθευτούν, οπότε, καμιά δουλειά δεν έκανα μαζί τους.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, φοβόμουν να επιχειρήσω εξαγωγές με πίστωση προς την Σερβία, γιατί δεν ήθελα να βρεθώ κι εγώ όπως πολλοί άλλοι τότε ανεπανόρθωτα χρεωμένος, στην προσπάθεια μου να βρω μια πυγή εισοδήματος, όσο κι αν την χρειαζόμουν εκείνο το διάστημα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *