Μετά από λίγο καιρό και αφού τακτοποιηθήκαμε εν τω μεταξύ στο δικό μας σπίτι πλέον, πήρε για την αδελφή μου μια επαγγελματική μηχανή ραπτικής ο πατέρας μου, με την οποία άρχισε να ράβει αυτή πουκάμισα στο σπίτι.
Μπήκε γρήγορα στο πνεύμα της οικιακής εργασίας για γυναίκα και από τότε και μετά έραβε συνεχώς πουκάμισα. Συμμετέχοντας κι εγώ κάπως στη δική της δουλειά, της έφερνα στο σπίτι τα κομμένα και τεμαχισμένα μέρη υφασμάτων που έπαιρνα από μια βιοτεχνία, τα οποία και επέστρεφα, όταν η αδελφή μου τα έραβε μεταξύ τους και αποτελούσαν ολοκληρωμένα πουκάμισα.
Έκανα αυτήν τη δουλειά, όχι μόνον γιατί τα πουκάμισα ήταν βαριά και δεν μπορούσε να τα σηκώσει η δεκατριάχρονη αδελφή μου, αλλά και για να μη χασομεράει, στο πήγαινε έλα στους δρόμους.
Όταν πάλι παρέδιδα τα έτοιμα πουκάμισα στη βιοτεχνία, περίμενα έστω και για λίγο μερικές φορές εκεί, έως ότου μου ετοιμάσουν την επόμενη παρτίδα που έπρεπε να πάρω μαζί μου. Μέχρι να γίνει αυτό όμως, έκανα ταχυδακτυλουργικά κόλπα στο μικρό παιδάκι του βιοτέχνη προκειμένου να το απασχολήσω, αφού όταν έμενε μόνο του αυτό έκανε πολλές ζημιές.
Για να μην κλαίει δε, όταν ερχόταν η ώρα να φύγω, ή για να γελάει μάλλον βλέποντας με να φεύγω, κατέβαινα από τον τρίτο όροφο του παλιού κτιρίου όχι από τις σκάλες, αλλά κάνοντας τσουλήθρα στην ξύλινη κουπαστή που είχαν τα προστατευτικά της κάγκελα.
Το έκανα σχεδόν πάντα αυτό και για ευνόητους λόγους, την βαριά τσάντα με τα κομμένα πουκάμισα την κρατούσα με το ένα μου χέρι και από την πλευρά που ήταν τα σκαλοπάτια, στην πρόθεση μου να προστατεύσω τον εαυτό μου από κάποια απρόσεχτη πτώση μου στο εσωτερικό της σκάλας.
Αυτό δεν ήταν να το παίρνει κανείς αψήφιστα, γιατί οι παλιές οικοδομές είχαν μεγαλύτερο ύψος από τις νέες και αν έπεφτα από τον τρίτο, ήταν σαν να έπεφτα από τον πέμπτο όροφο στο κενό μιας νέας οικοδομής.
Μαζί μ’ αυτό, μ’ ανησυχούσε και εκείνο το σίδερο από τα κάγκελα τις σκάλας, που για κάποιο ανεξήγητο λόγο, το είχαν ξεκολλήσει από την μια πλευρά της θέσης του οι ένοικοι και το στράβωσαν έτσι, που βρισκόταν τεντωμένο προς το κενό και το εσωτερικό της σκάλας.
– Έτσι και πέσει κάποιος στο κενό, έλεγα εγώ όταν το έβλεπα, μάλλον θα τον σχίσει στα δύο αυτό το σίδερο και επειδή το θεωρούσα πιθανό αυτό, το φοβόμουν. Αυτός ήταν και λόγος άλλωστε, που ρωτούσα τον εαυτό μου πάλι, όταν ανατρίχιαζα στην ιδέα να πέσω εγώ πάνω του.
– Μα γιατί το έκαναν αυτό; αφού πουθενά και σε τίποτε δεν εξυπηρετεί;
Αυτά σκεφτόμουν εγώ κάθε φορά που ανέβαινα από τις σκάλες εκείνης της οικοδομής, αφού δεν είχαν ασανσέρ και όντως πρόσεχα μην πέσω στο κενό, όταν έκανα όπως είπα τσουλήθρα, για να γελάει εκείνος ο μικρός.
Καθυστερούσαν όμως να μου δώσουν τη νέα δουλειά μια μέρα, γι’ αυτό και θέλησα να κάνω μια βόλτα στην αγορά μέχρι να μου την ετοιμάσουν. Για να κάνω τον μικρό να γελάσει φεύγοντας, αφού τον είδα να παίρνει θέση στις σκάλες για το καθημερινό μας παιχνίδι, καβάλησα όπως πάντα την κουπαστή και κάνοντας την συνηθισμένη τσουλήθρα, κατέβαινα με φόρα στο ισόγειο από τον τρίτο όροφο.
Γελούσε ο μικρός με όσα έβλεπε κι εγώ σήκωσα το κεφάλι μου να τον δω. Έχασα την ισορροπία μου όμως και πριν προλάβω να πιαστώ από κάπου, βρέθηκα να πέφτω στο κενό και με το κεφάλι προς τα κάτω.
Δεν μπορούσα να κάνω κάτι, ώστε να βοηθήσω τον εαυτό μου έτσι όπως τα κατάφερα και μαζί μ’ αυτό, έβλεπα να με απειλεί στ’ αλήθεια πλέον εκείνο το προεξέχον σίδερο από τα κάγκελα της σκάλας που σας ανέφερα.
Για όποιον λόγο κι αν το στράβωσαν προς τα μέσα, οι ένοικοι μάλλον, καθόλου δεν σκέφτηκαν αυτόν που πιθανώς θα έπεφτε σαν και μένα εκεί μέσα, γι’ αυτό και πέφτοντας εγώ, όντως κινδύνευα να ξεσχιστώ όπως και το φοβόμουν.
Πλησίασα αρκετά κοντά σ’ εκείνο το προεξέχων σίδερο πέφτοντας και σκεφτόμουν τον πόνο που θα ένιωθα όταν θα μου έκανε αυτό που έβλεπα να είναι σίγουρο. Δεν ξέρω όμως να σας πω το πως έγινε αυτό, αφού εγώ δεν μπορούσα να κάνω καμιά ενέργεια από μόνος μου, αλλά έκανα μια τούμπα στον αέρα ξαφνικά και με εκείνη την τούμπα απέφυγα το σίδηρο.
Το απέφυγα βέβαια, αλλά και πέρασα τόσο ξυστά απ’ αυτό, που σκάλωσε το μπλουζάκι μου στο ημικύκλιο της άκρης του και αυτό έγινε αιτία, ώστε να κρεμαστώ από εκεί.
Το ότι κρεμάστηκα όμως από το μπλουζάκι μου, είχε σαν αποτέλεσμα το να αλλάξω θέση και να πέφτω πλέον με τα πόδια προς τα κάτω. Λύγισε το κάγκελο προκειμένου να συγκρατήσει αυτόν που σκάλωσε πάνω του και αυτό μείωσε αρκετά την ταχύτητα της πτώσης μου.
Σκίστηκε όμως το μπλουζάκι μου μην αντέχοντας το βάρος μου και αυτό συνετέλεσε, ώστε να πέφτω πλέον, ελεγχόμενα μεν, αλλά από τον πρώτο όροφο προς το ισόγειο και όχι από τον τρίτο που βρέθηκα στο κενό.
Εκείνο το απειλητικό προεξέχον κάγκελο λοιπόν, από εχθρός που μου φαινόταν αρχικά, μετετράπη εκ των υστέρων σε πολύ καλό μου φίλο. Αφού με συγκράτησε πρώτα, μείωσε μετά την ταχύτητα της πτώσης μου και αφού έσκισε το μπλουζάκι μου στην προσπάθεια του να με σώσει, με άφησε ύστερα να πέσω ελεγχόμενα και με τα πόδια προς τα κάτω.
Πέφτοντας λοιπόν με τα πόδια, έπεσα πάνω σε μια τεράστια ξυλόκασα που υπήρχε εκεί για κάποιο λόγο και αυτή ήταν τόσο μεγάλη, που γέμιζε με τον όγκο της το μεγαλύτερο μέρος του ισογείου χώρου της οικοδομής.
Με το βάρος του σώματος μου όμως και με την ταχύτητα που είχα πέφτοντας πάνω της, έσπασα με τα πόδια μου τις σανίδες της και έτσι χωρίς να το περιμένω, βρέθηκα χωμένος στο εσωτερικό της.
Έγινε μεγάλος θόρυβος τότε και αυτό ανάγκασε τους ανθρώπους των γύρω καταστημάτων να βγουν έξω έντρομοι, προκειμένου να μάθουν τι συνέβη. Ζητούσαν πληροφορίες ο ένας από τον άλλον για την αιτία του θορύβου, όπως και για την προέλευσή του, αλλά όσο κι αν έψαχναν τίποτε δεν μπορούσαν να βρουν, αφού δεν έβλεπαν τον λόγο που τον προκάλεσε.
Τους άκουγα που μιλούσαν, γι’ αυτό και φώναζα μέσα από την ξυλόκασα να με βγάλουν έξω, γιατί εκεί μέσα δεν μπορούσα να αναπνεύσω.
– Βγάλτε με έξω από εδώ ρε παιδιά, τους έλεγα. Δεν μπορώ να αναπνεύσω.
Από τα ξερά χόρτα που υπήρχαν μέσα στην ξυλόκασα, διαπίστωνα ότι γυαλικά είχε αυτή όταν την έφεραν εκεί, αφού αυτά έτσι τα προστάτευαν τότε όταν τα μετέφεραν.
Ευτυχώς για μένα όμως, η ξυλόκασα ήταν άδεια, γι’ αυτό και δεν έγινα κομμάτια. Τα χόρτα όμως με εμπόδιζαν να αναπνεύσω και αυτός ήταν ο λόγος που τους ζητούσα να με βγάλουν έξω.
– Που είσαι, έλεγαν αυτοί. Ποιος είσαι; Και από που να σε βγάλουμε;
Ήταν πολύ μεγάλη και ψηλή εκείνη η ξυλόκασα και αυτό τους εμπόδιζε να δουν την τρύπα που της έκανα εγώ πέφτοντας. Δεν μπορούσαν να φανταστούν και τον λόγο, όπως και τον τρόπο που θα μπορούσε να μπήκε κάποιος εκεί μέσα, γι’ αυτό και δεν με αναζητούσαν στο εσωτερικό της.
Φώναζαν λοιπόν αυτοί, φώναζα εγώ και άκρη δεν έβγαινε, μέχρι που άκουσα κάποιον να τους λέει.
– Μέσα από την ξυλόκασα μας μιλάει αυτός. Φέρτε τα σκεπάρνια να την ξηλώσουμε, μήπως και καταλάβουμε το πως βρέθηκε εκεί.
Την ξήλωσαν λοιπόν αυτοί στα γρήγορα και ενώ με έβγαζαν έξω, όλοι μαζί ρωτούσαν με απορία να τους απαντήσω.
– Μα πώς μπήκες εδώ μέσα;
Βλέποντας όμως τις πληγές και τα γδαρσίματα που είχα στα χέρια μου, κατάλαβαν τι έγινε, γι’ αυτό και περιορίστηκαν στο να μου προσφέρουν πρώτες βοήθειες. Ο μικρός που νόμιζε ότι όλο αυτό ήταν ένα από τα ταχυδακτυλουργικά κόλπα που του έκανα, είχε τρελαθεί στο γέλιο και γελούσε τόσο, που δεν μπορούσε να τον σταματήσει η μητέρα του.
Ωστόσο και όταν όλα ξεκαθάρισαν, έφυγα από κει με πολλά τραύματα και ποτέ ξανά δεν επανέλαβα το ίδιο κόλπο όταν πήγαινα εκεί, όσο και αν έκλαιγε ο μικρός του βιοτέχνη ζητώντας να το ξαναδεί.
Μετά από όσα μου συνέβησαν σ’ εκείνη τη σκάλα και αφού πέρασαν αρκετές μέρες ακόμη, έκανα τον απολογισμό των φίλων μου, θέλοντας να εντάξω τούς νέους που απέκτησα από την νέα γειτονιά, στις ομάδες των παλαιοτέρων και όπως το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα, ήταν πολλοί αυτοί και όλοι μαζί απαριθμούσαν πλέον των εκατό συνομηλίκων μου, με τους οποίους εκτός από την ομαδική, είχα και προσωπική σχέση με τον καθένα.
Μ’ εμπιστευόταν όλοι τους και αυτός ήταν ο λόγος που ποτέ δεν μέναμε μόνοι μας στο σπίτι, αφού μας έκαναν πολλές και συχνές επισκέψεις. Εγώ βέβαια, ποτέ μου δεν έμενα μόνος τότε, αφού με συνόδευε πάντα η κολλητή μου συμμαθήτρια και μαζί της, δεν ήξερα σε ποιο πρώτα να πάμε από τα πάρτι, που τότε ήταν της μόδας και κάθε λίγο και λιγάκι, κάπου και σε κάποιο φιλικό σπίτι γινόταν.
Όταν όμως ήρθε το τέλος και εκείνης της σχολικής περιόδου, βρέθηκα όπως πάντα και πάλι μετεξεταστέος στα αρχαία και τα λατινικά και όπως ήταν φυσικό, άκουσα τα εξ αμάξης από τον πατέρα μου, αφού για κανένα λόγο δεν μπορούσε να δικαιολογήσει αυτό το αποτέλεσμα.
Στεναχωρήθηκε πάλι μαζί μου, γιατί και αυτόν τον απασχολούσε το τι θα έκανα στην ζωή μου με τόσα προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζα, όπως και με το ποια δουλειά στα χέρια θα μπορούσα να την αντεπεξέλθω.
Αυτός ήταν και λόγος άλλωστε, που και αυτός έψαχνε μαζί με μένα να βρει κάποια δουλειά που θα μπορούσα να κάνω κι εφόσον δεν την έβρισκε, με έσπρωχνε συνέχεια προς το εμπόριο, αφού μόνον αυτό ήξερε να κάνει.
Υπολογίζοντας μάλλον ότι θα παραμείνω κοντά του και θεωρώντας ότι αυτή ήταν και η πιο πιθανή λύση, με το κλείσιμο των σχολείων εκείνης της περιόδου, κανόνισε να με στείλει δίπλα σε έναν Εβραίο δάσκαλο του εμπορίου, προκειμένου να μάθω από αυτόν τα απαραίτητα γι’ αυτή τη δουλειά.
Ήταν καλός ως δάσκαλος αυτός και δέχονταν να κάνει τρίμηνα σεμινάρια στο μαγαζί του, σε όσους ήθελαν να τα παρακολουθήσουν. Μόνον εγώ τα παρακολουθούσα εκείνο το καλοκαίρι και πράγματι έμαθα πολλά δίπλα του.
Επέλεξε αυτή την καινοτομία τότε ο πατέρας μου, σκεπτόμενος ότι θα ήταν καλό για μένα να μάθω το πως πρέπει να ενεργώ ως επιχειρηματίας, όταν θα έμπαινα αργότερα στην επιχείρηση μας, αφού όπως το έβλεπε, δεν μπορούσα να σιγουρέψω το μέλλον μου με τα γράμματα.
Εν τω μεταξύ, ήρθε και η μητέρα μου όπως και η μικρή μας να μείνουν πλέον μαζί μας, εγκαταλείποντας οριστικά το χωριό. Ερχόμενη, έφερε μαζί της κάτι υπόλοιπα από τα υφάσματα που της έμειναν, όπως και κείνο το μπακαλοτεύτερο, μέσα στο οποίο ήταν περασμένα τα απλήρωτα χρέη των πελατών μας, αυτά που όπως είπαμε, αδυνατούσαν αυτοί να τα εξοφλήσουν, αφού όλοι τους βρίσκονταν ως μετανάστες πλέον στη Γερμανία και στο Βέλγιο.
Το ποσό που μας όφειλαν οι πελάτες μας ήταν συνολικά κοντά στα δυόμισι εκατομμύρια δραχμές εκείνης της εποχής, τα οποία ήταν οριστικά χαμένα, έστω και αν οι γονείς μου ήθελαν να ελπίζουν, ότι, όταν ποτέ επέστρεφαν οι οφειλέτες από τα ξένα, θα τους τα εξοφλούσαν.
Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που έβαλαν εκείνο το μπακαλοτεύτερο σε περίοπτη θέση μέσα στο σπίτι μας, εκεί όπου βάζουμε ότι πολυτιμότερο έχουμε δηλαδή, γιατί το μπακαλοτεύτερο ήταν το ταμιευτήριο όλων των κόπων τους και όπως ήταν λογικό, δεν μπορούσαν να το πετάξουν.
Εγκατασταθήκαμε λοιπόν σε κείνο το σπίτι που είχαμε στον τρίτο όροφο της πολυκατοικίας και η αδελφή μου μαζί με τη μητέρα μου πλέον, έραβε τα πουκάμισα που εγώ τους έφερνα από την βιοτεχνία. Τις πρώτες πρωινές ώρες παρακολουθούσα τα σεμινάρια του Εβραίου δάσκαλου και μετά απ’ αυτόν, πήγαινα στην επιχείρηση μας, προκειμένου να σταθώ δίπλα στον πατέρα μου, στο εργαστήριο μας της ζαχαροπλαστικής.
Μιχάλης Αλταλίκης