Το Χαλάρωμα Στη Μπανιέρα

to_prasino_karoΜπήκαμε στο καλοκαίρι όμως εκείνης της χρονιάς κι όπως κάναμε πάντα, από πολύ νωρίτερα μας απασχόλησε και τότε, το πώς θα αντιμετωπίζαμε τις θερινές μας διακοπές.

 Προκειμένου να διευθετήσω κι αυτό το θέμα λοιπόν, έπιασα κι έβαλα όλες τις δουλειές του γραφείου μου σε μια σειρά προτεραιότητας, έτσι ώστε καμιά από αυτές να μην εμποδίζει τις διακοπές μου, αλλά και η μία πίσω από την άλλη να ακολουθούν όλες μαζί την προσδιορισμένη από την δουλειά μας διαδικασία διεκπεραίωσης τους.

 Το προσωπικό μου έργο άλλωστε εκεί τελείωνε διαδικαστικά, αφού αυτό που είχα να κάνω μετά από κάθε μεταφορά που αναλάμβανα να διεκπεραιώσω για τον εκάστοτε πελάτη μας, ήταν το να ενημερώνω εγγράφως τους προϊσταμένους των τμημάτων μας, το τι ακριβώς θα ήθελα να μεταφερθεί, από ποιά χώρα, από ποιό υποκατάστημα μας, με ποιόν τρόπο μεταφοράς, με ποια οικονομική συμφωνία, αλλά και για ποιόν πελάτη μας συγκεκριμένα.

 Από εκεί και μετά, οι εκάστοτε αρμόδιοι από τους πενήντα συναδέλφους μου είχαν την δικαιοδοσία να αναλάβουν την διεκπεραίωση των οδηγιών που έβλεπαν να αναγράφονται, στα έγγραφα που τους παρέδιδα.

 Αφού λοιπόν καμιά από αυτές δεν με δέσμευε κι αφού μπορούσα να λείψω από το γραφείο μου ένα ολόκληρο μήνα, όπως μου το διαβεβαίωνε κι ο διευθυντής μας, άρχισα να κάνω ανενόχλητος στην συνέχεια τα σχέδια μου, για το πώς και με ποιό τρόπο θα οργάνωνα τις οικογενειακές μας διακοπές.

 Εκείνες οι δύο μεγάλες δουλειές που είχα στα σκαριά, θα μπορούσαν να χαλάσουν τα σχέδια μου, αλλά όπως αποδείχτηκε κι αυτό από το δικό τους πρόγραμμα, δεν θα ήταν έτοιμες προς διαπραγμάτευση νωρίτερα από τον Οκτώβριο μήνα.

 Ωστόσο κι αυτές τις είχα δρομολογήσει κατά κάποιο τρόπο. Τόσο αυτήν που περίμενα να με καλέσουν στην Αλεξανδρούπολη για την διευθέτηση της, όπως κι αυτήν με τα εσώρουχα που έπρεπε να επισκεφτώ πάλι την περιοχή της Ξάνθης, όταν βέβαια θα ήταν έτοιμος ο πελάτης μου, δεδομένου ότι περίμενα τα αποτελέσματα των διαβουλεύσεων που έκαναν οι Αμερικάνοι συνάδελφοι μου, με το εργοστάσιο παραγωγής των μηχανημάτων του.

 Ενώ λοιπόν εμείς βρισκόμασταν στην αναμονή για το πώς θα κάναμε τις θερινές μας διακοπές, ήρθε κι ο καιρός να βαπτίσουμε το πρώτο μας παιδί, γι’ αυτό και μετά πολύς σπουδής κι επισημότητας, πήγαμε στην εκκλησία της ενορίας μας, όπου και του δώσαμε το όνομα του πατέρα μου.

 – Κωνσταντίνος.

 Κωνσταντίνος φώναξε δυνατά ο παπάς κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό, χάρηκαν και οι δύο παππούδες, δεδομένου ότι είχαν το ίδιο όνομα.

  Βαπτίστηκε ο Κωνσταντίνος μας λοιπόν και μετά από την βάπτιση του, πήγαμε όλοι μαζί στο σπίτι μας, όπου και ακολούθησε το προβλεπόμενο  για τέτοιες περιπτώσεις οικογενειακό μας τσιμπούσι.

 Ωστόσο, με αρκετή αγωνία περιμέναμε να δούμε εκ των υστέρων, αν θα αρχίσει να τρώει κανονικά πια ο Κωνσταντίνος μας όπως το υποστήριζε στην γυναίκα μου η Κωνσταντινουπολίτισσα γιαγιά της, για τον λόγο ότι αυτός ήταν όχι μόνον άυπνος, αλλά κι άφαγος θα έλεγα, αφού τίποτε δεν έτρωγε.

– Από εδώ και μετά θα τρώει το παιδί, μη στεναχωριέσαι.

 Αυτό υποστήριζε η γιαγιά μας, αλλά ο δισέγγονος της Κωνσταντίνος, δεν την άκουγε, γι’ αυτό και ταλαιπωρούσε και την γυναίκα μου και την πεθερά μου που τον κρατούσε τα πρωινά, προκειμένου να εργάζεται η κόρη της στο μηχανουργείο του πατέρα της.

  Έβαζε η πεθερά μου το πρωί μια μπουκιά στο στόμα του Κωνσταντίνου και αυτός την μασούσε μέχρι το απόγευμα. Όταν ερχόταν η γυναίκα μου στο σπίτι το απόγευμα, του έδινε άλλη μία μπουκιά, την οποία κρατούσε αμάσητη μέχρι τα μεσάνυχτα.

 Και για να μη κοιμηθεί με το στόμα γεμάτο, ο οποίος ποτέ δεν κοιμόταν, αναγκαζόταν η γυναίκα μου να του ξεπλένει το στόμα με νερό. Όπως καταλαβαίνεται λοιπόν, με αγωνία έλεγε πια αυτή στον συγγενή μας παιδίατρο, όταν αυτός ερχόταν καθημερινά σχεδόν να εξετάσει τον μικρό μας Κωνσταντίνο.

 – Δεν τρώει γιατρέ. Τι θα κάνω με αυτό το παιδί;

 – Τίποτε δεν θα κάνεις της έλεγε εκείνος. Αν τον αφήσεις νηστικό, θέλεις δεν θέλεις εσύ, αυτός θα φάει.

 – Μα θα πεθάνει από την πείνα γιατρέ. Επέμενε να του λέει η γυναίκα μου.

 – Μη στεναχωριέσαι και δεν είναι χαζός αυτός, ώστε να πεθάνει από την πείνα. Άφησε τον να φάει όταν θελήσει αυτός και τότε θα δεις ότι βεβαίως και θα φάει.

Και τρεις μέρες πάντως να τον αφήσεις νηστικό, μη το φοβάσαι και δεν θα πάθει τίποτε. Ίσα, ίσα, που θα φάει με όρεξη.

 Της τα έλεγε βέβαια ο γιατρός, αλλά η γυναίκα μου φοβόταν και δεν έλεγε να ακούσει την συμβουλή του, γι’ αυτό και παιδευόταν όχι μόνον τότε, αλλά πολλά χρόνια μετέπειτα για τον ίδιο λόγο.

 Αυτά λοιπόν μας έκανε ο Κωνσταντίνος μας τότε αν και ήταν πολύ μικρός κι όπως ήταν λογικό κι αυτό, μας απασχολούσε και το τι θα του δίναμε να φάει, όταν θα ήμασταν σε διακοπές. Μέχρι να φτάσουμε εκεί όμως τον υπομέναμε, έστω και μετά δυσκολίας.

 Εν αναμονή των διακοπών μας λοιπόν ευρισκόμενοι, απέστρεψα πολύ νωρίτερα από την συνηθισμένη μου ώρα στο σπίτι ένα μεσημέρι κι έτσι όπως ήμουν ιδρωμένος από την καλοκαιρινή ζέστη, σκέφτηκα να κάνω ένα ντούζ πριν καθίσουμε για φαγητό.

 Σαν είδε η γυναίκα μου να μπαίνω στο σπίτι πριν την συνηθισμένη μου ώρα, έλεγε με κάποια ανησυχία, αφού έβλεπε ότι δεν ήταν ακόμη έτοιμο το φαγητό της.

 – Δεν σε περίμενα τόσο νωρίς. Κάνε όμως υπομονή, γιατί το φαγητό δεν είναι ακόμη έτοιμο.

 – Δεν πειράζει της είπα. Έως ότου κάνω εγώ ένα ντούζ, εσύ θα βρεις τον χρόνο να το ετοιμάσεις.

 Αυτά της είπα και την άφησα μόνη στην κουζίνα της, ενώ εγώ πήγα να κάνω αυτό που σκέφτηκα. Όταν όμως μπήκα στο μπάνιο, είδα ένα βάζο να βρίσκεται επάνω στην εταζέρα του.

 Αυτό βέβαια από καιρό το έβλεπα εκεί, αλλά ποτέ μου δεν ενδιαφέρθηκα να μάθω, τι ήταν εκείνα τα μπλε που έβλεπα να είναι στο εσωτερικό του κι έμοιαζαν με σβόλους, ή με κάτι σαν πολύ χοντρό αλάτι.

 Αφού λοιπόν δεν ήξερα τι ήταν εκείνοι οι μπλε κόκκοι, σκέφτηκα να ρωτήσω την γυναίκα μου να μου εξηγήσει όχι μόνον τι ήταν, αλλά και για ποιό λόγο τους είχαμε στο μπάνιο μας.

 – Ιάνθη; Ένα βάζο είναι εδώ κι έχει μέσα κάτι μπλε κόκκους. Ξέρεις να μου πεις τι είναι αυτά και γιατί τα έχουμε εδώ;

 – Ένα χρόνο είναι αυτό το βάζο εκεί. Τώρα το είδες; Η θεία μου το έφερε από την Αυστραλία κι εσύ, σημασία δεν του έδωσες.

 – Μα εγώ δεν ξέρω τι είναι, πως να του δώσω σημασία;

 Αυτό της είπα και στην συνέχεια πήρα το βάζο στα χέρια μου να δω, όπως και να επεξεργαστώ με ενδιαφέρον μάλιστα το περιεχόμενό του.

 Σαν να κατάλαβε η γυναίκα μου τι έκαναν εκεί, γι’ αυτό και μου έδινε οδηγίες από την κουζίνα της, για το πώς μπορούσα να χρησιμοποιήσω εκείνους τους μπλε κόκκους.

– Γέμισε την μπανιέρα με νερό και μετά ρίξε μέσα σ’ αυτό λίγο από το μπλε αλάτι του βάζου. Ξάπλωσε μετά στην μπανιέρα και θα δεις ότι αυτό, θα σε κάνει να χαλαρώσεις.

 Άκουσα τις οδηγίες της, αλλά και της απάντησα έχοντας ακόμη ανοιχτή την πόρτα του μπάνιου.

 – Ποτέ μου δεν σκέφτηκα να κάνω κάτι τέτοιο, γιατί να το κάνω τώρα;

 – Για να χαλαρώσεις. Αλλά από χωριό δεν είσαι; Πού να ξέρεις εσύ από τέτοια?

 Πράγματι λοιπόν και δεν ξάπλωσα άλλη φορά μέσα σε μια μπανιέρα με νερό, έχοντας για σκοπό μου το να χαλαρώσω. Μου θυμίζει φέρετρο με το σχήμα της αυτή, γι’ αυτό και ποτέ μου δεν σκέφτηκα να μπω εκεί μέσα ξαπλωμένος και μάλιστα με την θέληση μου.

 Έλα όμως που με πείραξε αυτό που μου είπε, για το ότι οι χωριάτες σαν κι μένα δεν ξέρουν να χαλαρώνουν, γι’ αυτό και πήρα την απόφαση να της αποδείξω το αντίθετο.

 Γέμισα λοιπόν την μπανιέρα με νερό κι αφού έριξα εκεί μέσα αρκετό από κείνο το μπλε αλάτι, έκλεισα την πόρτα του μπάνιου πίσω μου και μπήκα με μπόλικο θάρρος στην μπανιέρα.

 Κάθισα για τα καλά στην συνέχεια μέσα σ’ εκείνον τον υγρό τάφο κι έτσι όπως κάθισα, έβλεπα το νερό να με σκεπάζει μέχρι και τα πλευρά μου, οπότε πήρα το σαπούνι στα χέρια μου κι άρχισα να σαπουνίζομαι πρώτα.

 Δεν ήξερα βέβαια πώς ήταν το να χαλαρώνει κανείς μέσα σε μια μπανιέρα, γι’ αυτό κι έκανα μπόλικη σαπουνάδα, όπως κι ανακάτεψα αρκετά το νερό στην προσπάθεια μου να διαλύσω με αυτόν τον τρόπο και γρήγορα μάλιστα το μπλε αλάτι που του έριξα, ελπίζοντας όπως κατανοείτε, ότι κάπως έτσι θα έπρεπε να είναι το νερό προκειμένου να αισθανθώ το χαλάρωμα που μου έβαζε η γυναίκα μου να γνωρίσω, αν δεν ήθελα να παραμείνω διαπαντός χωριάτης.

 Προκειμένου να φτάσω με αυτόν τον τρόπο λοιπόν στην αίσθηση της επιδιωκόμενης χαλάρωσης, γλίστρησε κάποια στιγμή το σαπούνι από τα χέρια μου και χάθηκε κάτω από τα αλατισμένα μπλε νερά.

 Όσο κι αν το έψαχνα όμως στην συνέχεια, τόσο με τα χέρια, όσο και με τα πόδια μου εκεί κάτω και στον πάτο της μπανιέρας, τίποτε δεν κατάφερνα. Κι ολόκληρος που μπήκα κάποια στιγμή κάτω από το νερό, πουθενά δεν μπόρεσα να το εντοπίσω, γι’ αυτό και τοποθετήθηκα ξανά στην καθιστή θέση κι έπαψα να το ψάχνω.

  Δικαιολογούσα τον λόγο που μου έφυγε το σαπούνι από τα χέρια όπως και το ότι δεν το εύρισκα πουθενά, δεδομένου ότι είχε λεπτύνει αυτό από τις προηγούμενες χρήσεις κι έτσι λεπτό όπως ήταν, εύκολα μπορούσε να κάνει και τα δύο.

 Ας χαλαρώσω πρώτα σκέφτηκα και μετά το ψάχνω με την ησυχία μου. Κι ενώ χαλάρωνα, ρωτούσα και την γυναίκα μου μέσα από την μπανιέρα να μου πει, γιατί δεν πέταξε αυτό το λεπτό σαπούνι και στην θέση του να βάλει άλλο, αλλά δεν μου απάντησε.

 Μαγείρευε αυτή κι όπως το είχε στην συνήθεια της κι αυτό από την γιαγιά της, τραγουδούσε το φαγητό της μέχρι να ετοιμαστεί, γι’ αυτό και δεν της ήταν εύκολο να ακούσει τα ερωτήματα μου. Ήταν κλειστή και η πόρτα του μπάνιου, οπότε, με το δίκαιο της και δεν απαντούσε.

 Την άφησα να τραγουδά λοιπόν αφού της άρεσε κι ελεύθερος πλέον από άλλα ερωτήματα, αφέθηκα στο να χαλαρώνω ξαπλωμένος μέσα στην μπανιέρα, αποδεικνύοντας έτσι ότι και οι χωριάτες ξέρουν να χαλαρώνουν όταν τους δοθεί η ευκαιρία.

 Προσηλωμένος στην χαλάρωση μου όμως, ξέχασα ότι το λεπτό σαπούνι ήταν κάπου εκεί μέσα, γι’ αυτό κι όταν πια βαρέθηκα να χαλαρώνω, προσπάθησα να σηκωθώ.

 Τράβηξα λοιπόν το δεξί μου πόδι προς τα πίσω γι’ αυτόν τον σκοπό και το έβαλα να πατά στον πάτο της μπανιέρας. Έδωσα μετά ώθηση στο σώμα μου με την βοήθεια και τον χεριών μου που στηριζόταν στις κουπαστές της, οπότε ήλπιζα ότι και θα σηκωθώ.

 Δεν κατάλαβα τι έγινε όμως κι αντί να σηκωθώ, βρέθηκα ξαπλωμένος στο πάτο της μπανιέρας και σκεπασμένος μάλιστα ολόκληρος από τα νερά της, όπου και κατάπινα χωρείς να το υπολογίζω σαπουνάδες και μπλε άλατα.

 Τρόμος με κατέλαβε εκεί κάτω, αλλά και φόβος μαζί από το αναπάντεχο, γι’ αυτό κι έλεγα στον εαυτό μου.

 – Ώ ρε τι έπαθα. Πήγα να χαλαρώσω κι αντί αυτού κινδυνεύω να πνιγώ.

 Μη θέλοντας να το δεχτώ όμως αυτό, βρήκα την δύναμη και δοκίμασα να σηκωθώ για δεύτερη, όπως και για τρίτη, όπως και για πολλές φορές ακόμη, αλλά ήταν αδύνατον να σηκωθώ μέσα από εκείνο το υγρό τάφο, όσο κι αν το προσπαθούσα.

 Απογοητευμένος λοιπόν από τις άκαρπες προσπάθειες μου, πάλι έλεγα.

 – Τι το ήθελα εγώ το χαλάρωμα;

 Το έλεγα βέβαια, αλλά και δεν τα παρατούσα. Μάζευα το δεξί μου πόδι και πάλι έδινα ώθηση στον εαυτό μου ώστε να σηκωθώ, αλλά και κάτι γινόταν εκεί που δεν μπορούσα να εξηγήσω και ξανά κατέληγα φαρδύς πλατύς κάτω από τις σαπουνάδες.

 Δεν ξέρω να σας πω, πόσες φορές μπήκα κάτω από αυτές και πόσες φορές βγήκα έξω προκειμένου να πάρω λίγη ανάσα, αλλά κάθε φορά που έπεφτα μέσα στην μπανιέρα, χτυπούσαν οι αγκώνες μου όπως και το κεφάλι μου, πάνω στις κουπαστές της.

 Και δεν πάθαινα μόνον αυτό, γιατί με την φόρα που έμπαινα εκεί κάτω, έβγαιναν τα πόδια μου έξω από την άλλη πλευρά της μπανιέρας κι αυτό δυσκόλευε ακόμη περισσότερο τον σκοπό μου, αφού πουθενά δεν μπορούσα να πατήσω προκειμένου να βγάλω το κεφάλι μου έστω και λίγο έξω από τις σαπουνάδες.

 Όταν πια έβγαινα μετά από πολλούς κόπους από το νερό, δεν μπορούσα να υποφέρω το τσούξιμο που ένιωθα στα μάτια, εξαιτίας του οποίου και τίποτε δεν έβλεπα.

 Κάτω από αυτές τις συνθήκες ευρισκόμενος λοιπόν, δικαιολογημένα πια φοβόμουν ότι θα πνιγώ κι αφού δεν μπορούσα να σηκωθώ από μόνος μου, άρχισα πλέον να ζητώ στα σοβαρά βοήθεια από την γυναίκα μου.

Τραγουδούσε όμως αυτή όπως άκουγα, γι’ αυτό και τίποτε δεν έκανε από όσα της ζητούσα. Απελπισμένος λοιπόν από τις άκαρπες προσπάθειές μου, αλλά και πολύ θυμωμένος μαζί της, την απειλούσα μέσα από την μπανιέρα έστω και αν ήξερα ότι δεν άκουγε τις απειλές μου.

 – Δεν θα βγω έξω; Θα δεις τι έχω να σου κάνω. Θα σε βάλω να καταπιείς όλη την μπανιέρα, που με έχωσες εδώ μέσα.

 Ότι κι αν της έλεγα όμως, τίποτε δεν άκουγε, γι’ αυτό κι επέμενε να τραγουδά εκείνο το παλιό τραγούδι που λέει, ‘’ετίναξα την ανθισμένη αμυγδαλιά’’.

 Ενώ εγώ πνιγόμουν δηλαδή, αυτή τραγουδούσε. Κι επειδή ήταν η μόνη που θα μπορούσε να με βοηθήσει, θύμωσα μαζί της και θύμωσα για τα καλά θα έλεγα βλέποντας την αδιαφορία που δήλωνε για μένα με την συμπεριφορά της, γι’ αυτό κι εξακολουθούσα να της απευθύνω απειλές με τις σαπουνάδες στο στόμα.

 – Άμα θα βγω έξω, τότε θα δεις εσύ, πως και με τι θα τινάξω εγώ εσένα.

 Όσα κι να της έλεγα όμως, στον βρόντο πήγαιναν όλα αφού δεν τα άκουγε κι όπως πολύ καλά το έβλεπα να γίνεται, θα πνιγόμουν αβοήθητος.

 Ήταν πια βέβαιο ότι θα γίνει κάτι τέτοιο έτσι όπως εξελισσόταν το πράγμα,  είτε από τα πολλά χτυπήματα που δεχόμουν στο κεφάλι, είτε από τις σαπουνάδες και τα πολλά αλατισμένα νερά που κατέβαζα ανεξέλεγκτα.

 Για να βοηθήσω τον εαυτό μου λοιπόν, έψαχνα να βρω μόνος την λύση στο πρόβλημα μου και γι’ αυτόν τον σκοπό έκανα ένα σορό προσπάθειες επιδιώκοντας να σηκωθώ, αλλά πάντα χωρίς αποτέλεσμα.

 Και την τάπα της μπανιέρας που σκέφτηκα να τραβήξω με τα χέρια στην προσπάθεια μου να την αδειάσω τίποτε δεν τα κατάφερα, όπως δεν κατάφερα να πετύχω το ίδιο αποτέλεσμα, χρησιμοποιώντας τα δάχτυλα των ποδιών μου.

 Το επόμενο που σκέφτηκα να κάνω, ήταν να πιαστώ από τις βρύσες του μπάνιου, ώστε με την βοήθεια των χεριών μου πια να σηκωθώ, αφού με την χρήση των ποδιών μου δεν μπορούσα να το επιτύχω.

 Αυτό όμως ήταν κάτι που με έκανε να μετανιώσω και την στιγμή που το σκέφτηκα, γιατί μόλις έπιασα την βρύση του μπάνιου με το δεξί μου χέρι κάηκα κι όπως καταλαβαίνετε την άφησα.

 Την άφησα, αλλά αστήριχτος όπως ήμουν, βρέθηκα πάλι κάτω από το νερό, όπου και κατάπινα για πολλοστή φορά σαπουνάδες. Για κακή μου τύχη δηλαδή όπως το έμαθα κι αυτό αργότερα, ο υδραυλικός που έκανε την εγκατάσταση σε εκείνη την οικοδομή ήταν Αθηναίος κι ως τέτοιος αυτός, έβαλε κατά την συνήθεια τους τον σωλήνα με το ζεστό νερό στην δεξιά πλευρά της μπαταρίας του μπάνιου, αφού εκεί έτσι κάνουν.

 Οι δικοί μας υδραυλικοί όμως βάζουν το ζεστό νερό στην αριστερή της πλευρά, γι’ αυτό κι από συνήθεια πια εγώ επαναλάμβανα το ίδιο εγχείρημα με τον ίδιο τρόπο.

 Ναι αλλά, κάθε φορά που το έκανα αυτό καιγόμουν κι όταν καιγόμουν άφηνα την καυτή βρύση κι όταν την άφηνα κατέληγα πάλι χτυπημένος κάτω από τα νερά.

 Από τα πολλά κι επαναλαμβανόμενα χτυπήματα όμως, όχι μόνον ζαλιζόμουν, αλλά και πληγές γέμισα, από της οποίες έτρεχαν αίματα όπως αποδείχτηκε κι αυτό εκ των υστέρων.

 Για να γλιτώσω λοιπόν από αυτό το βασανιστικό χαλάρωμα που ζούσα, αλλά και για να σωθώ από τον βέβαιο πνιγμό μου, αποφάσισα τελικά ότι μάλλον ήταν καλύτερο για μένα, το να πιάσω ξανά την βρύση με το καυτό νερό, αποφασισμένος να κάψω ολόκληρη η παλάμη μου αν χρειαστεί προκειμένου να γλιτώσω.

 Αυτό σκέφτηκα κι αυτό έκαναν. Χούφτωσα γερά την βρύση δηλαδή και τραβώντας το σώμα μου προς τα πάνω στην συνέχεια με το δεξί μου χέρι, ανασηκώθηκα κάπως και στηριζόμενος στο αριστερό μου πόδι μετά για αλλαγή, μπόρεσα επιτέλους να σταθώ όρθιος στην μπανιέρα.

 Μόλις διαπίστωσα ότι στεκόμουν όρθιος, τράβηξα το χέρι μου από την καυτή βρύση κι αδιαφορώντας για το τσούξιμο που αισθανόμουν στην παλάμη μου, προσπάθησα να δω που βρισκόμουν αλλά κι από πού να κρατηθώ, από φόβο μη βρεθώ ξανά πεσμένος κάτω από τα νερά.

 Τα μάτια μου όμως ήταν γεμάτα από σαπουνάδες κι αυτές τα υποχρέωναν όχι μόνον να τσούζουν βασανιστικά, αλλά και να με τυφλώνουν σχεδόν.

 Στην προσπάθεια μου να δω κάποια στιγμή, αλλά και να στηριχτώ από κάπου, εντόπισα κάπως θαμπά θα έλεγα την ύπαρξη του κουρτινόξυλου, οπότε και το άρπαξα με τα δύο μου χέρια, προκειμένου να σταθώ στα δύο μου πόδια, έστω και χωρίς την απαιτούμενη ισορροπία.

 Φοβόμουν και να κουνηθώ όπως καταλαβαίνετε, μη τυχόν και πέσω πάλι. Παρ’ όλα αυτά όμως, ήθελα να δω τι είχε το δεξί μου πόδι και γλιστρούσε τόσο πολύ όταν στηριζόμουν σ’ αυτό, γι’ αυτό και το σήκωσα.

 Έκπληκτος λοιπόν διαπίστωνα ψαχουλεύοντας την πατούσα μου, ότι στο κούφιο μέρος της, είχε κολλήσει το σαπούνι που έψαχνα και ότι αυτό ήταν η αιτία όλης εκείνης της ταλαιπωρίας που έζησα.

 Μετά κι από αυτό, ήταν επόμενο ότι θα θύμωνα με την γυναίκα μου για όσα μου προκάλεσε, αφήνοντας δηλαδή εκείνο το λεπτό σαπούνι στην μπανιέρα κι εξαιτίας του κόντεψα να πνιγώ.

 Κι όχι μόνον γι’ αυτό θύμωσα μαζί της, αφού σακατεύτηκα από τα πολλά χτυπήματα στους αγκώνες και στο κεφάλι, αφού δεν άκουγε όταν της ζητούσα να με βοηθήσει, αφού σημασία δεν έδινε αν εγώ πνιγόμουν όσο αυτή ακόμη τραγουδούσε, αφού με έβαλε να χαλαρώσω μέσα σε εκείνον τον υγρό τάφο.

 Κι αφού ήπια κι εγώ δεν ξέρω πόση αλατισμένη σαπουνάδα εξαιτίας των όσων μου υπέδειξε να κάνω, αποφάσισα να βγω από την μπανιέρα και όπως ήμουν να πάω και να τις βγάλω το μαλλί τρίχα, τρίχα.

 Για να βλέπω όμως τι κάνω, έπλυνα πρώτα με πολύ προσεγμένες κινήσεις το πρόσωπο μου από τις σαπουνάδες κι αμέσως μετά, έβγαλα με πολύ προσοχή το αριστερό μου πόδι από την μπανιέρα, με το οποίο και πάτησα στα πλακάκια του μπάνιου.

 Πράγματι λοιπόν ήμουν αποφασισμένος να πάω στην κουζίνα και να πάω μάλιστα έτσι όπως ήμουν γυμνός και με τις σαπουνάδες φορτωμένος να την πιάσω από το μαλλί και να την πνίξω με τον ίδιο τρόπο, για να δει κι αυτή πως είναι το να χαλαρώνει κανείς με μπλε αλάτια από την Αυστραλία.

 Αυτά σκόπευα να κάνω, αλλά τίποτε δεν πρόλαβα, γιατί γλίστρησα μόλις πάτησα στα πλακάκια κι όπως ήταν επόμενο αυτό, πάλι βρέθηκα φαρδύς πλατύς στο δάπεδο του, με τα πόδια μου να είναι όρθια και να ακουμπούν οι φτέρνες τους στην κλειστή πόρτα του μπάνιου.

 Πως έγινε και δεν έσπασα κάποιο από τα χέρια, ή από τα πόδια μου, ή και το κεφάλι μου ακόμη, δεν ξέρω. Αυτό πάντως, το άκουσα να σκάει σαν καρπούζι στα πλακάκια κι από το χτύπημα που δέχτηκα, ζαλίστηκα.

 Δεν ξέρω πόσο έμεινα εκεί ξαπλωμένος, αλλά όταν συνήρθα κάπως, έκανα και πάλι προσπάθειες να σηκωθώ, αλλά οι σαπουνάδες, τα νερά και τα αίματα που υπήρχαν στα πλακάκια, δεν μου το επέτρεπαν.

 Μόλις πήγαινα να σηκωθώ λοιπόν γλιστρούσα και γλιστρώντας έπεφτα και πέφτοντας χτυπούσα το κεφάλι μου στην μπανιέρα και ούτω καθ’ εξής. Χτυπιόμουν δηλαδή μια στην μπανιέρα και μια στην κλειστή πόρτα κι έτσι όπως ήμουν εξαντλημένος πια από τις πολλές προσπάθειες, πράγματι και δεν μου έμειναν άλλες δυνάμεις ώστε να σηκωθώ από μόνος μου, γι’ αυτό και πάλι χρειαζόμουν την βοήθεια της γυναίκας μου.

 Αυτήν όμως ήθελα να της βγάλω το μαλλί ή να την πνίξω, αλλά πού να την έβρισκα αφού ακόμη τραγουδούσε όσο ετοίμαζε το φαγητό της και τίποτε δεν άκουγε;

  Έκανα πολύ θόρυβο όμως έτσι όπως χτυπιόμουν μια στην μπανιέρα και μια στην κλειστή πόρτα, οπότε άκουσε κάποια στιγμή αυτή τον θόρυβο, γι’ αυτό κι επαναλαμβάνοντας το τραγούδι που έλεγε ότι θα τινάξει την αμυγδαλιά, ερχόταν προς το μπάνιο να δει, μήπως και ήθελα κάτι.

 Εξουθενωμένος όμως εγώ από τα πολλά χτυπήματα, μπόρεσα κάποια στιγμή κι έπιασα επιτέλους το πόμολο της πόρτας, οπότε και σηκώθηκα όρθιος.

 Άνοιξα με πολύ προσοχή στην συνέχεια την πόρτα του μπάνιου κι αφού βγήκα έξω από αυτό, στάθηκα όρθιος πατώντας πάνω στο πατάκι που είχαμε από την εξωτερική του πλευρά, όπου και προσπαθούσα να θυμηθώ, τι είχα να κάνω στην γυναίκα μου, αλλά τίποτε δεν θυμόμουν.

 Βούιζε το κεφάλι μου από τα χτυπήματα κι αυτό το βουητό καθόλου δεν βοηθούσε στην επαναφορά της μνήμης μου. Πονούσε όλο μου το σώμα και τα γόνατα μου έτρεμαν από τις πολλές προσπάθειες να σηκωθώ κι όπως ήταν φανερό πια κι αυτό, δεν είχα δύναμη ούτε να μιλήσω, όχι να πνίξω την γυναίκα μου, όπως πριν από λύγο το υπολόγιζα.

 Όταν ήρθε τελικά αυτή έξω από το μπάνιο και είδε να στέκομε ακίνητος εκεί, να είμαι γυμνός και ασκούπιστος και να τρέχουν αίματα από τους αγκώνες μου τρόμαξε, γι’ αυτό κι έλεγε.

 – Τι έπαθες καλέ; Που χτύπησες; Τι είναι αυτά τα αίματα στους αγκώνες σου; Ποιος σου τα έκανε;

 Ρωτούσε αυτή χωρίς να παίρνει καμιά απάντηση, αλλά κι εξέταζε ένα, ένα ύστερα όλα τα σημάδια που απόχτησα χαλαρώνοντας. Βλέποντας τα τραύματα μου όμως δεν έμεινε ασυγκίνητη, γιατί έτρεξε αμέσως να φέρει τα σχετικά προκειμένου να τα περιποιηθεί.

Κι ενώ μου έβαζε γάζες και βαμβάκια με οινόπνευμα στους αγκώνες και στο κεφάλι, πάλι ρωτούσε.

 – Μα τι έγινε εκεί μέσα; Δεν μπορείς να μου πεις;

 Τι να της έλεγα λοιπόν, αφού δεν θυμόμουν και πολλά; Αλλά και δεν την άφησα έτσι, κάτι βρήκα να της πω.

 – Τίποτε δεν έγινε. Άλλη φορά όμως, δεν θέλω να χαλαρώσω και εσύ να μην το δοκιμάσεις, γιατί μπορεί και να βρεθείς πνιγμένη, από εκεί που δεν το περιμένεις.

 Δεν μπορούσε βέβαια να καταλάβει τι της έλεγα, γι’ αυτό και επαναλάμβανε τα ερωτήματα της.

 – Χριστός και Παναγιά. Καλέ τι έπαθες;  Ποιος σε έκανε έτσι; Γιατί δεν μιλάς;

 Όχι μόνον μνήμη δεν είχα, αλλά ούτε και δύναμη είχα να της πω κάτι από όλα όσα μου συνέβησαν μέσα στην μπανιέρα, γι’ αυτό και αντί να πάω στην κουζίνα όπως αυτή περίμενε, πήγα και ξάπλωσα στον καναπέ μας, σ’ αυτόν που είχαμε στο πρόχειρο δωμάτιο και ήταν δίπλα από το μπάνιο.

 Ίσα που πρόλαβε να στρώσει ένα σεντόνι στον καναπέ η γυναίκα μου και να με σκεπάσει με ένα δεύτερο αφού ήμουν τελείως γυμνός, γιατί αμέσως σχεδόν κοιμήθηκα.

 Όταν πάντως μετά από αρκετή ώρα πια σηκώθηκα κι αφού με πέρασε το βουητό, τότε μόνον ήρθαν στην μνήμη μου όλα και τότε μόνον μπόρεσα να της εξηγήσω αυτά που μου συνέβησαν χαλαρώνοντας κατά την δική της προτροπή.

 Κι αφού μου πέρασε πια ο θυμός, ήταν επόμενο ότι θα της ανέφερα κι αυτά που σχεδίαζα να της κάνω βγαίνοντας από το μπάνιο, όσο κι αν αυτή απορούσε λέγοντας.

 – Μα εγώ τι έφταιγα; Εσύ έχασες το σαπούνι. Ας πρόσεχες.

 Σώπασα όπως καταλαβαίνετε εκείνη την ώρα για να μην δώσω συνέχεια, αλλά την επομένη το πρωί πάντως κι όταν έπινα τον καφέ μου στο γραφείο μου, διάβασα σε μια μικρή στήλη ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα μου, ότι ο Αμερικανός και παγκόσμιος πρωταθλητής της κολύμβησης, πνίγηκε μέσα στην μπανιέρα ενός ξενοδοχείου με τον ίδιο ακριβός τρόπο, σαν κι αυτόν δηλαδή που εγώ δεν ξέρω πως και γιατί, αλλά γλίτωσα.

 Πράγματι γλίτωσα λοιπόν κι αν σας πω τώρα, ότι κι αυτό στην προστασία της Παναγίας μας το απέδωσα, εσείς μην το πιστεύετε αν θέλετε. Εγώ πάντως, δεν μπορώ να μην Της το καταχωρίσω.

 Σε μπανιέρα όμως, ποτέ μου ξανά δεν ξάπλωσα κι από πείρας πια μπορώ να σας το πω αυτό, ούτε κι εσείς να το επιχειρήσετε, γιατί δεν είναι σίγουρο ότι θα βγείτε σώοι και αβλαβείς μέσα από αυτήν, έστω κι αν είστε πρωταθλητές της κολύμβησης.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *