Έφυγα λοιπόν κι από την περιοχή της Ξάνθης αφού στα δικά της όρια τελείωνε το πρόγραμμα των δικών μου επαγγελματικών επισκέψεων στην ευρύτερη περιοχή του Έβρου κι αφού έφυγα, επέστρεψα την ίδια μέρα κιόλας στα καθ’ ημάς, αρκετά ικανοποιημένος θα έλεγα από όσα είδα και διαπίστωσα εκεί.
Ήμουν όντως ευχαριστημένος από τα αποτελέσματα των επισκέψεών μου, αφού είχα να παρουσιάσω στους εργοδότες μου αρκετά από αυτά που θα λέγαμε ότι ήταν πολύ καλά, για όσα συλλογικά επιδιώκαμε να πληροφορηθούμε με εκείνη την πρώτη κι εβδομαδιαία μου επίσκεψη στα εργοστάσια της επαρχίας, η οποία ούτως ή άλλως ανοίκε στην δικαιοδοσία των δικών μας υποχρεώσεων.
Όταν λοιπόν την επομένη το πρωί βρέθηκα στον χώρο της εργασίας μου, κάλεσα στο προσωπικό μου γραφείο τον Γερμανό διευθυντή μας όπως είχα υποχρέωση, αλλά και τους προϊσταμένους των τμημάτων μας, τους οποίους κι ενημέρωσα επαρκώς για όσα είδα κι έκανα στο επαγγελματικό μου ταξίδι.
Όπως ήταν και αναγκαίο αυτό, ενημέρωσα σχετικά στην συνέχεια και τον γενικό μας διευθυντή της Αθήνας, ο οποίος με πολύ ενδιαφέρον όπως είπα περίμενε να πληροφορηθεί από την επίσκεψη μου, το πως εξελισσόταν τα τεκτενόμενα στην περιοχή της καταγωγής του.
Μετά από την ενημέρωση που του έκανα, αλλά κι από την υποχρέωση που πληροφορήθηκε ότι είχα να εκπληρώσω εκεί επισκεπτόμενος τον ιδιοκτήτη του συγκροτήματος με τα εσώρουχα, με κάλεσε για πρώτη και τελευταία του φορά στην Αθήνα.
Και με προσκάλεσε εκεί όπως μου είπε, σκοπεύοντας να με σπουδάσουν επί του θέματος των πωλήσεων και για λίγες μέρες μόνον, οι εμπειρότεροι από μένα συνάδελφοί μου.
Ήταν όντως μεγαλύτεροί μου αυτοί και πολύ πιο έμπειροι πωλητές από εμένα θα έλεγα, γι’ αυτό και σκέφθηκαν να μου δείξουν αυτοί πώς θα μπορούσα να αποδώσω κι εγώ τα μέγιστα, αφού όπως το έβλεπαν, μπήκα πολύ δυναμικά στην αγορά μέσω του τμήματος των πωλήσεων που με εμπιστεύτηκαν.
Κι επειδή είχα να αντιμετωπίσω απαίδευτος κατά την άποψη τους, πολύ σοβαρές δουλειές για τα δικά μας ενδιαφέροντα, όντως μετά από δύο μέρες βρέθηκα στην Αθήνα.
Αφού γνωρίστηκα εκεί με τους συναδέλφους μου, άρχισαν αμέσως αυτοί να μου δείχνουν και μάλιστα με την νοοτροπία των πρωτευουσιάνων, το πώς έπρεπε να συμπεριφέρομαι εγώ όταν θα επισκεπτόμουν τους πελάτες που θα έβαζα στο καθημερινό μου πρόγραμμα, έτσι ώστε να έχω το κατά το δυνατόν καλύτερο αποτέλεσμα.
Για να έχω δε και μια πρακτική εξάσκηση επί του θέματος, με έπαιρναν μαζί τους αυτοί όταν έκαναν επισκέψεις στους πελάτες τους, ώστε να μαθαίνω από αυτούς το πώς έπρεπε να συμπεριφέρομαι, όταν θα έκανα επισκέψεις στους δικούς μου πελάτες.
Για δύο συνεχόμενες μέρες έκανα το ίδιο κι όπως το διαπίστωνα κι αυτό τότε, τίποτε περισσότερο από όσα ήξερα εγώ δεν έκαναν οι Αθηναίοι. Γιατί ήθελαν να με σπουδάσουν όμως, ποτέ δεν το κατάλαβα αλλά και τίποτε δεν τους είπα.
Όταν όμως ήρθε η σειρά να επισκεφτούμε και τον βιομήχανο της μεγάλης μονάδας με έδρα την Ξάνθη, όπως σας είπα, για τον λόγο που κι αυτός με κάλεσε στην Αθήνα, πήγα να τον συναντήσω συνοδευόμενος από τον κατά πολύ μεγαλύτερο μου σε ηλικία συνάδελφό μου, ο οποίος έκανε και χρέη εκπαιδευτή μου κατά προτροπή της γενικής μας διεύθυνσης.
Ήταν και προϊστάμενός μου αυτός, οπότε θέλησε ως εμπειρότερος από μένα, να χειριστεί ο ίδιος προσωπικά αυτό το δύσκολο θέμα της μεταφοράς των μηχανημάτων του υφαντουργού από την Αμερική.
Όπως σας το ανέφερα όμως κι αυτό, μιλούσα μεν συχνά από τηλεφώνου με τον εν λόγω βιομήχανο, αλλά ποτέ μου δεν τον συνάντησα, γι’ αυτό και δεν τον γνώριζα σαν άνθρωπο.
Για πρώτη μου φορά δηλαδή θα τον συναντούσα τότε κι επειδή δεν είχε αυτός γραφείο στην Αθήνα, ζήτησε να βρεθούμε στο ξενοδοχείο που έμενε εκείνες τις μέρες, αφού ως γνωστόν, μονίμως αυτός βρισκόταν στους δρόμους, μια στην Αμερική και μια στην Ξάνθη.
Θα συναντιόμασταν λοιπόν, αλλά και στην φάση που βρισκόταν το θέμα που μας απασχολούσε, εμείς δεν είχαμε να κάνουμε μαζί του κανενός είδους διαπραγμάτευση ώστε να απαιτείται έμπειρος χειρισμός, αφού το μόνο που θέλαμε από αυτόν εκείνη την ημέρα, ήταν, να μας δώσει αυτός περισσότερα στοιχεία για την μεταφορά των μηχανημάτων του, τα οποία μας ήταν όντως απαραίτητα.
Και το μόνο που αυτός ήθελε να τονίσει σ’ εμένα, αν τελικά μας ανέθετε την μεταφορά των μηχανήματα του από την Αμερική, ήταν ότι αυτά ήταν πολύ ευαίσθητα κι ότι το ύψος της αξίας τους ήταν πολύ μεγάλο, ώστε να ξέρουμε εκ των προτέρων κι εμείς ως μεταφορείς του, τον κίνδυνο που θα διατρέχαμε αν κάτι μας πήγαινε στραβά.
Αυτά βέβαια, μπορούσα και μόνος μου να του τα αντιμετωπίσω, αλλά αφού ο προϊστάμενος μου ήθελε να του παρουσιαστεί ως ειδήμων, δεν μπορούσα να κάνω τίποτε περισσότερο εγώ, από το να τον ακολουθώ μπαίνοντας στο σαλόνι του ξενοδοχείου που έμενε ο βιομήχανος.
Τον ενημέρωσα βέβαια αυτόν για την άφιξη μου, όπως και του εξήγησα τον λόγο για τον οποίο έπρεπε να συνοδεύομαι από έναν εμπειρότερο συνάδελφο μου, κατά προτροπήν της γενικής μας διεύθυνσης βέβαια.
Κατέβηκε αυτός μετά από λίγο από το δωμάτιο του κι όταν μας πλησίασε, συστήθηκε μαζί μας κατά το τυπικό, αλλά κι αμέσως ζήτησε να μάθει από μένα, ποιος ήταν ο συνοδός μου και γιατί βρισκόταν εκεί.
Τα ερωτήματά του βέβαια ανέλαβε να του τα εξηγήσει ο συνάδελφός μου, γι’ αυτό και με κάθε επισημότητα του ανέφερε τους λόγους που τον υποχρέωναν να συμμετέχει στην συνάντησή μας, δεδομένου ότι ήταν και προϊστάμενος μου.
Αυτό όμως ήταν κάτι, που έκανε τον βιομήχανο να εξοργιστεί μαζί του, γι’ αυτό και του έβαλε τις φωνές κατά κάποιον τρόπο.
– Μια ζωή τα ίδια λοιπόν. Καπελώνουμε συνεχώς όσους βλέπουμε να κάνουν αυτό που δεν μπορούμε εμείς και μονίμως εμποδίζουμε τους νέους να μας ανοίξουν αυτοί τους δρόμους.
Θεωρώντας μάλλον, ότι μόνον εμείς ξέρουμε, πού και πώς είναι αυτοί οι δρόμοι, όχι μόνον προτιμούμε να μείνουμε εμείς τυφλοί, αλλά και τα μάτια των νέων καταστρέφουμε από εγωισμό.
Δεν κάνουν έτσι στην Αμερική φίλε μου. Μόνον εδώ βλέπεις να γίνονται τέτοια έκτροπα. Να επιμένει δηλαδή το τίποτε, να υπερισχύει της αξίας, όπου και αν την δει να υπάρχει.
Απευθυνόμενος σε μένα ύστερα, έλεγε με στόμφο.
– Αν δεν μπορείς να αναλάβεις εσύ αυτήν την δουλειά, να μου το πεις τώρα. Αν πάλι μπορείς, όπως μόνος σου μου είπες όσα έπρεπε την πρώτη φορά που μιλήσαμε μαζί από τηλεφώνου, έτσι και τώρα μόνος θέλω να τελειώσεις αυτό που άρχισες.
Όσο για μένα, θέλω να ξέρεις ότι δεν θα μιλήσω με άλλον εκτός από σένα γι’ αυτό το θέμα. Ενδιαφέρθηκαν πολλοί συνάδελφοι σου από άλλες εταιρίες γι’ αυτήν την μεταφορά, αλλά εγώ τους απέρριψα όλους, γιατί εμπιστεύτηκα τον λόγο σου.
Πάρε λοιπόν τα στοιχεία που μου ζήτησες, δες και τις φωτογραφίες των μηχανημάτων που σου έχω και σε ένα μήνα από τώρα, θέλω έρθεις και να με βρεις στην Ξάνθη.
Εκεί, θα μπορέσουμε με την άνεση μας να κάνουμε όλες τις απαραίτητες διαπραγματεύσεις μαζί και αν θέλουν οι συνάδελφοι σου, ας μη σε στείλουν εκεί.
Εγώ πάντως, δεν είμαι διατεθειμένος να μιλήσω με κάποιον σαν κι αυτόν που έχει τάση να καπελώνει τους άλλους και προπαντός τους νέους.
Αυτά μου είπε φουρκισμένος θα έλεγα κι αφού μου έδωσε τα χαρτιά στα χέρια, μας χαιρέτησε στα γρήγορα κι ανέβηκε στο δωμάτιο του, γιατί είχε άλλη σύσκεψη εκεί όπως μου έλεγε.
Άφησε άφωνο όμως τον συνάδελφο μου, ο οποίος για πρώτη του φορά αντιμετώπιζε κάτι παρόμοιο, γι’ αυτό και μου έλεγε.
– Παράξενος άνθρωπος.
– Μη δίνεις σημασία του είπα εγώ. Αυτοί, οι από την Αμερική ερχόμενοι, έχουν άλλη νοοτροπία. Εσύ κάνε ότι κι όπως ξέρεις και μη στεναχωριέσαι για όσα άκουσες να μας λέει αυτός.
Μετά από όσα μας προέκυψαν εκεί, επιστρέψαμε σκεπτικοί θα έλεγα στα γραφεία της εταιρείας μας, όπου και συναντήσαμε τον πρώτο τη τάξει γενικό μας διευθυντή, προκειμένου να του δώσει ο συνοδός αναφορά, για όσα μας είπε ο εξ Αμερικής βιομήχανος.
Αυτήν δε, διακαώς περίμενε να την ακούσει εκείνος, δεδομένου η δουλειά που σκεφτόταν να μας αναθέσει ο βιομήχανος ήταν όντως πολύ μεγάλη και πολύ δύσκολη, αλλά και για πρώτη μας φορά θα κάναμε κι εμείς κάτι τέτοιο από την Αμερική.
Άκουσε ως τόσο την αναφορά που του έδωσε ο προϊστάμενος μου, όπως είδε και τα στοιχεία που κρατούσα στα δικά μου χέρια, αλλά χωρίς να πει κάτι και σ’ εμένα, μας άφησε ελεύθερους.
Σ’ εμένα βέβαια τίποτε δεν είπε, αλλά κι αμέσως μετά με κάλεσε στο γραφείο του ο δεύτερος τη τάξει γενικός μας διευθυντής, Γερμανός κι αυτός στην καταγωγή, ο οποίος και μου ανακοίνωσε ότι δεν χρειαζόταν να μείνω περισσότερο στην Αθήνα.
Μου κανόνισε μάλιστα όπως έλεγε, ώστε να επιστρέψω και πάλι αεροπορικώς στην Θεσσαλονίκη και με την τελευταία πτήση εκείνης της ημέρας, αλλά και μου ζήτησε να του κάνω γραπτώς την αναφορά μου όταν θα έφτανα στο γραφείο μου, όπως έκαναν άλλωστε κι όλοι οι υπόλοιποι εκ των συναδέλφων μου, όταν επισκεπτόταν για παρόμοιους λόγους το δικό μου γραφείο.
Όταν λοιπόν βρέθηκα την επομένη στην έδρα μου, ενημέρωσα τον δικό μου διευθυντή για όσα είδα κι άκουσα στην Αθήνα, όπως και για την αναφορά που μου ζήτησαν να τους στείλω γραπτώς.
Αφού με άκουσε αυτός, όχι μόνον συμφώνησε μαζί τους αλλά και μου παρότρυνε μάλιστα, ώστε να αναφέρω μεν τα καλά που είδα να γίνονται στο αντίστοιχο τμήμα πωλήσεων των Αθηνών, αλλά να αναφέρω προς αυτούς κι ότι άλλο είχε σχέση με την οικονομική πολιτική που αυτοί από την Αθήνα μας επέβαλαν να εφαρμόζουμε προς τους πελάτες μας.
Μ’ αυτήν την ευκαιρία έλεγε, καλό είναι να τους πούμε κι αυτά που εμείς αντιμετωπίζουμε ως αντίδραση των πελατών μας, οι οποίοι δυσανασχετούν με την δική μας τακτική.
– Ναι. Του έλεγα κι εγώ με την σειρά μου. Καλό είναι να τους τα πούμε, αλλά εγώ που θα τους τα πω θα φάω το ξύλο, δεδομένου ότι κανείς από τούς Αθηναίους δεν θέλει να δεχθεί, ότι υπάρχουν λάθη στην πολιτική που μας επιβάλουν να εφαρμόζουμε.
– Κάποτε όμως πρέπει να τους πούμε κι εγγράφως μάλιστα την αλήθεια, γι’ αυτό λοιπόν, γράψε όσα θέλεις για τα θέματα μας.
Αυτά μου είπε αυτός κι έπιασα εγώ να λέω γραπτώς, αυτά που από καιρό τους τα φώναζα προφορικώς, αλλά κανείς τους δεν τα άκουγε, αλλά ούτε και σημασία τα έδινε.
Τους έγραψα λοιπόν όσα ήθελαν να ακούσουν αυτοί για τις σπουδές που πήρα στην Αθήνα, αλλά και επεκτάθηκα όπως είχα συμφωνημένα με τον διευθυντή μου, στα της οικονομικής μας συμπεριφοράς προς τους πελάτες μας και δεν τους έγραψα πολλά.
Όσα τους έγραψα όμως, είχαν να κάνουν μόνο και αυστηρά μόνον, με τον τρόπο της οικονομικής συμπεριφοράς που αυτοί μας υποχρέωναν να εφαρμόζουμε προς τους πελάτες μας.
Αυτούς δηλαδή που με πολύ κόπο προσπαθούσα να συγκρατήσω κοντά μας πριν μας φύγουν όλοι τους οριστικά ενοχλημένοι και ύστερα πώς θα τους έφερνα πάλι πίσω;
Αυτά σκεπτόμενος λοιπόν, με πολύ ανησυχία τους έγραφα τα παρακάτω για την εντολή που μας έδωσαν να χρεώνουμε όσο μπορούμε περισσότερα
Τους πελάτες μας.
– Καλό είναι να παίρνουμε εμείς όσα θέλουμε και όπως θέλουμε μέσα από τις τσέπες των πελατών μας, αλλά ακόμη πιο καλό είναι το να καταλάβουμε επιτέλους, ότι αυτό δεν είναι προς το συμφέρον μας.
Έχοντας καρφωμένη στο μυαλό μας την νοοτροπία του πάρτε όσα μπορείτε σήμερα από τους πελάτες μας, θα ξυπνήσουμε ένα πρωί και δεν θα βρούμε κανέναν από αυτούς να μας δίνει δουλειά, δεδομένου ότι κανείς τους δεν δέχεται να του τα παίρνουμε αδικαιολόγητα.
Πριν φτάσουμε λοιπόν στο σημείο να χάσουμε τους πελάτες μας, καλό θα ήταν να αφήσετε σε μας την δυνατότητα να κάνουμε αυτά που η νοοτροπία της περιοχής μας μπορεί να δεχθεί.
Διαφορετικά; Θα χάσουμε όλους τους πελάτες μας και δεν θα μπορείτε να ζητάτε μετά ευθύνες από μας, για τα αποτελέσματα των πωλήσεων στην περιοχή μας, με την οικονομική πολιτική που εσείς μας επιβάλετε να τους εφαρμόζουμε.
Αν συνεχίσουμε πάντως να αντιμετωπίζουμε αυτό το θέμα με τον ίδιο τρόπο, τότε να είστε σίγουροι, ότι σε δεκαπέντε χρόνια από τώρα, δεν θα έχουμε εταιρεία προκειμένου να εφαρμόσουμε εκ των υστέρων, άλλου είδους πολιτική πωλήσεων.
Κι ενώ εμείς θα ψάχνουμε για δουλειά, κανείς από τους πελάτες μας δεν θα στεναχωρηθεί, αν η εταιρεία μας που ζει και βασιλεύει εδώ και διακόσια πενήντα χρόνια όπως συνηθίζετε να μας λέτε κάθε φορά, θα πάψει να υπάρχει εξαιτίας της συμπεριφοράς μας.
Αυτά τους έγραψα λοιπόν γι’ αυτό το θέμα κι όταν ετοίμασα τον γραπτό μου λόγο, τον διάβασα και στον διευθυντή μου να δω αν συμφωνεί με τα γραφόμενα μου, πριν ακόμη το στείλω στην Αθήνα.
Τον άκουσε αυτός κι αυτό μου έλεγε ευχαριστημένος.
– Καλά τα λες. Ταχυδρόμησε το.
Ταχυδρόμησα βέβαια εγώ την αναφορά μου, αλλά είχα και πολλούς λόγους να ανησυχώ για το πώς θα την αντιμετώπιζαν οι Αθηναίοι διευθυντές μας, αφού από πείρας το γνώριζα αυτό, ότι όταν λες σε κάποιον προφορικά πως και που κάνει λάθος, αυτός μπορεί εύκολα να το παραβλέψει, θεωρώντας πρόχειρο μάλλον ή και υπερβολικό τον λαλούντα.
Όταν όμως τα ίδια πράγματα του τα λες γραπτώς, τότε από φόβο μη τυχόν διαβάσουν και άλλοι ότι αυτός κάνει και λάθη, όχι μόνον αρνείται την ύπαρξή τους, αλλά κι ως προσβολή τα αντιμετωπίζει πλέον από άκρατο εγωισμό, η οποία μάλιστα απορρέει από κάποιον άσχετο όπως πολύ εύκολα μπορεί να αποκαλεί τον γράφοντα και θυμώνει στην συνέχεια μαζί του, γιατί τόλμησε αυτός να δει λάθη στην συμπεριφορά των ανωτέρων του.
Και πώς άλλωστε να μην αντιδράσει κάπως έτσι, αφού δεν μπορεί να παραδεχθεί κάποιος που είναι διευθυντής, ότι τα λάθη που κάνει είναι τέτοια, που μπορεί να τα δει εύκολα κάποιος, όταν μάλιστα αυτός είναι ένας υποδεέστερος υπάλληλος, όπως ήμουν εγώ;
Φοβόμουν λοιπόν, ότι κάπως έτσι θα συνέβαινε και σ’ εμένα, όταν θα διάβαζαν οι διευθυντές μου αυτά που τους έγραφα, αλλά και δεν ξέφυγα από τους φόβους μου.
Μόλις διάβασαν οι Αθηναίοι την αναφορά μου, ξεσηκώθηκαν εναντίον μου μικροί και μεγάλοι κι απορούσαν μάλιστα, για το που βρήκα εγώ αυτό το θάρρος και έκανα υποδείξεις στους ανωτέρους μου, υποδηλώνοντας με λίγα λόγια ότι αυτοί μάλλον δεν ξέρουν πως να κάνουν την δουλειά τους.
Άδικα λοιπόν κατηγορούν τον πάπα, ότι μόνον αυτός δεν παραδέχεται λάθη στις ενέργειες του. Πάπες όμως υπάρχουν παντού και πάντα και όλοι τους κάνουν το ίδιο ακριβώς. Δεν δέχονται υποδείξεις από κανέναν και προπαντός, ποτέ δεν σκύβουν πάνω από αυτές να δουν, μήπως και είναι προς το συμφέρον τους αυτές διατυπωμένες.
Υποστηρίζουν δηλαδή την θέση τους και την καρέκλα που τους έδωσαν να κάθονται, με τον ίδιο τρόπο, με το ίδιο σθένος και με το ίδιο φρόνημα, αδιαφορώντας για το αν η θέση και η καρέκλα που κάθονται απαιτεί και την ανάλογη αρχοντιά του καθαρού οφθαλμού.
Δεν επιτρέπουν δε σε κανένα άλλον να βλέπει αυτά που αυτοί αρνούνται να δουν, για να μη χάσουν την καρέκλα τους και καθόλου δεν τους νοιάζει αν μοιάζουν με καρναβάλια που χρησιμοποιούν θέσεις και καρέκλες, για να δείξουν στον εαυτό τους ότι είναι αυτό που με τίποτε δεν θα μπορούν να είναι.
Αποτέλεσμα όλων αυτών όμως ήταν, το να βάλουν εμένα από τότε στην μαύρη λίστα και για ένα εξάμηνο μετά, με αγνοούσαν παντελώς. Σ’ αυτό το χρονικό διάστημα δε, τόσο ο γενικός μας διευθυντής, όσο και δεύτερος τη τάξει Γερμανός διευθυντής μας των Αθηνών, ήρθαν από τρεις φορές ο καθένας στα γραφεία μας της Θεσσαλονίκης.
Όπως έκαναν πάντα, έτσι έκαναν κι εκείνη την περίοδο. Ήρθαν δηλαδή να δουν τι και πως κάνουμε εμείς την δουλειά μας κι όχι μόνο με αγνοούσαν, όχι μόνο δεν ήρθαν στο προσωπικό μου γραφείο όπως έκαναν άλλοτε προκειμένου να εξετάσουμε από κοντά κι από κοινού δηλαδή τα των πελατών μας, αλλά κι όταν συναντηθήκαμε όχι λίγες φορές στους διαδρόμους των γραφείων μας, δεν μου ανταπέδωσαν ούτε τον χαιρετισμό που τους απηύθυνα.
Έφυγαν βέβαια αυτοί μετά από τρεις μέρες κι έφυγαν χωρίς καν να με χαιρετήσουν, θαρρείς και τους έβλαψα κάπου ανεπανόρθωτα κι όταν μείναμε μόνοι, έκανα τα παράπονα μου στον δικό μας Γερμανό διευθυντή.
– Είδες; Ούτε καλημέρα δεν μου είπαν κι εγώ δεν έκανα τίποτε περισσότερο, από το να τους πω, ότι μας φεύγουν οι πελάτες που ήδη έχουμε. Πώς λοιπόν να μας έρθουν καινούργιοι, όταν βλέπουν την πολύ αυστηρή γι’ αυτούς οικονομική μας συμπεριφορά;
Είναι ποτέ δυνατόν να μείνουν κοντά μας αυτοί, που εμείς τους ζητούμε να πληρώσουν πανάκριβα την μεταξύ μας συνεργασία; Πώς λοιπόν περιμένουν από μένα να τους φέρνω κάτω από τέτοιες συνθήκες νέους πελάτες;
Πού νομίζουν ότι θα τους βρω, όταν κανείς από αυτούς δεν είναι τόσο χαζός, ώστε να πληρώνει δύο και τρείς φορές περισσότερα κόμιστρα για το ίδιο μεταφορικό έργο, την στιγμή μάλιστα που πολύ καλά το γνωρίζουν ότι ο ανταγωνισμός μας κάνει τα πάντα προκειμένου να μας αποσπάσει τους πελάτες μας;
– Δεν πειράζει. Έλεγε αυτός. Θα το συνηθίσουν αυτό και μην ανησυχείς. Θα το καταλάβουν αργότερα και ίσως διορθώσουμε κάποια στιγμή τα κακώς κείμενα. Κάνε λοιπόν υπομονή και θα δεις ότι θα τους περάσει ο θυμός. Από εγωισμό το κάνουν, δεν το καταλαβαίνεις;
Αυτά είπαμε με τον διευθυντή μου εκείνη την ημέρα κι εκεί μείναμε μέχρι να δούμε την υποχώρηση του εγωισμού τους, ο οποίος όντως και υπόσκαπτε το μέλλον μας, όσο αυτοί αργούσαν να τον παρακάμψουν.
Μιχάλης Αλταλίκης