Τρεις μήνες επιπλέον θητείας για μένα και οδηγός στους Αμερικάνους στο εξής

26082007081  Δύο χρόνια περίμενα την ημέρα της απόλυσης μου από τον στρατό και σύμφωνα με τις ημερομηνίες, ήρθε στην ώρα της αυτή. Αν και μου έμενε μια εβδομάδα μόνον, πριν από την οριστική μου απόλυση όμως, ο λοχαγός της πυροβολαρχίας μας δεν ήθελε να μ’ απαλλάξει από τα καθήκοντα μου όπως θα έπρεπε.

 Για τους υπόλοιπους στρατιώτες της σειράς μου το φρόντισε έγκαιρα αυτό, αφού τους απήλλαξε από τα καθήκοντα τους, τουλάχιστο ένα μήνα πριν από την απόλυση μας.

 Εμένα όμως συνέχιζε να με κρατάει στην θέση μου, από φόβο μη βρεθεί υπόλογος απέναντι σ’ εκείνον τον περίεργα συμπεριφερόμενο διοικητή μας, σκεπτόμενος το ενδεχόμενο να κάνει κάποιο λάθος ο οδηγός που θα με αντικαθιστούσε.

 Όσο και αν μ’ ενοχλούσε λοιπόν η δική του συμπεριφορά, αυτός επέμενε να κάνει αυτό που τον βόλευε, αφού η ευθυνοφοβία που τον κατείχε, ήταν μεγαλύτερης ισχύος από την λογική του.

 – Ποιον να βάλω στην θέση σου, έλεγε. Δεν έχω κανέναν που να του εμπιστευτώ το λεωφορείο.

 – Και τι θα γίνει κύριε λοχαγέ; Ήρθε η ώρα να απολυθώ και να πάω στο σπίτι μου. Δεν μπορείς να με κρατάς εδώ όμηρο.

 – Θα δούμε… απαντούσε αυτός και τίποτε δεν έκανε για το θέμα μου.

 Αφού λοιπόν δεν γινόταν διαφορετικά, έκανα την υπηρεσία μου μέχρι και την τελευταία μέρα της στράτευσης μου, στην πρωινή αναφορά της οποίας, με ανακούφιση άκουσα επιτέλους και την επίσημη εντολή της πολυπόθητης απόλυσης μου από τον στρατό, ανήκοντας στην ογδοηκοστή τετάρτη σειρά, που απολυόταν στις εικοσιεπτά δεκάτου του 1969.

 Θέλει δεν θέλει είπα μέσα μου, θα αναγκαστεί να με αντικαταστήσει τώρα και όπως ήταν λογικό, περίμενα να ακούσω και το όνομα μου ανάμεσα σ’ αυτούς που ονομαστικά απολυόταν χωρίς φυλακή, αλλά τίποτε.

 Εγώ και ο Λαρισαίος από την πυροβολαρχία μας, αν και δεν είχαμε ούτε μια μέρα φυλακής να υπηρετήσουμε, δεν ακούσαμε τα ονόματα μας.

 Θέλησα να μάθω τον λόγο, αλλά κανέναν δεν πρόλαβα να ρωτήσω, γιατί η επόμενη ανακοίνωση ήταν κεραυνός εν αιθρία.

 – Όσοι έχετε την ειδικότητα του οδηγού ρυμουλκού, έλεγε ο λοχαγός μας, δεν απολύεστε τώρα. Θα μείνετε στις θέσεις σας και θα υπηρετήσετε την πατρίδα σας τρεις μήνες επιπλέον. Εσείς λοιπόν, θ’ απολυθείτε μετά το πέρας αυτού του τριμήνου.

 Περιμέναμε δύο χρόνια να έρθει η ώρα της απόλυσης μας και όταν ήρθε αυτή, μας έλεγαν ότι θα μείνουμε στις θέσεις μας τρεις μήνες επιπλέον από τους άλλους της ίδιας σειράς με μας.

 Πολύ μας στεναχώρησε εκείνη η τόσο άδικη ανακοίνωση, αλλά και τι μπορούσαμε να κάνουμε, αφού στον στρατό άλλοι αποφασίζουν για σένα; Αποδεχτήκαμε λοιπόν την απόφαση τους μη δυνάμενοι να την αλλάξουμε από μόνη μας, αλλά μόλις είδαμε τους απολυόμενους να μας χαιρετούν αναχωρώντας ένας ένας για τα σπίτια τους, λυπηθήκαμε ακόμη περισσότερο για όσα μας συνέβησαν, όσο και αν μας καλόπιαναν αυτοί υποσχόμενοι ότι θα βρισκόμαστε αργότερα έξω και θα τα λέγαμε.

 Έφυγαν με το καλό οι απολυθέντες και στην πυροβολαρχία μας μείναμε μόνον εγώ και ο Λαρισαίος με τα ζούδια από τους οδηγούς ρυμουλκού και άλλοι τρεις οδηγοί, απ’ αυτούς που είχαν να υπηρετήσουν από δέκα μέρες έως και δύο μήνες φυλάκισης.

 – Βιαζόσουν να απολυθείς έλεγε ο λοχαγός μας. Τι θα κάναμε τώρα χωρίς εσένα;

 Μου το έλεγε πειραχτικά βέβαια αυτό, αλλά και ακόμη τον βόλευε, γιατί για μια κύρια θέση όπως ήταν αυτή του λεωφορείου των αξιωματικών, όντως θα λογοδοτούσε αυτός σ’ εκείνο τον περίεργο διοικητή, για όποια αταξία, ή αδυναμία θα είχε ο οδηγός που θα επέλεγε να με αντικαταστήσει γι’ αυτό και παρουσιαζόταν τόσο ευχαριστημένος από το αποτέλεσμα.

 Αφού έτσι κατέληξαν για μένα τα πράγματα όμως, συνέχισα να υπηρετώ τους αξιωματικούς μας, αν και από κανέναν δεν έκρυβα την δυσαρέσκεια μου, για την επιμονή του λοχαγού μας να με κρατά ακόμη ενεργό, διακινδυνεύοντας να αρπάξω καμιά φυλακή στα πρόθυρα της απόλυσης μου, εξαιτίας της οποίας θα χειροτέρευε περισσότερο η κατάσταση μου.

 Το κατανοούσαν αυτό οι νεότεροι από μένα στρατιώτες, γι’ αυτό και με την αμέριστη συμπαράσταση τους, έκαναν την επιπλέον παραμονή στον στρατόπεδο έτσι, που να μου φαίνεται αρκετά ευχάριστη.

 Ούτε μια εβδομάδα δεν πέρασε από τότε που απολύθηκε η σειρά μου και ενώ εγώ έκανα την υπηρεσία μου στο λεωφορείο των αξιωματικών, με κάλεσε ο λοχαγός μας στο γραφείο του, ο οποίος και μου ανακοίνωσε την απόλυση του οδηγού που ήταν στην διάθεση των Αμερικανών.

 Αγνοούσε την ύπαρξη αυτού του οδηγού, γι’ αυτό και δεν μερίμνησε για την άμεση αντικατάσταση του. Αγνοώντας τον όμως, προκάλεσε χωρίς να το υπολογίζει, τις έντονες διαμαρτυρίες των Αμερικανών προς στον τρελό διοικητή μας. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε, που τον κάλεσε εκείνος στο γραφείο του και του ζητούσε με πολλές φωνές εξηγήσεις.

 – Πες μου εδώ και τώρα τον λόγο που δεν καλύφθηκε έγκαιρα αυτή η θέση, γιατί όπως τα κατάφερες, με κατέστησες υπόλογο στις απαιτήσεις των Αμερικανών. Φρόντισε λοιπόν αμέσως το θέμα και στείλε σ’ αυτούς τον καλύτερο οδηγό που διαθέτουμε.

 – Όπως καταλαβαίνεις λοιπόν, είπε σε μένα ο λοχαγός, θα πας εσύ στους Αμερικανούς μέχρι να απολυθείς και κοίταξε μη με εκθέσεις, γιατί δεν θα φύγεις από εδώ στον αιώνα τον άπαντα. Στο λεωφορείο θα βάλω άλλον οδηγό, ενώ εσύ από τώρα θα είσαι στην διάθεση των Αμερικανών. Έχουν μια ΄΄καναδέζα΄΄ αυτοί εκεί, η οποία βρίσκεται έξω από το διοικητήριο τους και σε περιμένει.

 Αν ξέρεις τίποτε Αγγλικά θα σε βοηθήσουν. Αν ερωτηθώ εγώ γι’ αυτό το θέμα, θα πω ότι δήλωσες πως ξέρεις Αγγλικά, για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Κατάλαβες;

 – Κατάλαβα, του είπα, ότι βάλθηκες να κάνεις την δική σου δουλειά καλά, αδιαφορώντας για μένα που έπρεπε να με βλέπεις ως ήδη απολυθέντα. Ενώ έχεις στην διάθεση σου πάνω από εκατό καλούς οδηγούς, στέλνεις εμένα να καλύψω μια δύσκολη θέση, την οποίαν ούτως ή άλλως θα αναγκαστείς να την αναθέσεις σε άλλον μετά από τρεις μήνες.

 Κουβέντα δεν έλεγε αυτός, αλλά μόνον μου έκανε νόημα να φύγω από το γραφείο του. Αφού δεν μπορούσα να κάνω τίποτε που να με απαλλάσσει από την ευθύνη εκείνης της υπηρεσίας, πήγα αν και έφεδρος να γνωριστώ πρώτα με το νέο μου αυτοκίνητο, αυτό που για τρεις μήνες θα είχα στην διάθεση μου, προκειμένου να εξυπηρετώ τους νέους μου εντολείς.

 Μετά απ’ αυτό καθώς έπρεπε, θα πήγαινα να γνωρίσω και τους εντολείς μου, γι’ αυτό και σκεπτόμουν το πως θα μπορούσα να τους συστηθώ, αφού ούτε αυτούς ήξερα, αλλά ούτε και την γλώσσα τους μιλούσα. Ήξερα βέβαια κάτι λίγα σχολικά Αγγλικά, αυτά όμως ήταν τέτοια, που μάλλον δεν μπορούσαν να με βοηθήσουν και πολύ.

 Έχοντας τέτοιες σκέψεις στο μυαλό μου λοιπόν, πέρασα μετά από λίγο πάνω από το πρόχειρο εσωτερικό συρματόπλεγμα που υπήρχε εκεί, προκειμένου να χωρίζει κάπως τον δικό μας από τον χώρο των Αμερικανών, το οποίο ήταν χαλαρό σε εκείνο το σημείο, από τις συχνές εισόδους και εξόδους του πρώην οδηγού.

 Όταν βρέθηκα στον αυλόγυρο του στρατοπέδου τους, είδα πράγματι να με περιμένει έξω από το διοικητήριο τους μια καναδέζα, στην οποία και μπήκα να ακούσω τουλάχιστον πως δουλεύει ο κινητήρας της.

 Άλλαξα κάμποσες φορές τις ταχύτητες μια πάνω μια κάτω προκειμένου να δω πως αντιδρά το κιβώτιο της, έκανα επιτόπου δύο τρεις φορές μπρος πίσω και ικανοποιημένος από την πρώτη μας γνωριμία, κατέβηκα απ’ αυτήν.

 Ψάχνοντας μετά στην αποθήκη της μνήμης μου, προσπαθούσα να θυμηθώ με ποιες λέξεις στα Αγγλικά του γυμνασίου, θα μπορούσα όπως είπα να  συστηθώ στους Αμερικανούς.

 Αφού έπρεπε να γνωρίσω αυτούς που για τρεις μήνες θα υπηρετούσα στο εξής, ήταν λογικό το να επισκεφτώ πρώτα τον διοικητή τους, ο οποίος βρισκόταν στο διοικητήριο τους εκείνη την στιγμή και έφερε τον βαθμό του λοχαγού.

 Σηκώθηκε από την θέση του αυτός μόλις είδε να μπαίνω στο γραφείο του και με λίγα κουτσά Ελληνικά, όπως και τα δικά μου Αγγλικά άλλωστε, έλεγε με πολύ προσπάθεια ότι χαιρόταν για την γνωριμία μας, αφού ήδη ήταν ενήμερος για την δική μου επίσκεψη.

 Αφού χάρηκα κι εγώ για την γνωριμία μας, με σύστησε στην συνέχεια σε κάποιον άλλον αξιωματικό που στεκόταν παράμερα και έφερε τον βαθμό του υπολοχαγού, ο οποίος όπως άκουσα να μου το διευκρινίζει αυτό ο διοικητής τους, ήταν ο υποδιοικητής του στρατοπέδου τους και Ελληνικής καταγωγής.

 Αν και Ελληνικής καταγωγής όμως αυτός, προτίμησε να χαρεί για την γνωριμία μας στα Αμερικάνικα Αγγλικά βεβαίως, τα οποία και είπε πολύ ψιθυριστά, σαν να μην ήθελε να τα ακούσω.

 Αφού ολοκληρώθηκε η μεταξύ μας γνωριμία, βγήκαμε μετά από λίγο όλοι μαζί έξω από το διοικητήριο τους, από όπου καλούσε ο λοχαγός κάποιον από τους στρατιώτες του, προκειμένου να μας πλησιάσει.

 Αυτός όμως ξάπλωνε μισόγυμνος πάνω σε μια σεζλόνγκ και όπως το έδειχνε αυτό, έκανε ηλιοθεραπεία εκείνη την στιγμή, αν και ήταν τέλη Οκτωβρίου όπως το ανέφερα και απ’ ότι επίσης έδειχνε με την απάθεια του, σημασία δεν έδινε για το κάλεσμα που του έκανε ο διοικητής του.

 Ωστόσο, κάτι του έλεγε σαν απάντηση που εγώ δεν κατάλαβα, αλλά και με μπόλικη απάθεια, συνέχισε να ξαπλώνει σαν να μη συνέβαινε τίποτε.

 – Πω πω!! είπα μέσα μου. Τον φωνάζει ο διοικητής του και αυτός κάνει το ανήξερο. Που να το έκανε αυτό κάποιος στον δικό μας διοικητή, θα του έτρωγε τα σκότια.

 Αφού δεν ερχόταν κοντά μας αυτός που ξάπλωνε, μου είπε ο λοχαγός τους ότι πρέπει να πάω στο αυτοκίνητο μου και εκεί να τον περιμένω. Με χαιρέτισε με χειραψία στην συνέχεια και αφού έκανε νόημα στον υπολοχαγό, πήγαν πάλι μαζί στο γραφείο του.

 Τον υπολοχαγό τους, αυτόν τον Ελληνικής καταγωγής, τον συνάντησα πολλές φορές παλιότερα να συναλλάσσεται στην αγορά του Κιλκίς. Ποτέ μου όμως δεν τον άκουσα να λέει ούτε μια λέξη στα Ελληνικά, ενώ τα ήξερε άπταιστα.

 Αυτός λοιπόν ο υπολοχαγός, μου θύμιζε εκείνους τους γενίτσαρους, για τους οποίους πολλές φορές μας ανέφεραν οι δάσκαλοι στο σχολείο, ότι παρουσιάζονταν πιο εχθρικοί και από τούς κάθε λογής εχθρούς που αντιμετώπιζε η πατρίδα μας κατά καιρούς στην μακρόχρονη ιστορία της.

 Ο παλιός μας διοικητής βέβαια, που δεν κολλούσε πουθενά και δεν υπολόγιζε και πολύ εκείνον τον γενίτσαρο υπολοχαγό, του μιλούσε μόνον στα Ελληνικά και αδιαφορούσε αν αυτός του έλεγε συνεχώς ότι δεν τα καταλάβαινε.

 Για να επανέλθω όμως στο θέμα, όντως πήγα στην Καναδέζα μου εγώ και όπως μου το ζήτησε ο λοχαγός τους, περίμενα να έρθει εκεί αυτός που έκανε αδιάφορος την ηλιοθεραπεία του.

 Δεν βιάστηκε να μ’ επισκεφτεί και όταν επιτέλους ήρθε κοντά μου, είδα ότι ήταν σαραντάρης περίπου στην ηλικία. Ήταν ντυμένος στρατιώτης όμως και έφερε τον βαθμό του αρχιλοχία.

 Αφού με κοίταξε καλά καλά αυτός για λίγο και από πάνω μέχρι κάτω, μου έκανε νόημα μετά να τον ακολουθήσω, χωρίς να μου πει ούτε ένα απλό γεια. Ακολουθώντας τον λοιπόν, με ξεναγούσε αμίλητος στους υπόλοιπους χώρους των κτιριακών τους εγκαταστάσεων.

 Με πήγε στα μαγειρεία, στην τραπεζαρία, στον χώρο διασκέδασης τους κι εκεί όπου ήταν η μπυραρία, η τσόχα για τα χαρτιά που έπαιζαν, όπως και το μπιλιάρδο τους. Με πήγε μετά στο Κ.Ψ.Μ τους, στον κινηματογράφο τους και στην αίθουσα αναμονής με την βιβλιοθήκη τους, μέσα στην οποία είχε ένα πολύ μεγάλο ραδιοπικάπ σαν τα έπιπλα μπουρό που είχαν τότε οι άνθρωποι στα σπίτια τους.

 Με έβαλε στην συνέχεια να καθίσω στην πολυθρόνα του σαλονιού τους και με κέρασε μια μπύρα από αυτές που κρατούσε στο χέρι του. Έβαλε απαλά την μουσική, κάθισε στην απέναντι πολυθρόνα και μιλώντας αργά και προσεκτικά, μου έδωσε να καταλάβω, πια θα ήταν τα καθήκοντά μου.

 Αφού μου εξήγησε και ποιες και πόσες θα ήταν οι ώρες απασχόλησης μου στην δική τους υπηρεσία, μου είπε μετά ότι μπορούσα αν ήθελα να μένω σε οποιονδήποτε χώρο απ’ αυτούς που μου έδειξε, ώστε να με βρίσκουν αμέσως όταν και εφόσον με ήθελαν.

 Όταν άνοιξε και την έκτη μπίρα που κρατούσε στα χέρια του, μου εξιστόρησε μετά και λίγα από την ζωή του, γιατί από εδώ και πέρα όπως είπε θα ήμασταν μόνιμοι συνεργάτες και ως εκ τούτου, ήταν απαραίτητο να γνωριστούμε όσο γινόταν καλύτερα.

Συνεχίζεται…

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *