Έκλεψαν την νύφη

   Σταθήκαμε λοιπόν στην μέση του δρόμου και με υπομονή θα λέγαμε περιμέναμε εκεί μέχρι που να περάσουν στο απέναντι πεζοδρόμιο, όλοι αυτοί που συνόδευαν την νύφη, μπροστά από τους οποίους, μια ομάδα οργάνων έπαιζε τα γνωστά τραγούδια της και με γρήγορα βήματα κατευθυνόταν προς την γειτονική εκκλησία.

Την ανάγκη του πρωινού Σαββατιάτικου γάμου μελετώντας όμως, άκουσα κάποια στιγμή και τον μπάρμπα Χαράλαμπο να  μονοπωλεί μάλλον κάνοντας τις ίδιες σκέψεις μ’ εμένα, γιατί έλεγε απορώντας, ότι ό λα τα είχε δει στην ζωή του, αλλά γάμο το πρωί του Σαββάτου, πρώτη του φορά έβλεπε.

Και πριν ακόμη ολοκληρώσει τον λόγο του, άνοιξε γρήγορα το παράθυρο του αυτοκινήτου μου και με πολλά ερωτηματικά στην φωνή του, ζήτησε από έναν περαστικό και καλοντυμένο κύριο να του πει, για ποιόν λόγο έκαναν τον γάμο τους τόσο νωρίς του Σαββάτου.

Στάθηκε ο άνθρωπος στο άκουσμα της ερώτησης που του έγινε και απαντώντας την, έλεγε στον μπάρμπα Χαράλαμπο με κάποια ικανοποίηση στην φωνή του, ότι έκλεψαν την νύφη από τους γονείς της εχθές το βράδυ και για να μην έρθουν να τους την πάρουν, τρέχουν τώρα τα παιδιά να στεφανωθούν.

Αγαπιούνται αυτά πρόσθεσε, αλλά οι γονείς της νύφης δεν θέλουν τον γαμπρό για κάποιον λόγο, γι’ αυτό και βλέπετε να γίνεται αυτό σήμερα και μάλιστα τόσο πρωί του Σαββάτου.

Από όσα ξέρω πάντως, τα είχαν κανονίσει από πριν όλα αυτά τα παιδιά πρόσθεσε και για να μην πάνε στην εκκλησία σαν σε κηδεία, κάλεσαν και όργανα να συνοδέψουν την πορεία τους προς την εκκλησία. Όπως ακούτε κι εσείς όμως, ακόμη παίζουν τα νυφιάτικα τραγούδια.

Άφωνοι μείναμε μετά από την ενημέρωση που μας έκανε ο άνθρωπος, αλλά κι αυτός, τρέχοντας πήγε να σταθεί πίσω από την πομπή, μη χάσει την συνέχεια. Ο μπάρμπα Χαράλαμπος όμως, πάλι μονολογούσε.

Και μη μπορώντας να συγκρατήσει περισσότερο τις σκέψεις του, με ερωτηματικά στον λόγο του το έκανε. Καλά, έλεγε. Κλέβουν ακόμη τις νύφες; Αυτό είπε μόνον και θέλοντας να απαντήσει ό ίδιος στο ερώτημα που έθεσε, πάλι έλεγε μόνος του.

Κι εγώ Μιχάλη έκλεψα την Βαγγελιώ το εξήντα, γιατί δεν μου την έδινε το αφεντικό της. Όχι ο πατέρας της, αλλά το αφεντικό της. Ξεκίνα όμως, πρόσθεσε και θα σου τα λέω στον δρόμο. Και καθόλου μη με κοιτάς, γιατί αυτό αναγκάστηκα να κάνω κι εγώ.

Ξεκίνησα λοιπόν αφού πέρασε από μπροστά μας κι ο τελευταίος της γαμήλιας πομπής κι όπως έπρεπε, πήρα πια τον δρόμο προς τον προορισμό μας, αλλά κι άκουγα τον μπάρμπα Χαράλαμπο να μου διηγείται, το πως  αυτός αναγκάστηκε όπως είπε να κλέψει την Βαγγελιώ.

Κι αυτό εξιστορώντας, έλεγε αναπολώντας τα περασμένα. Όταν που λες με συμμάζεψαν ο κύριος Θόδωρος και η κυρά Ασημίνα και σαν παιδί τους με είχαν στα δεκαεπτά μου χρόνια, στο σπίτι τους έμενα πλέον για να μην ζω στο δικό μας μόνος μου.

Και για να με πάρει μαζί του στην δουλειά, όπως το μελετούσε από εκεί και μετά, έπρεπε να μου βγάλει ταυτότητα, γιατί δεν είχα. Και πως να είχα δηλαδή, αφού έχασα τους γονείς μου κι ορφανός καθώς μεγάλωνα από μόνος μου, δεν είχα στον νου μου πως και για ποιο λόγο να ενδιαφερθώ για την έκδοση της.

Για να βρούμε όμως την αρχή μου, στο σπίτι μας πήγαμε μια μέρα και μαζί ψάχναμε να βρούμε τα σχετικά χαρτιά αν υπήρχαν κάπου και να δείχνουν όπως έπρεπε, ποιος ήμουν εγώ και ποιοι ήταν οι γονείς μου.

Μετά από πολύ ψάξιμο είναι αλήθεια, όντως βρήκαμε τα χαρτιά που χρειαζόμασταν και τα βρήκαμε όλα πολύ καλά φυλαγμένα, μέσα σε ένα μεταλλικό κουτί, από αυτά που βάζαμε τότε τον καφέ και την ζάχαρη.

Το στεφανοχάρτι δηλαδή όπως έλεγαν τότε την ληξιαρχική πράξη γάμου του πατέρα μου με την μητέρα μου, όπως και το χαρτί που έλεγε πότε και που γεννήθηκα εγώ. Την βεβαίωση του πατέρα μου ως εργαζόμενος στο λιμάνι, όπως και μερικά ακόμη χαρτιά, τα οποία πήρε ο κύριος Θόδωρος στα χέρια του.

Μαζί με δύο συναδέλφους του μετά από λίγες μέρες, με πήγαν συνοδεία στο αστυνομικό τμήμα της γειτονιάς τους, όπου και μου έβγαλαν τελικά την ταυτότητα που χρειαζόταν, για να πιάσω όπως σου είπα δουλειά στο λιμάνι.

Με αυτήν στα χέρια λοιπόν και με κηδεμόνα μου τον κύριο Θόδωρο όπως τους δήλωσε και με μια παράγραφο να δηλώνει προς όλους, ότι ήμουν θύμα πολέμου, γιατί εκεί σκοτώθηκε ο πατέρας μου, αμέσως με έκαναν δεκτό στην υπηρεσία τους.

Κι αφού είχα επίσημα χαρτιά πλέον μαζί μου, όπως και ταυτότητα, όχι μόνον εργαζόμουν νόμιμα, αλλά και με θάρρος την έδειχνα παντού αυτήν και κάθε φορά που με σταματούσαν οι αστυνομικοί στο δρόμο για έλεγχο.

Όπως σου είπα όμως, δυτικά της πόλης μας ήταν το σπίτι του κυρίου Θόδωρου κι επειδή όλοι σχεδόν οι κάτοικοι είχαν ζώα στα σπίτια τους τότε, μύριζε άσχημα εκείνα τα χρόνια η συγκεκριμένη περιοχή.

Και για να διασκεδάσουν κάπως την κακοσμία της περιοχής τους, κατέληξαν τελικά να την ονομάσουν Εύοσμο. Καθώς σου το ανάφερα κι αυτό βέβαια στις κουβέντες μας κι ο κύριος Θόδωρος είχε άλογο στο σπίτι του, οπότε κι εμείς πρέπει να πω ότι συμβάλαμε στην ύπαρξη αυτής της κακοσμίας.

Με την βοήθεια του αλόγου του όμως, όπως και με την συμμετοχή της καρότσας του, μαζί με τον κύριο Θόδωρο κάθε πρωί κατεβαίναμε στο λιμάνι για δουλειά κι από τα χαράματα μάλιστα ήμασταν στο πόστο μας.

Ως χαμάλης δούλευα εκεί βέβαια και με το ιδικό σαμάρι στην πλάτη όπως το έλεγαν τότε οι παλιοί, φόρτωνα και ξεφόρτωνα στα αμπάρια των καραβιών, σιτάρι κι οτιδήποτε άλλο είχαν μέσα τα βαριά σακιά.

Όταν τελειώναμε όμως από αυτές τις υποχρεώσεις, κάναμε και μεταφορές με την καρότσα του κυρίου Θόδωρου. Παίρναμε δηλαδή τα εμπορεύματα που ερχόταν με κάποιο καράβι στο λιμάνι και με εντολή των εμπόρων, στα καταστήματά τους τα πηγαίναμε.

Από αυτήν την σχέση που λες έγινα γνωστός κι εγώ στην αγορά κι ακόμη με χρησιμοποιούν οι καταστηματάρχες για τις μικρό μεταφορές τους όπως ξέρεις, όσοι από αυτούς βέβαια με παρέδωσαν θα έλεγα στις υπηρεσίες των παιδιών τους, όπως και σ’ αυτές των εγγονών τους.

Εκείνο τον καιρό όμως, μαζί με τον κύριο Θόδωρο δουλεύαμε και με τα δικά του μέσα κάναμε τις μεταφορές μας. Κι εγώ όμως, ότι χρήματα έπαιρνα από την επίσημη δουλειά μου, όπως κι από αυτές που μαζί με τον Κύριο Θόδωρο κάναμε, όλα στην κυρά Ασημίνα τα έδινα μιμούμενος αυτόν, αλλά και σαν μάνα μου την ένοιωθα.

Την Βαγγελιώ όμως, ποτέ μου δεν την ξέχασα. Όλο εκεί γύρο από το σπίτι που εργαζόταν δηλαδή τριγύριζα για να την βλέπω, αλλά και κάπως κρυφά την συναντούσα έστω και για λίγο, μη μας πάρει είδηση το αφεντικό της.

Είχε και κατάστημα στην αγορά αυτός και πολλές φορές του πηγαίναμε εμπορεύματα στο μαγαζί του. Σκόπιμα όμως πάντα, όλο και του ζητούσα να με προσλάβει στην επιχείρησή του, αλλά ποτέ του δεν με δέχτηκε. Ήθελα να είμαι κοντά στην Βαγγελιώ δηλαδή, γι’ αυτό και τον παρακαλούσα να με προσλάβει. Αυτός όμως, δεν το έκανε, αν και δεν ήξερε κάτι για την παιδιάστικη σχέση μας.

Κι ο πατέρας της Βαγγελιώς ερχόταν να την δει κατά αραιά διαστήματα κι όταν ερχόταν, πάντα με ένα καλάθι στα χέρια το έκανε. Μέσα δε, πάντα τα ίδια πράγματα είχε όπως μου έλεγε η Βαγγελιώ, συγκινημένη κατά κάποιον τρόπο από την χειρονομία του πατέρα της.

Και τί είχε μέσα δηλαδή; Λίγο χωριάτικο ψωμί, λύγο σπιτικό κατσικίσιο τυρί, λίγα αυγά, όπως κι ένα ζωντανό κοτόπουλο κάθε φορά, που το είχε δεμένο από τα πόδια στο χερούλι του καλαθιού, μη τυχόν και του φύγει.

Όποτε τον έβλεπα όμως, όλο και προσπαθούσα να ζητήσω από αυτόν την Βαγγελιώ σε γάμο, αλλά αυτή δεν με άφηνε να το κάνω, γιατί πολύ φοβόταν από την αντίδραση του αφεντικού της όπως έλεγε. Για να μην την φέρω σε δύσκολη θέση λοιπόν, συνεχώς το ανέβαλα. Αλλά κι αυτή μικρή ήταν ακόμη.

Όταν όμως ήρθε η ώρα και με κάλεσαν στον στρατό, έχασα την Βαγγελιώ, αλλά ποτέ δεν την ξέχασα. Της έγραφα γράμματα και με τρόπο τις τα έδινε ο Κύριος Θόδωρος όταν του δινόταν η ευκαιρία.

Εξαιτίας αυτού όμως, εκπαιδεύτηκα κι εγώ πολύ καλά στα γράμματα πρέπει να σου πω, γιατί έτυχε να υπηρετώ μαζί με έναν δάσκαλο στον ίδιο λόχο κι αυτός μου έγραφε τα γράμματα μέχρι να μάθω πως να το κάνω μόνος μου.

Ήξερα λίγα πράγματα από το μπακάλικο όπως σου είπα, αλλά κανονικός μαθητής, έγινα στα είκοσι μου χρόνια. Κι επειδή είχα πολύ πόθο όπως μου έλεγε ο δάσκαλος, γρήγορα έμαθα να διαβάζω και να γράφω με την βοήθειά του.

Όταν πια απολύθηκα και γύρισα ξανά στους δικούς μου και στην δουλειά μου, ζήτησα από τον κύριο Θόδωρο να μιλήσει με το αφεντικό της Βαγγελιώς, ώστε να μου επιτρέψει επιτέλους αυτός να την παντρευτώ, αν δεν είχε αντίρρηση.

Άκουσε αυτός το αίτημά μας, αλλά επειδή την χρειαζόταν στο σπίτι του σαν υπηρέτρια, δεν ήθελε να μου την δώσει. Και για να δικαιολογήσει την άρνησή του, έλεγε στον κύριο Θόδωρο ότι ήμουν πολύ φτωχός κι ότι με τα λύγα χρήματα που έπαιρνα σαν χαμάλης, δεν θα μπορούσα να συντηρήσω την οικογένειά μου αν παντρευόμουν.

Θύμωσα μαζί του πρέπει να σου πω, γι’ αυτό και πήρα την απόφαση μια μέρα, ώστε να την κλέψω, μια και δεν μου την έδινε με το καλό. Κι αφού συμφώνησε και η Βαγγελιώ μαζί μου, δεν άργησα να αναφέρω και στον κύριο Θόδωρο την απόφασή μας.

Ναι, έλεγε αυτός, αλλά αν έρθετε να μείνετε στο δικό μου σπίτι, αμέσως θα έρθει αυτός με την Αστυνομία να σας χαλάσει τα σχέδια. Για να αποφύγουμε λοιπόν αυτό το ενδεχόμενο, θα πρέπει να ετοιμάσουμε το δικό σου σπίτι κι εκεί να μείνετε για να μην σας βρουν εύκολα.

Αν προλάβουμε όμως να σας παντρέψουμε, πριν καταφέρουν αυτοί να σας βρουν, τότε κανείς δεν θα μπορέσει να σας χωρίσει. Συμφωνώντας λοιπόν με τον κύριο Θόδωρο για όσα μας έλεγε, πήγαμε οι τρεις μας μια μέρα στο σπίτι που κι εσύ γνωρίζεις τώρα και μαζί με τον κύριο Θόδωρο και την κυρία Ασημίνα, λαμπίκο το κάναμε, ώστε να μπορεί να μας στεγάσει.

Όταν ποια όλα ήταν έτοιμα και καθαρά μέσα, τότε ζητήσαμε να μας βάλει και η ΔΕΗ το ρεύμα που χρειαζόμασταν. Νερό όμως δεν είχαμε ακόμη μέσα στο σπίτι. Αυτό που χρειαζόμασταν δηλαδή, το παίρναμε σε δοχεία από μια βρύση που υπήρχε στην αλάνα της γειτονιά μας.

Μετά κι από αυτήν την τακτοποίηση που λες, στην εκκλησία της περιοχής μας πήγαμε μια μέρα μαζί με τον κύριο Θόδωρο και την κυρία Ασημίνα, όπου και κανονίσαμε την ημέρα και την ώρα που θα κάναμε τον γάμο μας με την Βαγγελιώ, έστω και στα κρυφά.

Όταν λοιπόν τα είχαμε όλα τακτοποιημένα και συμφωνημένα, κλέψαμε κατά κάποιον τρόπο την Βαγγελιώ από την επιτήρηση του αφεντικού της ένα Σαββατόβραδο και στο ετοιμασμένο σπίτι μας την πήγαμε, όπου και κανίς δεν θα μπορούσε να μας βρει όσο κι αν μας έψαχνε.

Εκεί ξημερώσαμε λοιπόν όλοι μαζί και σαν γονείς μας συνόδεψαν το πρωί της Κυριακής στην εκκλησία ο κύριος Θόδωρος και η κυρία Ασημίνα, όπου και περιμέναμε να γίνει ο γάμος μας μετά την λήξη της Θείας λειτουργίας.

Μετά το τέλος της λειτουργίας λοιπόν, μας έκανε νόημα ο παππάς να πλησιάσουμε και με κουμπάρο τον κύριο Θόδωρο τελέσαμε τελικά το μυστήριο. Κι αφού υπογράψαμε τα σχετικά χαρτιά και νόμιμα πια ήμασταν σύζυγοι, χαρούμενοι πήγαμε στο σπίτι μας και ήσυχοι από τότε και μετά ζούμε σ’ αυτό.

Μαζί με αυτά όμως, πρέπει να σου πω, ότι όσα χρήματα κι αν έδωσα στην κυρία Ασημίνα από την δουλειά μου, όλα μου τα είχε φυλαγμένα και στα χέρια της Βαγγελιώς τα έδωσε όταν μπήκαμε στο σπίτι μας, για να συντηρηθούμε με κουμάντο όπως της συμβούλευε σαν να ήταν η μητέρα της.

Δεν παρέλειψε δε, να συμβουλέψει κι εμένα μετά, όταν έλεγε με κάποια συγκίνηση στην φωνή της, να αγαπώ την Βαγγελιώ, αλλά και να την φροντίζω, όπως ακριβώς έκανε κι ο κύριος Θόδωρος.

Από τότε και μετά πάντως Μιχάλη, όλα η Βαγγελιώ τα κουμαντάρει στο σπίτι μας. Κι έμπειρη καθώς ήταν από την διαχείριση του σπιτιού που υπηρετούσε, μια χαρά κάναμε την οικογένειά μας και πέντε παιδιά μεγαλώσαμε μαζί, έστω κι αν ήταν λίγα τα χρήματα που της πήγαινα από την δουλειά μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *