Βρήκα επιτέλους τον μπάρμπα Χαράλαμπο

   Μετά από τα καλά αποτελέσματα που μας προέκυψαν, από την επαναφορά της γυναίκας μου στα φυσιολογικά πλαίσια δηλαδή, πάλι άρχισα να θυμάμαι τον εξαφανισμένο μπάρμπα Χαράλαμπο, γιατί με τα προβλήματά μου απασχολημένος, τον ξέχασα για τα καλά όπως σας είπα.

Στο καλοκαίρι του 2015 φτάσαμε εν τω μεταξύ κι ευχαριστημένοι καθώς ήμασταν πια, από την διανοητική εξέλιξη της γυναίκας μου, μόνον τις διακοπές μας σκεπτόμασταν και μάλιστα πως θα της περνούσαμε καλύτερα στο χωριό μας όπως πάντα.

Εκεί λοιπόν πήγαμε κι από τις αρχές του Ιουνίου ετοιμάσαμε τους χώρους του σπιτιού μας. Κι αφού ακόμη εξυπηρετούσα τους πατέρες της μονής μας, από εκεί φρόντιζα για την τακτοποίηση των αναγκών τους.

Καλά περνούσαμε εκεί είναι αλήθεια και παρέες καθώς είχαμε τους πολύ καλούς μας γείτονες, όλοι μαζί τρώγαμε κι όλοι μαζί αντιμετωπίζαμε τις όποιες ανάγκες μας. Κι επειδή το δικό μας σπίτι έχει μεγαλύτερη άπλα, τις περισσότερες φορές σ’ αυτό κάναμε τα κοινά μας τραπεζώματα.

Ακόμη και τώρα που σας κάνω αυτήν την αναφορά, το ίδιο κάνουμε βέβαια και καθόλου δεν διστάζουμε να καλούμε κι άλλους γνωστούς και αγνώστους να πλαισιώσουν την παρέα μας.

Όχι γιατί θέλουμε να γίνουμε απλώς περισσότεροι, αλλά γιατί εκτιμούμε την δυνατότητα που μας παρουσιάζεται κατά την διάρκεια της μεταξύ μας συναναστροφής, πως να σπουδάσουμε την απαλλαγή του εαυτού μας, από τον επιζήμιο για όλους μας ανθρώπινο εγωισμό.

Εγκλωβισμένοι όμως στις συνήθειές τους οι άνθρωποι, δίσταζαν κι ακόμη διστάζουν να ανταποκριθούν στο κάλεσμα μας, αν και πολλοί είναι αυτοί που δηλώνουν, ότι τους αρέσει το σκεπτικό κι ότι στην πρώτη ευκαιρία θα φροντίσουν να μας επισκεφτούν.

Ανεξάρτητα πάντως από την δική τους δυσκολία να κόψουν κάτι έστω από τον προσωπικό τους εγωισμό, εμείς κανονικά συνεχίζουμε να κάνουμε αυτό που ξέρουμε, οπότε, ούτε και την συντροφιά της γιαγιάς Μάλαμας δεν αποκλείσαμε από την παρέα μας.

Αυτήν βέβαια, από την πρώτη στιγμή που ολοκληρώσαμε το σπίτι μας στο χωριό την εντάξαμε στην συντροφιά μας και όσο ζούσε η μητέρα μου, πολύ καλή παρέα της έκανε. Αλλά και μετά από τον θάνατο της μητέρας μου το ίδιο συνεχίσαμε να κάνουμε με την γιαγιά Μάλαμα, οπότε, μονίμως την είχαμε καλεσμένη στο τραπέζι μας. Και δεν σταματήσαμε να κάνουμε το ίδιο, μέχρι που μας έφυγε κι αυτή μια μέρα μετά από τρία χρόνια και στα 85 της πλήρης ημερών.

Ευχαρίστως πρέπει να πω ότι την είχαμε στην συντροφιά μας, όχι μόνον γιατί κάλυπτε με την παρουσία της την απουσία της μητέρας μου, αλλά και γιατί μας έκανε να γελάμε κάθε μέρα, με αυτά που μας εξιστορούσε ως περιπέτειες της ζωή της.

Είναι αλήθεια τώρα, ότι κι αυτή χαιρόταν την δική μας παρέα, αφού εντελώς μόνη της ζούσε πια μετά από τον θάνατο του άντρα της. Και δεν χαιρόταν απλώς την δική μας παρέα, γιατί με συγκίνηση έτρωγε στο τραπέζι μας, όταν έβλεπε να της κρατούμε καθημερινά μια θέση ανάμεσά μας.

Μας έλεγε βέβαια ότι ερχόταν που και που ο γιός της να την δει, αλλά εμείς δεν τον βλέπαμε. Της καθημερινές έρχεται μας έλεγε η γιαγιά Μάλαμα κι αφού εσείς έρχεστε μόνον τα Σαββατοκύριακα εδώ, δεν τον συναντάτε.

Οι γείτονες βέβαια έλεγαν τα αντίθετα, αλλά αφού αυτή έτσι ήθελε να μας λέει για τον γιό της, δεχόμασταν την δήλωσή της χωρίς να της κάνουμε κανένα σχόλιο. Να όμως που ήρθε μια μέρα αυτός κι όπως μας το είχε τάξει η γιαγιά Μάλαμα, μας τον έφερε να τον γνωρίσουμε.

Όταν τον είδα όμως, από τα σύννεφα έπεσα, γιατί τον γνώριζα και μάλιστα ο μπάρμπα Χαράλαμπος μου τον σύστησε μια μέρα στην αγορά, όταν τους βρήκα να μιλούν οι δυο τους έξω από μια τράπεζα.

Ως συγγενή του γαμπρού του Αλέκου μου τον σύστησε κι όπως μου έλεγε αργότερα για την περίπτωσή του, ήταν λίγο ιστορία ο άνθρωπος. Μια και βρεθήκαμε γνωστοί όμως, ευχαρίστως δεχθήκαμε κι αυτόν στην παρέα μας.

Από όσα μας ανάφερε για τον εαυτό του όμως, έλεγε ότι είχε μεν οικογένεια, αλλά για δικούς του λόγους, ζούσε μόνος του και κάπου κοντά στον γαμπρό του μπάρμπα Χαράλαμπου έμενε κι επειδή ήταν πολύ απασχολημένος με την δουλειά του, δεν ερχόταν και πολύ συχνά να δει την μητέρα του.

Δεν είχε και αυτοκίνητο όμως ο άνθρωπος, οπότε κι αυτός ήταν ένας λόγος που δεν της έκανε συχνές επισκέψεις. Μας ευχαρίστησε ωστόσο για το ενδιαφέρον που δείχναμε στην ηλικιωμένη μητέρα του κι αφού ήπιε μαζί μας ένα δυο τσίπουρα εκείνη την ημέρα, μας υποσχέθηκε ότι στο εξής θα της έκανε πιο συχνές επισκέψεις και μ’ αυτήν την δήλωση μας χαιρέτισε μετά από λίγο.

Τον συνόδευσα μέχρι την έξοδο του οικοπέδου μας βέβαια, οπότε εκεί πια τον ρώτησα να μου πει, αν ήξερε κάτι για τον μπάρμπα Χαράλαμπο, γιατί τον έχασα όπως του είπα. Μη τον ψάχνεις έλεγε αυτός κατηγορηματικά, γιατί αρρώστησε η γυναίκα του κι όπως έμαθα από τον γαμπρό του, τους κάλεσε στην Κατερίνη η άλλη κόρη του, η Άννα.

Αν εμφανιστεί του είπα στο τέλος, ή αν μάθεις από τον Αλέκο κάτι γι’ αυτόν, κάνε τον κόπο να με ενημερώσεις, γιατί άρχισα να ανησυχώ πια για την απουσία του, αν και τίποτε δεν μπορώ να κάνω εγώ από εδώ που βρίσκομαι.

Έφυγε βέβαια αυτός μετά από αυτά που είπαμε, αλλά εγώ έμεινα στην αυλόπορτα να σκέφτομαι, ότι μάλλον έπρεπε να δεχθώ, ότι έχασα δια παντός τον σοφό μπάρμπα Χαράλαμπο.

Αυτό σκεπτόμενος λοιπόν μια μέρα που βρέθηκα στη Θεσσαλονίκη για τις ανάγκες των μοναχών, πήγα μέχρι το σπίτι του, αλλά κι όταν χτυπούσα την πόρτα τους, κανείς δεν μου άνοιγε.

Υπολόγιζα να βρω κάποιο από τα άλλα δυο παιδιά τους εκεί τουλάχιστον, αν και ποτέ μου δεν τα γνώρισα, αλλά άδικος κόπος. Κανείς δεν ήταν εκεί.

Και τον ευρύτερο χώρο που περιεργάστηκα στην συνέχεια, έβλεπα ότι σηκωνόταν πολυκατοικίας πια στην έρημη από παλιά γειτονιά του μπάρμπα Χαράλαμπου και κανένας δεν ήταν εκεί από τους γείτονές του, ώστε να μου πει τί απέγινε. Οπότε, ούτε κι αυτά που μου είπε ο γιός της γιαγιάς Μάλαμας δεν μπόρεσα να διασταυρώσω.

Ακόμη και στην ρεματιά που μου έδειξε προ καιρού πήγα να τον ψάξω, στην περίπτωση που τον υποχρέωναν οι ιδιοκτήτες να φύγει από το σπίτι που μεγάλωσε, αφού όπως μου είχε πει δεν ήταν δικό του κι ενδεχομένως να εγκαταστάθηκε εκεί που κάποιος φίλος του υπέδειξε να μείνει αν του συνέβαινε κάτι τέτοιο. Κι εκεί που πήγα δηλαδή, στα κουτουρού τον έψαχνα, αφού δεν πρόλαβε να μου δείξει το σπίτι που θα έμενε σε μια τέτοια περίπτωση.

Ήξερα βέβαια, ότι κάπου στην Τούμπα έμενα η κόρη του η Ευδοξία, αλλά δεν ήξερα που ακριβώς ήταν το σπίτι της, ώστε από αυτήν να μάθαινα κάτι για τον πατέρα της. Τον άντρα της θυμήθηκα όμως κι αυτόν πήγα να βρω στο κατάστημά του, με την ελπίδα πάντα, να μου δώσει αυτός κάποια απάντηση για τον λόγο της απουσίας του μπάρμπα Χαράλαμπου.

Μαζί με αυτό και νέα τους θα ήθελα να μάθω είναι αλήθεια, για το πως αντιμετώπιζε πλέον την ζωή της η Ευδοξία, αφού ποτέ δεν πήγα να τους βρω, μη θέλοντας να μπω στα πόδια τους. Άλλωστε, μόνοι τους έπρεπε να προσπαθήσουν την επανένταξή της στην ζωή και οικογενειακά μάλιστα έπρεπε να το κάνουν.

Για να αποφύγω λοιπόν, την οποιαδήποτε δική μου ανάμιξη στο πρόβλημά τους, ούτε κι από την περιοχή του καταστήματός του Αλέκου δεν επιχείρησα να περάσω τα προηγούμενα χρόνια.

Μια κι αποφάσισα να βρω αυτόν όμως, πράγματι πήγα να τον δω κι από όσα κουβεντιάσαμε εκεί, έτσι όπως μου τα είπε ο γιός της γιαγιάς Μάλαμας είχε το πράγμα, οπότε από αυτόν ζήτησα το τηλέφωνο της Άννας, ώστε να μιλήσω από τηλεφώνου έστω με τον μπάρμπα Χαράλαμπο.

Αφού είχα το τηλέφωνό της λοιπόν, όταν επέστρεψα στο χωριό, από εκεί της έκανα μια κλήση κι αφού της θύμισα την δική μου ύπαρξη, με πολύ χαρά έδωσε το ακουστικό στον πατέρα της προκειμένου να τα πούμε τελικά οι δυο μας, έστω και μετά από τρία και πλέον χρόνια.

Πολύ χάρηκα για την κλήση που μας έκανες έλεγε αυτός μόλις άρχισε να μιλά και συγκινημένος καθώς ήταν, το πρόβλημά του έλεγε. Δεν μπορείς να πιστέψεις Μιχάλη, τι πέρασα και τι περνάμε ακόμη με την αρρώστια της Βαγγελιώς μου κι αυτός είναι ο λόγος που χάθηκα από την αγορά, αλλά και στην Κατερίνη μας κρατά εδώ και τρία χρόνια πια υπό την επίβλεψή της η Άννα μας.

Σου εύχομαι πάντως, να μη συναντήσεις τίποτε στην ζωή σου, από όσα τραβάω εγώ με τις αρρώστιες της Βαγγελιώς μου, γιατί και πολλές μαζί είναι και πολύ δύσκολη είναι η αντιμετώπισή τους.

Από όσα μου λες του είπα κι εγώ, μάλλον θα αργήσουμε να σε δούμε κι αφού εγώ δεν έχω κανένα λόγο να βρίσκομαι στην Κατερίνη, το μόνο που μπορώ να σου ευχηθώ από μακριά έστω, είναι, καλή υπομονή και καλό κουράγιο.

Να μείνεις σταθερός και προς τον Θεό όμως, του είπα, ώστε από την δική Του δύναμη αντλώντας, με ευκολία να αντιμετωπίσεις αυτά που σου έρχονται. Εμείς βέβαια, αδύναμοι άνθρωποι καθώς ήμαστε, συνεχώς βαρυγκωμάμε, αλλά εσύ μη το κάνεις, γιατί αυτή η συμπεριφορά με απιστία μοιάζει.

Η αλήθεια είναι τώρα, ότι κι εγώ βαρυγκωμώ μερικές φορές όταν δεν μου βγαίνουν τα πράγματα όπως εγώ θα ήθελα, αν και ξέρω ότι προκαλώ σοβαρή ζημιά στον εαυτό μου, με τέτοιου είδους συμπεριφορές.

Άνθρωποι είμαστε μπάρμπα Χαράλαμπε κι όλα μόνοι μας θέλουμε να τα αντιμετωπίζουμε, βασισμένοι στην δύναμη που βλέπουμε στον εαυτό μας. Ξεχνάμε δηλαδή ότι δεν είμαστε μόνοι μας στην ζωή και προπαντός ξεχνάμε, ότι και η ζωή που ζούμε του Θεού είναι.

Και το χειρότερο είναι, ότι δεν μπορούμε να χωνέψουμε, ότι καλεσμένοι από τον Θεό είμαστε, ώστε μαζί Του να ζήσουμε εδώ, όπως κι εκεί που θα μας δεχθεί αργότερα, αν κι εφόσον Του το ζητήσουμε βέβαια.

Για να μπορέσουμε όμως να μείνουμε μαζί Του ύστερα, θα πρέπει από εδώ να αποκτήσουμε προδιαγραφές. Αυτές λοιπόν είναι που μας κάνουν να δυσανασχετούμε, γιατί ο εαυτός μας δεν θέλει να κάνει αυτό που πρέπει, αλλά αυτό που το εγώ μας επιβάλει, αφού αυτό μας φαίνεται ποιο λογικό.

Κι αφού με το εγώ μας αντιμετωπίζουμε την ζωή, εύκολα μετά καταλήγουμε να πούμε και το εγωιστικό δεν υπάρχει Θεός. Λέμε δηλαδή στον εαυτό μας, ότι αφού δεν βλέπουμε να υπάρχει Αυτός στις ενέργειές μας, μια κι εμείς τα κάνουμε όλα, μάλλον Είναι ανύπαρκτος. Τόσο εγωιστικά δηλαδή αντιμετωπίζουμε κι αυτό τι θέμα.

Αμέσως πήρε τον λόγο ο μπάρμπα Χαράλαμπος και με πολύ κατανόηση έλεγε, ότι κι αυτός τα ίδια πιστεύει και τα ίδια μ’ εμένα κάνει, αν και πολλές φορές την ημέρα μετανιώνει για την συμπεριφορά του.

Ελπίζω να μας δώσει δύναμη ο Θεός είπε στο τέλος, ώστε να αντιμετωπίσουμε με αξιοπρέπεια αυτά που μας επιτρέπει να ζούμε, γιατί εμείς μόνο τον πόνο μας βλέπουμε στην ζωή κι από αυτόν θέλουμε να απαλλαγούμε αφού δεν μπορούμε να  καταλάβουμε, ότι όλα για το καλό μας είναι.

Ωστόσο πρόσθεσε, να μη ζήσεις ότι ζω, γιατί δύσκολα περνάμε όλοι εμείς εδώ, αφού ούτε και το σπίτι μου δεν μπορώ να δω πια, λόγω των υποχρεώσεών μου. Τα εγκατέλειψα όλα δηλαδή και δεν ξέρω, αν επανέρθω ποτέ στα πρότερα, γιατί και τα χρόνια περνούν κι όσο μεγαλώνουμε, μεγαλώνουν και τα προβλήματά μας κι εγώ όπως ξέρεις, δεν θέλω να τα φορτώσω στα παιδιά μου.

Για την ώρα πάντως, η Άννα μας σηκώνει το βάρος μας κι ελπίζω να μην την κουράσουμε πολύ. Όσο για το μέλλον μας τίποτε δεν μπορώ να σου πω. Χάρηκα όμως που τα είπαμε κι αφού έχεις το τηλέφωνό μας, κάνε μας που και που μια κλήση να σε ακούμε. Να δώσεις χαιρετίσματα στην γυναίκα σου λοιπόν κι αν το θελήσει ο θεός, μπορεί να τα πούμε από κοντά κάποια μέρα.

Αυτά άκουσα να μου λέει ο μπάρμπα Χαράλαμπος κι αφού πολύ στενάχωρα ήταν όλα, δεν θέλησα να τον φορτώσω και με τα δικά μου προβλήματα, οπότε, τίποτε δεν του είπα από αυτά που κι εγώ βίωνα με την δική μου γυναίκα.

Τον χαιρέτησα λοιπόν κι όπως έπρεπε, του υποσχέθηκα να μιλάμε από το τηλέφωνο τουλάχιστον, ώστε να λέει κι αυτός κάπου τον πόνο του, προκειμένου να τον αντιμετωπίζει ποιο μαλακά.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *