Είδε και δεύτερο όνειρο η Θοδώρα

  Ωστόσο βέβαια, αυτά που σας ανάφερα στα προηγούμενα γινόταν στο περίεργο περιβάλλον της οικογένειας που σας περιγράφω και θύματα των ενεργειών τους, ήταν όλοι τους πρέπει να πούμε, αφού οι επιλογές των επιθυμιών τους, όπως κι αυτές των ενεργειών τους, έφεραν βαριές επιπτώσεις στην ζωή όλων των μελλών της.

Ότι έκανε ο καθένας από αυτούς δηλαδή, κινούμενος αποκλειστικά και μόνον από της προσωπικές του σκέψεις κι επιθυμίες, μετέδιδε προβλήματα στους υπόλοιπους της οικογένειας, αφού όπως έδειχνε το πράγμα, δεν αντιμετώπιζαν την ζωή τους ομαδικά καθώς θα έπρεπε. Έκανε δηλαδή ο καθένας από μόνος ότι ήθελε κι όπως τον βόλευε στην κάθε περίπτωση.

Αυτή η λογική όμως του κάνω ότι θέλω, όπως θέλω κι όπως βολεύει σ’ εμένα, από μόνη της προκαλεί προβλήματα, γιατί κι εγωιστική είναι και εις βάρος όλων μας λειτουργεί στο τέλος. Είναι αλήθεια βέβαια, ότι το αποτέλεσμα των επιθυμιών μας θέλουμε να εξασφαλίσουν μ’  αυτόν τον άσχημο τρόπο, αλλά όταν γίνεται έτσι, δεν προλαβαίνουμε να χαρούμε για τον εγωισμό που επιβάλαμε κάπου και τρέχοντας θα λέγαμε μας επιστρέφονται σαν αντίλαλος, αυτά που δεν περιμέναμε κι ασφαλώς δεν θα θέλαμε να δούμε, γι’ αυτό κι εκ των πραγμάτων αναγκαζόμαστε να λέμε στοχαστικά μετά στον εαυτό μας τουλάχιστον, ότι πάλι χωρίς τον ξενοδόχο λογαριάζαμε.

Όσες φορές κι αν το πούμε αυτό όμως, όσες φορές κι αν παραδεχθούμε στο τέλος, ότι πάλι λανθασμένα ενεργήσαμε, δεν μπορούμε να διορθώσουμε την συλλογική ζημιά που προκαλούμε εγωιστικά συμπεριφερόμενοι, όσο κι αν το προσπαθήσουμε, όσο κι αν πικρά μετανιώσουμε στην συνέχεια για τα λάθη που κάναμε.

Αν αντιμετωπίζαμε με σύνεση όμως τα πάντα κι ομαδικά όπως θα έπρεπε, ασφαλώς και δεν θα προκαλούσαμε προβλήματα γύρο μας. Να όμως που ο εγωισμός είναι αυτός που κατευθύνει τις σκέψεις όλων μας κι έτσι, η εμπλοκή μας στο λάθος είναι αναπόφευκτη.

Σ’ αυτόν τον λάκκο του εγωισμού λοιπόν ριγμένοι και οι γονείς της Θοδώρας, επέβαλαν επάνω της όσα αυτοί θεωρούσαν ότι ήταν σωστά, προκειμένου να γλυτώσουν όπως υπολόγιζαν, από τις άρρωστες ενέργειες του παιδιού τους, αλλά τίποτε καλό προς όλους δεν κατάφεραν, αφού το πρόβλημα παρέμενε αμετακίνητο κι από μόνο του προκαλούσε λάθη επί λαθών.

Κι επειδή δεν μπορούσαν να δουν, ή δεν τους έμενε χρόνος να ψάξουν τουλάχιστο, μήπως κάνουν κι αυτοί κάποιο λάθος εις βάρος του παιδιού τους και κατά συνέπια εις βάρος του εαυτού τους, επέμεναν να κάνουν ότι τους κάπνιζε όπως λέμε και μόνον την Θοδώρα θεωρούσαν τρελή.

Έτσι συμπεριφερόμενοι όμως, κατάφεραν τελικά, ή και υποχρεώθηκαν θα λέγαμε να ζουν όλοι μαζί, μέσα σε ένα πολύ άρρωστο περιβάλλον και μάλιστα για αρκετά χρόνια, αφού και το παιδί της Θοδώρας μεγάλωσε τόσο πια, που μπήκε στη εφηβεία.

Το πώς μεγάλωσε όμως αυτό το παιδί και το πως έφτασε να γίνει έφηβος και να βρίσκεται στο Λύκιο ως καλός μαθητής, όπως και φοιτητής στην Αγγλία, αυτό είναι μια άλλη και πολύ ιδιότροπη ιστορία, για την οποία έχω να σας πω αρκετά ακόμη αργότερα όπως σας είπα.

Οι γονείς της Θοδώρας ωστόσο, δεν θορυβήθηκαν από κάτι. Ούτε και μετάνιωσαν για κάτι. Και προπαντός, τίποτε δεν διδάχτηκαν από τα προηγούμενα λάθη που έκαναν. Συνέχισαν δηλαδή να ονομάζουν όλες τις ενέργειές τους σωστές κι επειδή αυτές πράγματι ήταν λανθασμένες, αναγκάστηκαν να δουν στο τέλος και για δεύτερη φορά το αποτέλεσμα των λαθών τους, έστω και μετά από μερικά χρόνια απόστασης από το πρώτο.

Κι αυτό που αναγκάστηκαν να δουν τελικά, αλλά και να ζήσουν όλοι μαζί, ήταν το αναπάντεχο αποτέλεσμα που τους έφερε και πάλι η άρρωστη Θοδώρα, αφού η ψυχική της διαταραχή παρέμενε αθεράπευτη.

Στην κατάσταση που βρισκόταν όμως, ήταν επόμενο ότι θα προκαλούσε κι άλλα προβλήματα μαζί με τα προηγούμενα, όσο κι αν προσπαθούσαν να την κλείσουν κάπου οι γονείς της για να μην τα δουν μπροστά τους και προκαλέσουν εξαιτίας τους ερωτήματα στον περίγυρό τους.

Ότι κι αν έκανε η Θοδώρα όμως, από την δική τους ιδιοτροπία, ή κι από δική τους ανόητη αδιαφορία για το παιδί που απέκτησαν και οικιοθελώς το καταδίκασαν να μένει άρρωστο παρέμενε στην ίδια κακή κατάσταση.

Γι’ αυτό και μόνο λοιπόν, στους γονείς πρέπει να αναζητηθούν ευθύνες κι όχι σ’ αυτήν, έστω κι αν φάνηκε, ότι η Θοδώρα έγινε επιζήμια για τον εαυτό της, για τους οικείους της, όπως και για πολλούς άλλους, που από σύμπτωση βρέθηκαν ανάμεσά τους.

Τα λάθη επί λαθών όλων τους δηλαδή, ανάγκασαν και την Θοδώρα να κάνει τα δικά της, αφού ούτε κι αυτήν έμαθαν ποτέ οι γονείς της να κάνει κάτι σωστό για όλα τα μέλη της οικογένειάς της. Δικαιολογημένα θα λέγαμε αντιμετώπιζε κι αυτή την προσωπική της ζωή, όπως η ίδια μπορούσε και καταλάβαινε.

Μέσα σ’ αυτό το κλήμα εναρμονισμένη και η Θοδώρα λοιπόν, είδε για δεύτερη φορά όνειρο στον ύπνο της. Κι αφού το είδε, υποχρεώθηκε να το ακολουθήσει σύμφωνα με την λογική του κάνω ότι θέλω κι ότι νομίζω που διδάχτηκε από τους οικείους της κι έτσι, μόλις σηκώθηκε το πρωί από το κρεβάτι της, μπήκε σε ένα ΤΑΞΙ κι όπως την οδηγούσε το όνειρό της, πήγε να συναντήσει τον δεύτερο άντρα της ζωή της.

Ασφαλώς και δεν τον ήξερε, αφού στον ύπνο της τον γνώρισε κι αυτόν. Και τα μόνα στοιχείο που διέθετε για τον νέο σύντροφό της, ήταν το μελαχρινό του πρόσωπο και η καλοφτιαγμένη του εμφάνιση.

Κι επειδή θάλασσα και καράβια έβλεπε στον ύπνο της, αλλά και στην προβλήτα του λιμανιού τον έβλεπε να περπατά στο όνειρό της, στο λιμάνι της πόλης μας πήγε να τον βρει, αν και δεν ήξερε πού ακριβός.

Αφού έκανε όμως κάμποσες βόλτες εκεί με την συμμετοχή του ΤΑΞΙ χωρίς το αναμενόμενο αποτέλεσμα, ελευθέρωσε τον οδηγό του στην συνέχεια και με τα πόδια μετά έψαχνε να βρει τον άγνωστο άντρα.

Γι’ αυτόν τον σκοπό μάλιστα, ώρες ολόκληρες διέθεσε αναζητώντας τον χωρίς να απογοητεύεται κι όπως το είδε στον ύπνο της κι αυτό, κάπου ανάμεσα στα καράβια που ήταν δεμένα στην προβλήτα υπολόγιζε να τον βρει.

Περνούσε και ξαναπερνούσε μπροστά από ένα συγκεκριμένο καράβι όμως κι επειδή το πρόσεξαν αυτό μερικοί από το πλήρωμα του, είπαν κάποια στιγμή και προς τούς υπόλοιπους που βρισκόταν στην καμπίνα του καπετάνιου και για να περάσει η ώρα έπαιζαν τάβλι, ότι μια γυναίκα από το πρωί κάνει βόλτες στην προβλήτα και συνεχώς κοιτάει προς τα πάνω, σαν να ψάχνει κάποιον.

Ακούγοντας την κουβέντα ο ένας από αυτούς που έπαιζαν τάβλι, αμέσως σηκώθηκε από την καρέκλα που καθόταν και με σιγουριά έλεγε στους υπόλοιπους, ότι αυτόν έψαχνε η γυναίκα, γιατί όπως τους εξηγούσε, στον ύπνο του την είδε κι αυτός το προηγούμενο βράδυ να τον ψάχνει και να κάνει μάλιστα βόλτες κάτω από το καράβι τους.

Για την ακρίβεια δε, εφτά μήνες ήταν αυτός εγκλωβισμένος σ’ αυτό το καράβι κι ως μέλος του πληρώματός του το υπηρετούσε. Επειδή εγκαταλείφτηκε όμως αυτό για κάποιους λόγους από τον πλοιοκτήτη του, κρεμάστηκε κι αυτός θα λέγαμε μαζί με τους υπόλοιπους του πληρώματος στο λιμάνι της πόλης μας.

Και μην έχοντας χρήματα να επιστρέψει στην πατρίδα του την Αίγυπτο, έμενε εκεί όπως και οι υπόλοιποι συνάδελφοί του, ελπίζοντας να πάρουν κάποια στιγμή τους μισθούς τους, από την ασφαλιστή εταιρεία που ανέλαβε τις υποχρεώσεις του πλοιοκτήτη, αν και ποτέ δεν πήραν κάτι από αυτήν.

Αφού ήταν σίγουρος λοιπόν, ότι αυτόν έψαχνε η άγνωστη γυναίκα, κατέβηκε από το καράβι να την συναντήσει, αλλά και να την γνωρίσει από κοντά ήθελε καθώς έπρεπε. Όλη την νύχτα μελετούσε αυτήν την συνάντηση κι ακόμη δεν είχε βρει τι να κάνει με την γυναίκα της ζωής του, αφού τα οικονομικά του ήταν μηδενικά και τίποτε δεν του επέτρεπαν να της προσφέρει όπως θα ήθελε.

Ήταν δε μέρες νηστικός, όπως και οι υπόλοιποι άλλωστε συνάδελφοί του, γιατί ότι τρόφιμα τους είχαν απομείνει στην αποθήκη του καραβιού, τα είχαν ήδη καταναλώσει. Κι αφού τελείωσαν όλα τα αποθέματά τους και χρήματα δεν είχαν να πάρουν κάτι από έξω, έμεναν νηστικοί, μέχρι να τους στείλουν οι συγγενείς τους έστω και λίγα, ώστε να φύγουν για της πατρίδες τους τουλάχιστον.

Ο Αιγύπτιος όμως, τίποτε δεν είχε να περιμένει από τους δικούς του, οπότε, πράγματι δεν ήξερε τι να κάνει για τον εαυτό του, όπως και για την γυναίκα που τον περίμενε. Αλλά και αγωνία είχε, σε ποιά γλώσσα να της έλεγε αυτά που ήθελε, αφού ούτε μια λέξη ήξερε από τα Ελληνικά.

Αιγύπτιος λοιπόν αυτός, Ελληνίδα η Θοδώρα, αλλά και γνωστοί από τα όνειρά τους, μόλις συναντήθηκαν αμέσως αγκαλιάστηκαν, αν και τίποτε δεν έλεγαν μεταξύ τους που να καταλαβαίνουν και οι δύο. Ο πόνος τους όμως ήταν κοινός, αφού και οι δύο μόνοι τους ήταν στην ζωή, οπότε, αυτός πια τους ένωσε και τους ένωσε τόσο ζεστά, που στο σπίτι της τον πήρε η Θοδώρα και στο κρεβάτι με της σούστες και την κουρελού τον κοίμιζε στην συνέχεια έστω και νηστικό.

Κι επειδή τον λυπόταν, του έπαιρνε που και που ένα σάντουιτς από την γειτονιά τους, μη τυχών και της πεθάνει από πίνα και μείνει πάλι μόνη. Όσο για το πώς μιλούσαν μεταξύ τους δεν υπήρχε πρόβλημα, αφού με τα νοήματα καλά τα πήγαιναν, αλλά και σιγά, σιγά έμαθε αυτός μερικές λέξεις από τα Ελληνικά κι έτσι, λύθηκε κι αυτό το ζήτημα έστω και στο ελάχιστο.

Όταν όμως πήρε επιτέλους χαμπάρι ο πατέρας της, ότι άλλον έβαλε στο σπίτι της και μάλιστα σκουρόχρωμο αλλοδαπό, έξαλλος έγινε και με κάθε τρόπο προσπαθούσε να κρύψει την νέα ντροπή της οικογένειάς του, αλλά και τον Αιγύπτιο έδιωχνε χωρίς αποτέλεσμα, αφού τον προστάτευε με όλη της την δύναμη η Θοδώρα.

Μη μπορώντας να κάνει διαφορετικά λοιπόν, τον άφησε να συζεί με την κόρη του και μπροστά στο να ακούσει άσχημα σχόλια πάλι από τον περίγυρό τους, έκανε πως τον αποδεχόταν στο σπίτι της Θοδώρας, αλλά και δεν τον πάντρευε με την κόρη του, μέχρι να βρει τρόπο να τον απομακρύνει μια και καλή από κοντά της.

Αυτό βάζοντας στο μυαλό του δηλαδή, πήγε μια μέρα την Θοδώρα σε μια ψυχιατρική κλινική, από αυτές που αν μπει κανείς μέσα, δεν βγαίνει έξω μετά με ολόκληρο το μυαλό του, γιατί του το μηδενίζουν εκεί με κάποια ενέσιμα φάρμακα.

Για τρείς μέρες μόνον την πήγε σ’ αυτήν την κλινική και για να δικαιολογήσει την χειρονομία του στο εύπιστο κορίτσι του, της είπε ότι αν έμενε εκεί τρεις μέρες, πολύ θα ξεκουραζόταν. Πιστεύοντας στην καλή πρόθεση του πατέρα της κι αυτή, πήγε βέβαια, αλλά κι όταν την έβγαλε αυτός έξω, σε κακό χάλι ήταν η καημένη, αφού ούτε και το όνομά της ήξερε να πει.

Ωστόσο όμως, την πήγε και σε κάποιον ψυχίατρο να την δει στην συνέχεια, με την ελπίδα βέβαια, να πάρει μια γνωμάτευση τέτοια, που να δικαιολογεί το νόμιμο κλείσιμό της, αλλά και οριστικά πια σε κάποια ψυχιατρική κλινική, για να μην έχουν να δείχνουν στους γνωστούς τους την τρίτη προσβολή της οικογένειάς τους.

Ο γιατρός όμως, τους ζήτησε λίγο χρόνο μέχρι να τους δώσει την γνωμάτευσή του, αλλά και να επαναφέρει την κοπέλα σε σημείο που να μπορεί να εκφραστεί τουλάχιστον τους ζήτησε, ώστε να είναι σίγουρος για όσα θα γνωμάτευε. Δυσανασχέτησαν βέβαια οι γονείς της με την απαίτηση του γιατρού, αλλά μη μπορώντας να κάνουν διαφορετικά, την άφησαν στα χέρια του.

Ένα εξάμηνο πηγαινοερχόταν η Θοδώρα σ’ αυτόν τον ψυχίατρο και μετά από την αγωγή που της έδωσε αυτός κι από τις κουβέντες που κατάφερε τελικά να κάνει μαζί της σ’ αυτό το διάστημα, διαπίστωσε ότι δεν είχε κάποιο σοβαρό πρόβλημα η κοπέλα κι ότι μια απλή ψύχωση ήταν αυτή που της χαλούσε την συμπεριφορά.

Κάλεσε λοιπόν τους γονείς της στο ιατρείο του, ώστε να τους δώσει την γνωμάτευσή του, αλλά και να συνεργαστούν μαζί του τους ζήτησε, ώστε από κοινού προσπαθώντας, να επαναφέρουν σύντομα την κοπέλα στα φυσιολογικά, αφού και με την δική τους βοήθεια, εύκολα θα έφταναν στο επιθυμητό αποτέλεσμα.

Έκαναν πως συμφωνούσαν αυτοί μπροστά στον γιατρό, αλλά ποτέ ξανά δεν πάτησαν το πόδι τους στο ιατρείο του. Κι όσες φορές αυτός τους καλούσε να τον επισκεφτούν, όχι μόνον δεν πήγαιναν, αλλά και του έκλειναν την γραμμή μόλις διαπίστωναν από την φωνή του, ότι ο γιατρός τους μιλούσε.

Κι αφού έκοψαν την επικοινωνία με τον γιατρό, έπαψε κι αυτός να τους ενοχλεί. Στο σπίτι τους όμως, γινόταν πόλεμος νεύρων. Τόσο κατά της κόρης τους, επιδιώκοντας την έξαρση της παραβατικής της συμπεριφοράς, όσο και κατά του παρείσακτου Αιγύπτιου, που από το πουθενά τους προέκυψε και ούτε να τον βλέπουν ήθελαν.

Μαθημένος όμως ο Αιγύπτιος στην υπομονή και στην νηστεία, όχι μόνον παρέμενε δίπλα στην Θοδώρα, αλλά και υπερασπιζόταν το στήριγμά του με σθένος. Μόλις άκουγε φωνές δηλαδή κατά της Θοδώρας από τον πατέρα της, αμέσως έτρεχε κάτω να την βοηθήσει.

Μην έχοντας χρήματα να αντιμετωπίσει της όποιες ανάγκες της αυτή, έτρεχε προς τον πατέρα της, αφού αυτός διαχειριζόταν τα οικονομικά της, με την δικαιολογία ότι τα σπαταλούσε η κόρη του. Όσα κι αν σπαταλούσε όμως αυτή, ήταν τόσα πολλά αυτά, που θα της περίσσευαν στο τέλους του μήνα, αφού τα ενοίκια που έπαιρνε από το μαγαζί που ανήκε στο όνομά της, ήταν αρκετά να ζήσουν πέντε οικογένειες κι όχι μόνον αυτή κι ο Αιγύπτιος.

Ο πατέρας της όμως κρατούσε τα χρήματά της και δεν της τα έδινε, με την δικαιολογία ότι ξόδευε πολλά κι άσκοπα, όπως και σε σοκολάτες. Αν ήθελε να κάνει το παιδί του καλά, και μόνον με αυτά τα έσοδα, θα μπορούσε να της διαθέτει τρείς γιατρούς μόνιμα απασχολημένους με την περίπτωση της κι έναν μάγειρα μαζί με αυτούς να φροντίζει την Θοδώρα αλλά και την παρέα της για να μη ζει μόνη κι έρημη.

Αυτός όμως, μαζί με την γυναίκα του και την δεύτερη κόρη τους βέβαια, έκαναν τα πάντα για να ενισχύσουν την παραβατικότητά της και να την δείχνουν ως τέτοια στον περίγυρό τους, ώστε με αυτήν την δικαιολογία να διαχειρίζονται υπέρ της μικρότερης τα περιουσιακά της στοιχεία, αυτά δηλαδή που της άνηκαν κι απέκτησε από την κληρονομιά του παππού της, τα οποία όμως ήταν πάρα πολλά.

Είχε πρόβλημα βέβαια η κοπέλα, αλλά δεν ήταν χαζή. Ήξερε δηλαδή τι απέκτησε η ίδια, όπως ήξερε και τι απέκτησε η αδελφή της από την ίδια κληρονομιά. Το πώς όμως η μάνα της βρισκόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ στο σπίτι της αδελφής της, το πώς φρόντισαν να της πάρουν σπίτι στο πανόραμα αυτήν και το πώς άφηναν την Θοδώρα να κοιμάται πάνω σε κρεβάτι χωρίς στρώμα, αυτό με τίποτε δεν μπορούσε να το δεχθεί, γι’ αυτό και αντιδρούσε άσχημα.

Κι αφού ούτε στο σπίτι της αδελφής της επέτρεπαν την είσοδό της, ούτε και στα χρήματά της επέτρεπαν αυτοδιαχείριση, μπορούσε η κοπέλα να ησυχάσει; Όσο κι αν καταλάβαινε, ότι δεν ήταν σωστό να φωνάζει έξω από την πόρτα του πατέρα της ζητώντας του χρήματα, αναγκαζόταν να το κάνει όποια ώρα της ημέρας και της νύχτας το θυμόταν, αφού εκείνος επίτηδες δεν της άνοιγε την πόρτα του.

Αυτό όμως, προκαλούσε αναστάτωση σε όλη την πολυκατοικία, γι’ αυτό και όλοι οι ένοικοι έβγαιναν στις πόρτες τους να της πουν να ησυχάσει. Έτσι βέβαια, είχε κι ο πατέρας της την δικαιολογία έτοιμη, όταν τους έλεγε μπροστά στο παιδί του, ότι η κόρη του είναι τρελή κι ότι δεν ξέρει τι να κάνει μαζί της.

Κι αφού άκουγε από όλους να του λένε πρόχειρα, ότι έπρεπε να την κλείσει κάπου για να ησυχάσουν αυτοί, κάθε τόσο το επιχειρούσε, αλλά δεν πήγαινε πλέων μαζί του η Θοδώρα κι έτσι γλύτωνε για λίγο.

Αυτός όμως δεν το ξεχνούσε. Περίμενε με υπομονή μέχρι να βρεθεί η κατάλληλη στιγμή και τότε, ήρεμα θα υπάκουε στο αίτημα του πατέρα της η Θοδώρα, έστω κι αν δεν ήξερε, ή δεν υπολόγιζε αυτό που θα της συνέβαινε.

Επειδή ήταν πολλοί όμως αυτοί που τον συμβούλευαν να συμπεριφέρεται καλύτερα στο παιδί του, όπως πολλοί ήταν και οι συγγενείς τους που ήξεραν από πρώτο χέρι την άδικη συμπεριφορά τους προς την εύπιστη Θοδώρα, αναγκάστηκε τελικά να δεχθεί τον Αιγύπτιο στο σπίτι της, αν και χωρίς την υποχρέωση να τους φροντίζει κι από φαγητό.

Αν είχε μαζί της χρήματα η Θοδώρα, έπαιρνε ένα σάντουιτς για τον εαυτό της κι ένα για τον Αιγύπτιο όπως είπαμε. Μερικές φορές μάλιστα, έκανε και καμιά σκέτη μακαρονάδα αυτός αν του έφερνε μακαρόνια η Θοδώρα. Αυτά δε, τα μαγείρευε σε μια παλιά κατσαρόλα που τους έδωσε η μητέρα της για να μην αισθάνεται παραμελημένη δήθεν.

Καταλάβαινε βέβαια την κοροϊδία της μητέρας της αυτή, γι’ αυτό και γινόταν επιθετική όταν την έβλεπε μπροστά της. Και για να μην ερεθίζεται η τρελή Θοδώρα, όπως έλεγε στην γειτονιά τους η μητέρα της, προτιμούσε να μένει στο σπίτι της σωστής κόρης της, για να δικαιολογήσει έτσι και την εκεί καθημερινή κι ολοήμερη παρουσία της.

Μη μπορώντας όμως να ελέγξει τον εαυτό της η Θοδώρα, έγινε εκατόν είκοσι κιλά. Μονίμως νηστικός κι ο Αιγύπτιος βέβαια, απέκτησε ζάχαρο και μαζί με το ούζο που έπινε παρέα με την Θοδώρα όταν είχε χρήματα, το ζάχαρό του ανέβηκε στα ύψη, οπότε, απέκτησε κι αυτός παραβατική συμπεριφορά προς τους γονείς της και μαζί πλέων φώναζαν έξω από την πόρτα του πατέρα της να τους ανοίξει, για να του πουν το πρόβλημά τους, ή να του ζητήσουν χρήματα.

Αυτός βέβαια, τίποτε από τα δυό δεν έκανε, οπότε, όλη η πολυκατοικία ήταν ανάστατη, γι’ αυτό και καλούσαν την αστυνομία πια οι ένοικοι. Μάζευαν τον Αιγύπτιο οι αστυνομικοί, γιατί αυτός ακουγόταν περισσότερο κι έτσι, δεύτερος παραβατικός μαζί με την Θοδώρα αναστάτωνε την οικοδομή κάθε τόσο, αν και μαζί με την Θοδώρα βέβαια, όποια ώρα της ημέρας, ή της νύχτας θυμόταν αυτή να ζητήσει από τον πατέρα της τα δικαιώματά της.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *