Επιστροφή από το χωριό Αγία Μαρίνα

   Αυτά λοιπόν λέγαμε με τον μπάρμπα Χαράλαμπο εκείνη την ημέρα επιστρέφοντας από την περιοχή της Νάουσας και προβληματισμένος καθώς ήταν με τις προσφορές των αγροτών προς τους μοναχούς, συνεχώς το ίδιο έλεγε ως αποτέλεσμα των σκέψεών του. Μπράβο. Μπράβο. Μπράβο στους αγρότες.

Για να κάνει κανείς κάτι τέτοιο Μιχάλη, έλεγε, θα πρέπει να έχει καρδιά. Ούτε μια δεκάρα δεν δίνει ο άλλος για τον διπλανό του κι αυτοί, φορτηγάκια με φρούτα γεμίζουν για τις ανάγκες των μοναχών και μάλιστα χωρίς να υπολογίζουν την αξία τους.

Αλλά και οι μοναχοί? Όπως τα παίρνουν από αυτούς, έτσι τα προσφέρουν στους επισκέπτες τους. Κι αν αρχίσω να υπολογίζω τώρα και τα υπόλοιπα έξοδα που κάνουν για τους ανθρώπους που τους επισκέπτονται, είναι να απορεί κανείς, πως καλύπτουν οικονομικά τόσες πολλές ανάγκες.

Απαντώντας τον λοιπόν, του έλεγα ότι αυτό είναι άλλο και πολύ μεγάλο θέμα. Αν δεν είχαν τον τρόπο τους οι μοναχοί, μάλλον θα έβγαιναν στους δρόμους να ζητιανεύουν. Τον έχουν όμως κι από το Βυζάντιο μάλιστα παραχωρημένο, γι’ αυτό και δεν βλέπουμε να γίνεται κάτι τέτοιο.

Υπάρχουν όμως και πολλοί πιστοί μπάρμπα Χαράλαμπε, από αυτούς δηλαδή που θα λέγαμε ότι ξέρουν τι κάνουν και γιατί επισκέπτονται τα μοναστήρια, οι οποίοι γνωρίζουν τις ανάγκες των μοναστηριών και μάλιστα από πολύ κοντά, οπότε κι αυτοί καλύπτουν πολλές από τις ανάγκες τους και το κάνουν με ότι ο καθένας βέβαια παράγει, ή έχει δυνατότητα να τους προσφέρει.

Κι επειδή είναι πολλοί αυτοί οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, από πολλά καλύπτουν και το δικό μας μοναστήρι πρέπει να πω και δεν είναι μικρότερης αξίας οι δικές τους, από τις προσφορές των αγροτών, αφού κι από λάδι, όπως από ελιές και τυριά ακόμη μας καλύπτουν και όχι μόνον.

Ακούγοντας τα παραπάνω, πάλι έμεινε σκεπτικός ο μπάρμπα Χαράλαμπος και μέχρι να φτάσουμε στον προορισμό μας, πολύ λίγα είπαμε μεταξύ μας και τα περισσότερα από αυτά μάλιστα, ήταν οι παρατηρήσεις που έκανε αυτός, για την συμπεριφορά των οδηγών που εκείνη την ώρα ακολουθούσαν όπως κι εμείς, το πολυσύχναστο άλλωστε οδικό δίκτυο, που συνδέει τα Γιαννιτσά με την Σκύδρα.

Όταν όμως πλησιάσαμε στην πόλη μας και στην περιοχή του σπιτιού του, εγώ πια έσπασα την σιωπή μας και με ερωτήματα το έκανα. Μια και μπήκαμε στην περιοχή σου μπάρμπα Χαράλαμπε, κάτι θέλω να σε ρωτήσω κι από αρκετή ώρα μάλιστα σκέπτομαι να το κάνω, αλλά τώρα μου βγήκε.

Έμαθες μήπως τι έγινε με τον κύριο Θόδωρο και την γυναίκα του; Όλο και τους θυμάμαι από τότε που τους επισκεφτήκαμε στο σπίτι τους στην Αγκαθιά και δεν τους βρήκαμε.

Κουνώντας το κεφάλι του αυτός, κάπως μελαγχολικά έδωσε την απάντησή του. Δεν έτυχε να το κουβεντιάσουμε Μιχάλη, αλλά όπως έμαθα από τον συγγενή του, στην Πελοπόννησο τους έχει ο αδελφός του κι όπως δείχνει το πράγμα, εκεί θα μείνουν μέχρι το τέλους τους, γιατί και οι δύο είναι ασθενείς πια και μόνοι τους και ηλικιωμένοι καθώς είναι, δεν θα μπορούσαν να συντηρηθούν στο χωριό τους.

Πολύ στεναχωρήθηκα βέβαια για την υγεία τους, αλλά ποιο πολύ στεναχωρήθηκα, γιατί δεν θα μπορέσω να τους δω εγώ ξανά. Μακάρι να τους έχει ο Θεός καλά όμως, γιατί καλοί άνθρωποι είναι κι εγώ όπως σου είπα, για γονείς μου τους είχα.

Ευχαρίστως θα τους κρατούσα κι εγώ εδώ αν ήθελαν να μείνουν μαζί μας, αλλά αφού τους πήρε κοντά του ο αδελφός του και σ’ εμάς δεν ήθελαν να υποχρεωθούν, ίσως έτσι να είναι καλύτερα γι’ αυτούς.

Αυτά πρόσθεσε με μελαγχολική διάθεση όπως είπα ο μπάρμπα Χαράλαμπος και πάλι σιώπησε. Σταματώντας έξω από την αυλή του όμως, για την κόρη του την δικηγόρο θέλησα να ρωτήσω τι έγινε κι αν έκανε τελικά αυτό που είχε στο μυαλό της. Να ζητήσει δηλαδή διαζύγιο από τον άντρα της και την στιγμή που άνοιγε την πόρτα να κατεβεί από το φορτηγάκι μου του έκανα την ερώτηση.

Απαντώντας αυτός, πάλι μελαγχολικά το έκανε. Τι να σου πω Μιχάλη? Την μια λέει έτσι, την άλλη αλλιώς. Απορώ με την κατάστασή της βέβαια, γιατί με το να κάνει τέτοια, μας κρατάει όλους σε αγονία. Δεν ξέρουμε τι θα κάνει τελικά.

Ο άντρας της όμως είναι πολύ καλός μαζί της πρέπει να πω κι αυτός είναι ο λόγος που τον συγχαίρει κι ο γιατρός που την παρακολουθεί. Για τον τρόπο που της συμπεριφέρεται βέβαια τον συγχαίρει και για την αξιοπρέπεια με την οποία αντιμετωπίζει το πρόβλημά της.

Όπως είπε και σ’ εμάς όμως ο γιατρός για να δικαιολογήσουμε την συμπεριφορά της, η κατάθλιψη είναι αυτή που της κάνει να φέρεται αλλοπρόσαλλα και τόσο αδιάφορα προς όλους μας.

Με ψυχοφάρμακα την ενίσχυε μέχρι πρότινος προκειμένου να την βοηθήσει, αλλά της τα έκοψε.  Σ’ αυτά αναφερόμενη αυτή προ ημερών, μου εκμυστηρευτικέ κάτι και ψιθυριστά το έκανε μη το ακούσει η μάνα της και στεναχωρηθεί.

Δεν της τα επιτρέπει πλέον μου είπε, γιατί όπως της το τόνισε, τίποτε δεν κάνει αυτή για την επανόρθωσή της. Καλά είναι τα χάπια της είπε και θα σε βοηθήσουν, αλλά δεν μπορείς να τα περιμένεις όλα από αυτά. Θα πρέπει κι εσύ να συμμετέχεις στο πρόβλημά σου.

Αν δεν προσπαθήσεις να βοηθήσεις κι εσύ τον εαυτό σου της είπε, θα σε αφήσω να τα βγάλεις πέρα μόνη σου. Χωρίς την δική μου βοήθεια δηλαδή κι ότι θέλεις κάνε. Θέλεις χώρισε, θέλεις μείνε με την οικογένεια που έκανες και με πολύ αγάπη σε περιμένει να επιστρέψεις στα συγκαλά σου.

Καλός γιατρός πρέπει να πω, γιατί δεν της πουλάει φάρμακα. Όντως θέλει να την βοηθήσει και καλά έκανε και τις τα είπε έξω από τα δόντια. Είναι αλήθεια ότι και τον άντρα της συμβουλεύει να την προσέχει, γιατί μόνη της παραμένοντας αυτή όπως του είπε, μόνο λάθη θα κάνει και τίποτε άλλο.

Και ο μεγάλος μου γιός που ήρθε την προηγούμενη εβδομάδα να μας δει, μια και καπετάνιος είναι όπως σου είπα και έπιασε Πειραιά με το καράβι του, τα ίδια έλεγε στον γαμπρό μου, γιατί κι αυτός ανησύχησε με την κατάσταση της αδελφής του.

Κόβοντας τον λόγο του όμως, πάλι τον ρωτούσα. Δεν έτυχε να τον γνωρίσω αυτόν μπάρμπα Χαράλαμπε. Έφυγε, ή ακόμη είναι εδώ; Έφυγε είπε αυτός, γιατί είχε δουλειές στο καράβι του. Το καλοκαίρι όμως θα έρθει να μείνει μαζί μας αν τα καταφέρει κι όπως μας το υποσχέθηκε, τουλάχιστον για ένα μήνα θα μείνει κοντά μας, οπότε θα σου τον φέρω να τον γνωρίσεις.

Θυμήθηκα και την άλλη κόρη του εκείνη την στιγμή και αυθόρμητα μάλιστα μου βγήκε το ερώτημα. Η Άννα; Τί κάνει αυτή; Έρχεται να σας δει, ή είναι απασχολημένη με την δουλειά της;

Δεν μας επισκέπτεται συχνά, απάντησε, αλλά δεν έχουμε παράπονο. Αν δεν έρθει να μας δει αυτή, πότε εμείς και πότε αυτή μας καλεί στο τηλέφωνο κι από αυτό μιλάμε.

Αυτή είναι σοβαρή Μιχάλη κι ότι κάνει, με το μυαλό το κουμαντάρει όπως λέμε. Όπως κάνει και η μάνα της δηλαδή. Κάτι έχει στο μυαλό της όμως τώρα τελευταία, αλλά επειδή θέλει να είναι αυτή σίγουρη πρώτα για την αξία αυτού που θα πει, δεν μας το λέει.

Εμείς όμως υποψιαζόμαστε ότι κάποιον θέλει να μας παρουσιάσει, αλλά αν δεν το κάνει μόνη της, δεν θα μπούμε στην διαδικασία να της κάνουμε υποθετικές ερωτήσεις. Θα περιμένουμε να μας το πει από μόνη της κι όταν έρθει η ώρα.

Τί να κάνουμε Μιχάλη; Όποιος έχει παιδιά, έχει έννοιες. Κι εμείς που έχουμε πέντε, πέντε μεγάλες έννοιες έχουμε και μια επιπλέον μάλιστα για την Ευδοξία μας, που την καβάλησε η κατάθλιψη και την σέρνει από την μύτη. Δεν είναι τυχαίο δηλαδή που λέει η παροιμία, ότι το έξυπνο πουλί από την μύτη πιάνεται. Αυτό έπαθε αυτή με λίγα λόγια.

Τί θα γένει όμως; Εδώ έξω θα μιλάμε; Ή θα έρθεις μέσα λοιπόν, η θα πας στο σπίτι σου. Τί λες; Θα φύγω μπάρμπα Χαράλαμπε του είπα, γιατί άργησα και δεν θέλω να αφήσω την γυναίκα μου να με περιμένει για πολύ ακόμη.

Τον χαιρέτησα κι έφυγα βέβαια, αλλά λίγο ποιο κάτω στάθηκα να δω τις αναπάντητες κλήσεις στο τηλέφωνό μου, αλλά και να πω στους πατέρες θέλησα, ότι επέστρεψα από την Νάουσα, όπως και τι σκεφτόμουν να κάνω για’ αυτούς την επομένη.

Κάλεσα λοιπόν τον επίτροπο κι όταν απάντησε, του είπα ότι είχα να πάρω αρκετά πράγματα ακόμη από την αγορά, ότι μαζί με τις είκοσι κλούβες ακτινίδια συμπλήρωνα το φορτίο κι αν ήθελαν, να τους τα πήγαινα της Πέμπτης το πρωί.

Κάνε όπως νομίζεις απάντησε αυτός, οπότε, αμέσως κάλεσα τον καπετάνιο του Αγία Άννα, της γραμμής δηλαδή που κάνει την διαδρομή Ουρανούπολη Άγιο Όρος κι όπως έπρεπε, έκλεισα θέση για το φορτηγάκι μου.

Όσο για τα αναπάντητα, άρχισα να τα ψάχνω κι αφού έδωσα τις απαντήσεις που έπρεπε, συνέχισα τον δρόμο για το σπίτι μου. Μένοντας μόνος όμως εκεί, πάλι άρχισα να σκέφτομαι κι αυτό που ήρθε στο μυαλό μου, ήταν η κατάθλιψη της Ευδοξίας.

Και δεν μου ήρθε τυχαία στο μυαλό η κατάθλιψη, γιατί όλο και περισσότερες γυναίκες έβλεπα τότε, αλλά κι ακόμη βλέπω να ταλαιπωρούνται εξαιτίας της και μαζί με αυτές, να υποφέρουν κι όλα τα μέλη των οικογενειών που απέκτησαν.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *