Η Αγγειίτιδα στο πόδι της γυναίκας μου

   Μπήκαμε στον Αύγουστο εν τω μεταξύ κι αφού χαλαρώσαμε αρκετά στις διακοπές μας, μάλλον έπρεπε να μπούμε ξανά σε περιπέτειες όπως έδειχναν τα πράγματα, γιατί μια απρόσμενη πληγή έκανε την εμφάνισή της ξαφνικά, στο δεξί πόδι της γυναίκας μου.

Ήταν μικρή σε μέγεθος βέβαια, αλλά βλέποντάς την να μας απειλεί κατά κάποιον τρόπο από το σημείο που παρουσιάστηκε, λίγο πιο πάνω από τον αστράγαλό της δηλαδή, αμέσως πήγαμε να την δείξουμε στους ιδικούς γιατρούς του νοσοκομείο που εφημέρευε.

Κι αφού την είδαν με προσοχή εκεί οι γιατροί, μας είπαν τελικά, ότι δεν έπρεπε να ανησυχούμε καθόλου, γιατί σε λίγες μέρες θα έκλεινε εντελώς η πληγή. Καλού κακού όμως, έδωσαν στην γυναίκα μου να πάρει κάποια αντιβίωση κι αυτό πάλι, για μια εβδομάδα μόνον όπως μας το τόνισαν.

Ασφαλώς και υπακούσαμε στην εντολή τους, αλλά και τίποτε καλό δεν μας προέκυψε από αυτήν. Αντί να ησυχάσουμε δηλαδή, μεγάλωσε το πρόβλημά μας ακόμη περισσότερο. Το μέγεθος της πληγής βέβαια ήταν αυτό που μας προβλημάτισε γιατί διπλασιάστηκε στο τέλος της εβδομάδας και μαζί με αυτό, πολύς πόνος την ακολουθούσε.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, για δεύτερη φορά πήγαμε στο ίδιο νοσοκομείο. Κι αφού δείξαμε στους γιατρούς την διογκωμένη πλέον πληγή, τους αναφέραμε και τον πόνο που παρουσιάστηκε, με την εύλογη παρατήρηση όπως πάντα ότι ήταν αρκετά ισχυρός.

Καθόλου μην ανησυχείτε μας είπαν και πάλι οι γιατροί κι όπως το συζήτησαν μεταξύ τους για λίγο, δεύτερη αντιβίωση πρότειναν στην γυναίκα μου να ακολουθήσει, αν και πάλι για μια εβδομάδα. Όσο για τον πόνο της, τίποτε σοβαρό δεν υπολόγισαν, οπότε, κάποιο από τα γνωστά αναβράζοντα τις υπέδειξαν να παίρνει.

Την δεύτερη εβδομάδα όμως, όλα γύρισαν προς το χειρότερο. Όχι μόνον γιατί τριπλασιάστηκε σε μέγεθος η πληγή της, όχι γιατί πολλαπλασιάστηκε ο πόνος της κι έγινε αφόρητος, αλλά και πολλές άλλες μικρότερες πληγές παρουσιάστηκαν στο ίδιο ύψος και γύρο, γύρο από την κνήμη της.

Όσες κι αν ήταν όμως, από όλες έτρεχαν υγρά και μάλιστα συνεχώς. Μην αντέχοντας και τον πόνο πλέον η γυναίκα μου ούτε μέρα, ούτε νύχτα μπορούσε να ησυχάσει κι από τις φωνές που έβγαζε, ούτε και οι γείτονες μπορούσαν να ησυχάσουν.

Μετά κι από αυτά βέβαια, για τρίτη φορά πήγαμε στο ίδιο νοσοκομείο όπως ήταν λογικό, όπου κι άρχισα πλέον να διαμαρτύρομαι για την επιπολαιότητα των γιατρών. Ότι κι αν τους έλεγα εγώ όμως, όσο κι αν τους φώναζα, καρφί δεν τους καιγόταν.

Ψυχροί και αδιάφοροι για τον πόνο του άλλου δηλαδή, τίποτε δεν έκαναν. Και το μόνο που είχαν να συστήσουν στην γυναίκα μου πλέον, ήταν να ξαπλώνει και να σηκώνει το πόδι της ψηλά, ώστε να βοηθηθεί με αυτόν τον τρόπο η κυκλοφορία των υγρών στο πόδι της. Πέραν αυτού, τίποτε άλλο.

Μα δεν μπορώ να το σηκώσω τους έλεγε η γυναίκα, γιατί όταν το δοκιμάζω, ο πόνος στο πόδι μου γίνετε πολύ περισσότερος και είναι τόσος μάλιστα που δεν μπορώ να τον αντέξω.

Να επιμείνεις της έλεγαν οι γιατροί και σύμφωνα με τα δικά τους γνωστά, την έστειλαν στο σπίτι να υποφέρει περισσότερο. Από εκεί και μετά όμως, άρχισε ένα άλλο και πολύ ποιο μεγάλο μαρτύριο για όλους μας στο σπίτι, γιατί μαζί μ’ εμάς και τα παιδιά μας ανησυχούσαν.

Και για να βρούμε λύση στο συνεχιζόμενο πρόβλημά μας, όλα τα νοσοκομεία της πόλης μας επισκεφτήκαμε για τον ίδιο λόγο. Εκτός από αυτά και σε όλους τους ιδικούς γιατρούς που μας επέδειξαν φίλοι και γνωστοί δείξαμε τις πληγές της γυναίκας μου.

Ότι κι αν κάναμε όμως, όπου κι αν πήγαμε να τις δείξουμε, σε όποιους ιδικούς γιατρούς κι αν φτάσαμε αγχωμένοι δείχνοντάς τες, τίποτε δεν καταφέραμε. Δεν είχαμε κανένα αποτέλεσμα δηλαδή, αφού οι πληγές της συνέχιζαν να μεγαλώνουν κι ο πόνος να αυξάνεται αντί να υποχωρεί.

Και τα παυσίπονα που της πρότειναν να παίρνει πρωί και βράδυ τίποτε δεν έκαναν, αφού δεν μπορούσαν να καλμάρουν τον πόνο της παραπάνω από μια ώρα. Τα υγρά δε, λεπτό δεν σταματούσαν να τρέχουν και το πόδι της ήταν αδύνατον πια να σηκωθεί ψηλά, λόγω του υπερβολικού πόνου.

Τα πάντα λοιπόν δοκίμαζαν οι γιατροί κι ο καθένας από αυτούς έκανε ότι ήξερε από πλευράς ειδικότητας. Εμείς δε, όλους τους επισκεφτήκαμε. Δερματολόγους, χειρούργους, αγγειολόγους. Νοσοκομειακούς και ιδιώτες, όπως κι αυτούς που στις κλινικές εργαζόταν και μας υπέδειξαν οι γνωστοί μας να επισκεφτούμε.

Ακόμη κι αυτούς με τα παραϊατρικά επαγγέλματα καλέσαμε στο σπίτι να μας βοηθήσουν, χρησιμοποιώντας τα δικά τους ιδικά επιθέματα για πληγές. Παρόλα αυτά όμως, τίποτε.

Και δεν ερχόταν μόνοι τους αυτοί να δουν τις πληγές της γυναίκας μου, αφού και νοσοκομειακούς γιατρούς έφερναν μαζί τους και μετά από αυτό, στα νοσοκομεία που υπηρετούσαν καταλήγαμε για καλύτερη φροντίδα, αλλά το πρόβλημά μας δεν έλεγε να λυθεί.

Ένας χρόνος πέρασε δηλαδή με όλες αυτές τις παρεμβολές των ιδικών γιατρών και το θέμα μας έμενε άλυτο. Αυτό κάνοντας κουβέντα μια μέρα και με έναν φύλο μου, που για πολλοστή φορά μου έλεγε να επισκεφτούμε κι έναν δικό του γνωστό γιατρό, αλλά κουρασμένος καθώς ήμουν από τέτοιες αναποτελεσματικές υποδείξεις, ποτέ μου δεν πήγα να τον συναντήσω.

Μπροστά στην αγωνία μου λοιπόν να βρω επιτέλους κάποια λύση, πήρα μια μέρα την γυναίκα μου και πράγματι πήγαμε να βρούμε και τον συγκεκριμένο γιατρό στην κλινική που υπηρετούσε. Κι αφού του είπαμε ποιος μας έστειλε εκεί, αμέσως μας δέχτηκε.

Βλέποντας και μόνον αυτός τις πληγές της, καθόλου δεν άργησε να μας πει, ότι όλα όσα κάναμε ήταν λάθος κι ότι αυτός ήταν ο λόγος που παιδευόμασταν τόσο καιρό. Μα, τί μας λέτε γιατρέ του είπα. Από όλα τα νοσοκομεία της πόλης περάσαμε, είναι δυνατόν να έκαναν όλοι αυτοί οι γιατροί λάθος;

Δεν ξέρω από που περάσατε έλεγε αυτός ήρεμα, αλλά όπως βλέπω, τίποτε που να αφορά το θέμα σας δεν κάνατε. Αυτό που διαπιστώνω εγώ δηλαδή, είναι μια αγγειίτιδα, μόλυνση των αγγείων δηλαδή, την οποία πάλι όπως βλέπω, κανείς γιατρός δεν την αντιμετώπισε.

Άλλο πράγμα αντιμετώπιζαν οι γιατροί, γι’ αυτό και δεν είχατε αποτέλεσμα. Για να μην είμαι κι εγώ εγωιστής όμως, θα καλέσω τον δικό μας αγγειολόγο χειρούργο, ώστε κι αυτός να μας πει την γνώμη του για την πληγή που θα δει. Τί λέτε; Θέλετε να έρθει;

Αυτά μας είπε ο γιατρός κι αφού λύση ψάχναμε, του είπαμε ότι μπορούσε να τον καλέσει. Μπροστά μας κάλεσε τον γιατρό κι από το τηλέφωνο του είπε να έρθει στο γραφείο του, χωρίς να του πει τίποτε για την περίπτωσή μας.

Σε πέντε λεπτά ήταν εκεί ο γιατρός και μόλις του είπε ο αρχίατρος να δει τις πληγές τις γυναίκας μου, αμέσως είπε κι αυτός, ότι αυτό που βλέπω, είναι μια ταλαιπωρημένη αγγειίτιδα την οποία ασφαλώς και μπορώ να αντιμετωπίσω.

Το πρόβλημα όμως είναι, ότι θέλω την ασθενή εδώ. Αυτό όμως θα σας κοστίσει αρκετά πρόσθεσε, απευθυνόμενος σ’ εμάς, γιατί η κλινική δεν είναι νοσοκομείο ώστε να παρέχει δωρεάν την επιβαλλόμενη νοσηλεία.

Καλά, καλά, του είπε ο αρχίατρος κόβοντάς τον κι αφού τον ευχαρίστησε για την γνωμάτευσή του, αμέσως τον έστειλε να κάνει την υπηρεσία του στο τμήμα που υπηρετούσε.

Σ’ εμάς απευθυνόμενος μετά, έλεγε τα αυτονόητα. Άκουσε να σου πω τώρα κύριε Μιχάλη. Για να λυθεί το θέμα σας, θα πρέπει να μείνει η γυναίκα σου είκοσι μέρες εδώ. Αυτό πράγματι είναι μεγάλο οικονομικό πρόβλημα και δεν είναι λογικό να το υποστείτε εσείς, αφού είστε ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ όπως βλέπω.

Καλύτερα για εσάς λοιπόν, είναι πάτε σε κάποιο νοσοκομείο κι από αυτούς να ζητήσετε την νοσηλεία της γυναίκας σας. Με κάποιον τρόπο όμως, ρίξετε στους γιατρούς την ιδέα να δουν την περίπτωση της αγγειίτιδας, γιατί όπως φαίνεται, δεν τους πέρασε από το μυαλό αυτή η εκδοχή.

Και για να είσαι εσύ ποιο ενήμερος, θα σου πω για δεύτερη φορά, ότι η αγγειίτιδα είναι μια μόλυνση των αγγείων. Αν αναφέρεις στους γιατρούς αυτό που σου λέω, θα ξέρουν κι αυτοί τι να κάνουν, οπότε, δεν θα χρειαστεί να πληρώνετε εσείς νοσήλια σε κλινικές, αφού το ΙΚΑ έχει αυτήν την υποχρέωση. Κατάλαβες;

Κατάλαβα του είπα κι αφού ευχαριστήσαμε τον γιατρό για τις υποδείξεις του, φύγαμε πολύ προβληματισμένοι από το γραφείο του, αν και μας μπήκε η ιδέα να πληρώσουμε την νοσήλια της κλινικής, ώστε να δώσουμε ένα τέλος στην ταλαιπωρία της γυναίκας μου.

Δεν το δεχόταν αυτή όμως, οπότε, αμέσως άρχισα να ψάχνω σε ποιο νοσοκομείο να πάμε και ποιος γιατρός θα μας έκανε εισαγωγή, αφού όλους τους είδαμε και κανείς δεν μας έκανε μια τέτοια πρόταση.

Λύση αναζητώντας και πάλι λοιπόν, στους μοναχούς γιατρούς της μονής μας απευθύνθηκα την ίδια μέρα κιόλας, προκειμένου αυτοί να μας στείλουν αν μπορούσαν και μάλιστα συστημένους σε κάποιον γνωστό τους νοσοκομειακό αγγειολόγο γιατρό αν είχαν, ώστε να τύχουμε την εισαγωγή πρώτα κι από εκεί και μετά, θα βλέπαμε πως θα τους λέγαμε τι να προσέξουν για την αγγειίτιδα, αφού κανείς άλλος γιατρός δεν μας είπε κάτι έστω γι’ αυτήν.

Η αλήθεια τώρα είναι, ότι, ούτε και οι μοναχοί γιατροί δεν σκέφτηκαν το ενδεχόμενο της αγγειίτιδας, αν κι από την αρχή τους ενημέρωσα για το πρόβλημά μας. Μετά από δύο μέρες όμως, μου έκλεισαν ραντεβού με έναν πολύ γνωστό τους καθηγητή αγγειολόγο όπως μου είπαν, ο οποίος, είχε την ευθύνη της σχετικής νοσοκομειακής κλινικής σε κάποιο από τα νοσοκομεία που επισκεφτήκαμε μεν, αλλά δεν έτυχε να εξετάσει αυτός ιδικά τις πληγές της γυναίκας μου.

Μια κι αυτός τους ήταν πολύ υποχρεωμένος όπως μου είπαν, δέχτηκε το έτοιμά τους κι όπως το ελπίζαμε, την άλλη μέρα και στις δέκα το πρωί μπορούσαμε να τον επισκεφτούμε, οπότε, με κάποιο θάρρος πήγαμε να τον βρούμε.

Και για να με ησυχάσουν κάπως οι μοναχοί, μια και κανέναν γιατρό πια δεν εμπιστευόμουν, μου έλεγαν ότι αυτός ιδικά ήταν πολύ καλός άνθρωπος, όπως και πολύ καλός γιατρός, οπότε δεν έπρεπε να ανησυχώ.

Αυτό μάλιστα θέλοντας να τονίσουν, μου είπαν ότι ο εν λόγω γιατρός, έφτασε μισοπεθαμένος μια μέρα στο μοναστήρι μας και σ’ αυτούς απευθυνόμενος, ζητούσε βοήθεια, γιατί μετά από ένα πολύ σοβαρό τροχαίο που έκανε, σκόρπισε ολόκληρος θα λέγαμε και στο θαύμα ήλπιζε να ζήσει, αφοί οι γιατροί που τον συναρμολόγησαν, του είπαν ότι δεν του έμενε πολύς χρόνος για περεταίρω ζωή.

Με τις προσευχές των μοναχών όμως, όπως κι ο ίδιος το πίστευε, πράγματι συνήλθε μετά από λίγο καιρό κι όπως έπρεπε, επανήλθε στην θέση της ευθύνης του στο νοσοκομείο που υπηρετούσε, οπότε, με πολύ θάρρος και οι μοναχοί του ζήτησαν να δει της πληγές της γυναίκας μου, η οποία όπως του εξήγησαν, επί ένα χρόνο ταλαιπωρείτε από μια αγγειίτιδα που δεν λέει να επουλωθεί, αν και την είδαν πολλοί νοσοκομειακοί και μη γιατροί της πόλης μας.

Μετά κι από αυτά που μου πρόσθεσαν οι μοναχοί, με λογικό θάρρος πήγα να βρω τον κύριο καθηγητή και μόνος μου πήγα να σταθώ έξω από την πόρτα του εξεταστηρίου του όπως μου υπέδειξαν να κάνω, γιατί η γυναίκα μου πονούσε πολύ εκείνη την ημέρα και στον διάδρομε καθόταν περιμένοντας να την φωνάξω προς εξέταση, αν και προαποφασισμένο ήταν, ότι θα την δεχόταν ο αγγειολόγος καθηγητής στην κλινική του.

Εκεί περιμένοντας λοιπόν μαζί με κάποια γυναίκα την σειρά μου, μια νοσοκόμα στάθηκε έξω από το εξεταστήριο με πρόθεση να μπει μέσα, αλλά βλέποντάς την γυναίκα εκεί, της έλεγε ότι δεν χρειαζόταν να περιμένει τον γιατρό, γιατί το θέμα της είχε λυθεί κι ότι έπρεπε να φύγει.

Μετά από αυτά που άκουσε η άγνωστη γυναίκα έφυγε, ενώ η  νοσοκόμα μπήκε στο εξεταστήριο. Σε πέντε λεπτά όμως πάλι βγήκε, κρατώντας με πολύ προσοχή από το μπράτσο έναν παραπληγικό άντρα. Αυτός δε, επάνω της στηριζόταν στην προσπάθειά του να βαδίσει, αφού όπως έβλεπα, με την δική της δύναμη μόνον μπορούσε να το κάνει.

Μπράβο είπα μέσα μου για την νοσοκόμα που με τόσο καλή διάθεση βοηθούσε τον ασθενή να βαδίσει κι όπως συνέχισα να τους παρατηρώ, στο ασανσέρ στάθηκαν οι δυο τους, με πρόθεση να ανέβουν στον θάλαμο που νοσηλευόταν όπως υπολόγιζα.

Μπράβο είπα πάλι για την προσφορά της νοσοκόμας κι αφού τους είδα να μπαίνουν στο ασανσέρ, περίμενα υπομονετικά κι εγώ την σειρά μου, ελπίζοντας πάντα να βγει σύντομα κάποιος από μέσα, ώστε να μου πει να περάσω.

Ανησυχούσα είναι αλήθεια για τον λόγο που αργούσε να γίνει αυτό, οπότε, σκέφτηκα να ανοίξω την πόρτα και να ρωτήσω εγώ τους βοηθούς του καθηγητού, αν μπορούσε να δει και την γυναίκα μου, αφού όπως μου είπε πριν φύγει η άγνωστη γυναίκα, μέσα ήταν κι εξέταζε ασθενείς.

Επανήρθε εν τω μεταξύ η νοσοκόμα και βλέποντας να την κοιτώ με απορία, το αυτονόητο έλεγε. Εσύ τί περιμένεις εδώ; Τον γιατρό περιμένω της είπα και ήδη ανησυχώ γιατί δεν μου λέει κανείς να περάσω μέσα.

Τί να κάνεις μέσα έλεγε αυτή, αφού ο γιατρός έφυγε. Πώς έφυγε της είπα, αφού δεν τον είδα να βγαίνει, αλλά και ραντεβού έχω κλεισμένο μαζί του. Με περιμένει δηλαδή.

Απορώντας αυτή για όσα άκουγε, πάλι με ρώτησε. Τον γνωρίζεις τον γιατρό; Όχι της είπα, πρώτη μου φορά έρχομαι εδώ και δεν έρχομαι για τον εαυτό μου, αλλά για την γυναίκα που κάθετε στο σαλόνι και κλαίει από τους πόνους που της προκαλεί μια πληγή στο πόδι της.

Το πρόσεξα είπε αυτή κι όπως έπρεπε, της είπα να ξαπλώσει έστω και για λίγο στα καθίσματα. Μου είπε όμως ότι δεν μπορεί να το κάνει, γιατί πονάει περισσότερο. Ο γιατρός που περιμένεις να δεις όμως, είναι αυτός που έβγαλα πριν από λίγο από το εξεταστήριο. Αν θέλεις να τον δεις λοιπόν, πρέπει να πας στον πρώτο όροφο, όπου και θα τον βρεις στο γραφείο των ιατρών.

Απορώντας με την κατάσταση του γιατρού, αυθόρμητα έλεγα στην νοσοκόμα. Αυτός που είδα να σέρνεται δηλαδή είναι ο γιατρός που πρέπει να δω; Μα αυτός δεν μπορεί να δει τον εαυτό του, μπορεί άραγε να δει ασθενείς; Μη το λες αυτό απαντούσε αυτή, γιατί ανεξάρτητα από την κατάστασή του, είναι πολύ καλός γιατρός.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *