Οι κλέφτες και οι κλεπταποδόχοι

   Άκουσες μπάρμπα Χαράλαμπε τι γίνεται και γιατί κανένας δεν βλέπει τίποτε από αυτά που συμβαίνουν γύρο μας και γιατί όλοι αυτοί ξεγυμνώνουν τόσο εύκολα τα ξένα κτήρια από πόρτες και παράθυρα;

Βεβαίως κι άκουγε αυτός, αλλά και άχνα δεν έβγαζε. Εμένα κοιτούσε μόνον και χίλιες ερωτήσεις μαζί ήθελαν να βγουν έξω από τα μάτια του, αφού από το στόμα του δεν μπορούσαν να το κάνουν εύκολα, έτσι όπως ήταν στρυμωγμένες.

Για να του δώσω χρόνο όμως, ώστε να κάνει ήρεμα πια τις ερωτήσεις του, τον άφησα μόνο του μέσα στο αυτοκίνητο όταν φτάσαμε στον χώρο της επιχείρησης που επισκέφτηκα, με σκοπό να τους δώσω να μου ετοιμάσουν μια παραγγελία για την ερχόμενη εβδομάδα.

Όταν επέστρεψα μετά από λίγο, ακόμη προβληματισμένο τον έβλεπα να με κοιτά. Ξεκίνησα ωστόσο χωρίς να του πω τίποτε κι αφού έπρεπε να φύγουμε πια από εκείνη την περιοχή γιατί πέρασε η ώρα, εγώ του έλεγα κάτι μετά από λίγο, μια κι αυτός δυσκολευόταν να μιλήσει.

Θα σε πάω στο σπίτι σου τώρα μπάρμπα Χαράλαμπε, αλλά και θα σου δείξω πηγαίνοντας, ότι και στην περιοχή που μένεις έχει τέτοια εγκαταλειμμένα κτήρια όπως σου είπα και στην ίδια κατάσταση με αυτά που είδες εδώ είναι.

Δεν τα βλέπεις όμως, γιατί δεν έχεις λόγο να περάσεις από εδώ που βρίσκονται, αφού και αυτοκίνητο δεν έχεις. Φτάνοντας εκεί λοιπόν, με το στόμα ανοιχτό έμεινε πάλι βλέποντάς τα, γιατί και σε κατοικημένη περιοχή ήμασταν και πάνω σε κεντρικό δρόμο ήταν τα ξεγυμνωμένα κτίρια.

Ένα ερώτημα μόνον κατάφερε να βγει τελικά από το στόμα του. Καλά βρε Μιχάλη? Πόσα χυτήρια υπάρχουν γύρο από την πόλη μας, ώστε να είναι τόσο δύσκολος ο εντοπισμός των κλεφτών, όπως κι αυτός των κλεπταποδόχων;

Δεν θα μπορούσε δηλαδή η αστυνομία να εντοπίσει αυτές τις κινήσεις, ώστε να σταματήσει πλέον αυτό το κακό, που μάλλον έχει προεκτάσεις; Όποιοι κλέβουν ηλεκτρολογικό υλικό δηλαδή, πόρτες και παράθυρα από αλουμίνια φτιαγμένα όπως είπες, από όπου κι αν τα παίρνουν, στα χυτήρια δεν τα πηγαίνουν;

Αφού εκεί τα πηγαίνουν λοιπόν, πόσο δύσκολο είναι να εντοπιστούν οι κλέφτες και οι κλεπταποδόχοι; Γιατί δεν γίνεται αυτό; Δεν ξέρω μπάρμπα Χαράλαμπε του απαντούσα, αλλά κι εγώ τα ίδια ρωτήματα μ’ εσένα έχω.

Πριν από λίγες μέρες μάλιστα, στον επαρχιακό δρόμο που ενώνει τον Σταυρό με την Θεσσαλονίκη βρισκόμουν κι από την πλευρά που είναι πάνω από την λίμνη Βόλβη.

Από την Ουρανούπολη επέστρεφα συγκεκριμένα και για την ακρίβεια, σε κάποιο σημείο του δρόμου πάνω από την λίμνη στάθηκα, γιατί συνάντησα συγκεντρωμένους ανθρώπους.

Νόμισα ότι κάποιο ατύχημα έγινε κι αυτός ήταν ο λόγος που με πολύ προσοχή περνούσα από ανάμεσά τους. Μη βλέποντας τίποτε τέτοιο όμως, από περιέργεια ρώτησα τους ανθρώπους να μου πουν, γιατί συγκεντρώθηκαν εκεί αφού κανένας λόγος δεν τους υποχρέωνε να το κάνουν.

Έτσι λες εσύ μου είπαν αυτοί, αλλά είναι η τρίτη φορά που μας κλέβουν τα μηχανήματα του υδραγωγείου μας, αυτού δηλαδή που έχουμε εδώ και παίρνουμε νερό από την λίμνη και με πομόνες μετά ποτίζουμε χωράφια μας.

Και για να τα αντικαταστήσουμε τώρα, πρέπει να βρούμε τα χρήματα από εμάς τους ίδιους πάλι. Από μεταξύ μας δηλαδή. Δυσανασχετούν όμως οι περισσότεροι, γιατί το οικονομικό βάρος που πέφτει στον καθένα μας αρκετά μεγάλο είναι, αφού απαιτούνται σαράντα χιλιάδες Ευρώ. Κατάλαβες τώρα γιατί μαζευτήκαμε εδώ;

Μα ποιος τα έκλεψε τους ρώτησα και τη μηχανήματα ήταν αυτά; Γεννήτριες είπαν οι άνθρωποι μονολεκτικά κι επειδή δεν πήγε το μυαλό μου στην περιέλιξή τους, πάλι τους ρώτησα.

Μα, αυτές οι γεννήτριες βρε παιδιά ασήκωτες είναι από ότι γνωρίζω και βιδωμένες στο πάτωμα έπρεπε να είναι. Πώς λοιπόν τις ξήλωσαν και που μπορούν να τις χρησιμοποιήσουν τώρα, αφού και το ανάλογο ρεύμα θα χρειαστούν;

Τί μας λες τώρα, έλεγαν οι άνθρωποι. Αυτοί που έκλεψαν τις γεννήτριες και τον μετασχηματιστή από την κολόνα της ΔΕΗ κατέβασαν την νύχτα και κανένας δεν άκουσε τίποτε και πουθενά εδώ γύρο δεν θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν οι γεννήτριές μας, γιατί αμέσως θα τις βρίσκαμε.

Εμείς βέβαια διαλυμένες τις βρήκαμε μέσα στο υδραγωγείο και μόνον η περιελίξεις τους έλειπαν. Τα χάλκινα σύρματα δηλαδή, γιατί αυτά είναι που έχουν μεγάλη αξία και γι’ αυτά τα σύρματα μας έκαναν αυτήν την τόση μεγάλη ζημιά οι γύφτοι, αυτοί δηλαδή που τώρα τους λένε Ρομά.

Κι όπως μας είπαν από την αστυνομία, στα χυτήρια μάλλον, ή στην Βουλγαρία πρέπει να τα πήγαν. Τα ίδια βέβαια μας είπαν και την προηγούμενη φορά κι ακόμη απορούμε όλοι εμείς, πώς πέρασαν αυτοί από τα σύνορα τέτοια υλικά και πώς δεν τους είδε κανείς;

Και το πως κατέληξαν στα χυτήρια αυτά δεν μπορούμε να καταλάβουμε, αφού κανείς δεν μας ενημέρωσε σχετικά. Ούτε η αστυνομία δηλαδή μας είπε κάτι μετέπειτα, ούτε και κάποιος με συνείδηση από τα χυτήρια μας είπε, ότι εδώ είναι τα σύρματά σας ελάτε να τα πάρετε.

Απορούμε όμως. Δεν ενημέρωσε τα χυτήρια η αστυνομία και δεν τους είπε κάποια στιγμή, ότι γίνονται τέτοιου είδους κλοπές εδώ γύρο και παντού, ώστε να έχουν κι αυτοί τον νου τους, ή και την ευθύνη τους, αν εντοπιστούν στους χώρους τους τέτοια υλικά;

Αυτά που λες μπάρμπα Χαράλαμπε μου έλεγαν οι άνθρωποι αγανακτισμένοι και το επόμενο μέτρο που έβαλαν στο μυαλό τους να προτείνουν στους αγρότες, αν τελικά συγκέντρωναν τα χρήματα, ήταν να εγκαταστήσουν μόνιμο προσωπικό φύλαξης.

Όπως τους είπαν όμως και οι ομοιοπαθείς αγρότες από τα διπλανά χωριά, τα ίδια ακριβώς έπαθαν κι αυτοί μια και δυο φορές απανωτά, αν και είχαν μόνιμους φύλακες.

Κι αυτοί δηλαδή αντιμετώπιζαν το ίδιο πρόβλημα και το ίδιο οικονομικό βάρος έπρεπε να καλύψουν κι επειδή αδυνατούσαν οι άνθρωποι να το κάνουν, τίποτε ακόμη δεν αποφάσισαν για το πως να αντικαταστήσουν τα μηχανήματα τους. Το απαιτούμενο πότισμα των δένδρων τους πάντως, ακόμη με τα τρακτέρ τους το κάνουν, έστω και προσωρινά όπως τους είπαν.

Άκουσες πόσα χρήματα έπρεπε να συγκεντρώσουν οι άνθρωποι, προκειμένου να καλύψουν την ζημιά  που τους έγινε; Αν δεν μπορέσουν να τα συγκεντρώσουν όμως, πώς θα μπορέσουν να κάνουν την δουλειά τους;

Ξέρουν μου είπαν ποιοι είναι αυτοί που κάνουν τέτοιες κλοπές για να πάρουν όσα, όσα, από τα χυτήρια, αλλά κανείς δεν τους βλέπει την ώρα που τα κλέβουν και κανείς δεν τους βλέπει όταν τα μεταφέρουν εκεί που καταλήγουν.

Αλλά και κανένα χυτήριο δεν έχει την ηθική έστω υποχρέωση να ενημερώσει την αστυνομία τουλάχιστο για όσα τους πηγαίνουν για λιώσιμο, όσο κι αν από μακριά φαίνονται αυτά που φτάνουν στα χέρια τους, ότι κλοπιμαία είναι και μάλιστα από γνωστούς επαγγελματίες κλέφτες.

Κι εσύ τώρα ρωτάς, γιατί δεν δίνετε ένα τέλος σ’ αυτές τις κλοπές. Μα αν έπρεπε να το κάνουν, δεν θα μπορούσαν λες να τις σταματήσουν σε είκοσι τέσσερεις ώρες; Για κάποιον τεχνικό λόγο όμως, όπως σε όλες τις υπηρεσίες συμβαίνει το ίδιο, δεν τους επιτρέπεται να επιχειρήσουν τίποτε χωρίς τις άνωθεν σχετικές εντολές.

Όχι γιατί δεν θέλουν δηλαδή, ούτε γιατί αδιαφορούν οι αστυνομικοί για όσα γίνονται γύρο τους, ούτε γιατί βαριούνται να κουνηθούν από την καρέκλα τους, αλλά γιατί δεν έχουν την άνωθεν σχετική εντολή που να τους διατάζει να το κάνουν.

Όργανα τάξης είναι αυτοί και με εντολές και διατάξεις λειτουργούν. Δεν σηκώνετε δηλαδή ο καθένας από αυτούς να τρέχει πίσω από αυτό που προσωπικά βλέπει να γίνεται και δεν του αρέσει, ώστε να το διορθώσει.

Κι αφού ως εντολοδόχα όργανα τάξης υπάρχουν, ούτε καν διαταγμένη υποχρέωση δεν έχουν από τους ανωτέρους τους, που να τους υποχρεώνει να αναφέρουν αυτά που βλέπουν να γίνονται γύρο τους και κατά την γνώμη τους είναι επιλήψιμα.

Κι αν πάλι τους κάνουν αυτοί κάποια σχετική αναφορά, οι ανώτεροι έχουν την αρμοδιότητα να τα πουν στους πάνω από αυτούς κι εκείνοι στους ποιο πάνω κι αυτοί πάλι, σ’ αυτούς που είναι πίσω τους κριμένοι κι έχουν την εξουσία να επιλέγουν τι να τους διατάξουν και τι όχι.

Μόνον αυτοί δηλαδή έχουν την δυνατότητα να επιλέγουν την επιβολή διατάξεων, για να είναι σίγουροι, ότι όλα γίνονται όπως αυτοί θέλουν κι όπως αυτούς τους βολεύει σε κάθε περίπτωση.

Και τις διατάξεις που επιβάλουν, βλέπουμε κάθε φορά πως τις ακολουθούν οι αστυνομικοί ως όργανά τους. Κατά γράμμα και με την ανάλογη αυστηρότητα μάλιστα, ώστε όλοι αυτοί που βλέπουν την αυστηρότητά τους, να φοβούνται μη πέσουν στα χέρια τους. Όπως αυτή δηλαδή που έγινε στα σύνορα με τα Σκόπια, όταν πήγαν οι άνθρωποι να πουν το αυτονόητο, ότι η Μακεδονία είναι μια κι Ελληνική.

Κι αφού όργανα της τάξης που υπηρετούν εντολές είναι, δεν έχουν το δικαίωμα να κάνουν ότι νομίζουν, όσο κι αν τους φαίνεται σωστό, όπως δεν έχουν και το δικαίωμα να κρίνουν, ότι αυτό που τους διατάχτηκε να κάνουν είναι λάθος, απάνθρωπο, ακόμη και αντεθνικό.

Όργανα της τάξης που υπηρετούν αυτούς λοιπόν είναι κι όχι προστάτες της πατρίδας τους και τον συμπολιτών τους, γι’ αυτό και δεν βλέπουμε να γίνεται αυτό που πρέπει γύρο μας, αφού μόνον με θέματα που τους υποχρεώνουν οι άνωθεν υπάρχοντες ασχολούνται. Κατάλαβες μπάρμπα Χαράλαμπε;

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *