Ο νταλικέρης και τα καλώδια

   Αυτά δηλαδή έλεγα στον μπάρμπα Χαράλαμπο και γρήγορα μπήκα στα γραφεία της επιχείρησης που επισκέφτηκα, με σκοπό να πάρω κι από αυτούς κάτι από αυτά που η λίστα μου με υποχρέωνε να προμηθευτώ.

Όταν τελείωσα όμως κι έφερα τα ψώνια μου στο αυτοκίνητο, βρήκα τον μπάρμπα Χαράλαμπο όντως πολύ προβληματισμένο και για να μη μου κάνει αυτός ερωτήσεις, μόνος μου του έλεγα ενώ έβαζα μπροστά την μηχανή, αποφασισμένος να πάμε και στην επόμενη υποχρέωσή μου.

Ότι κι αν παρατηρήσεις εδώ γύρω μπάρμπα Χαράλαμπε κι αφορούν την κατάντια των κτηρίων, μη βάζεις με το μυαλό σου, ότι επειδή βρίσκονται εκτός κατοικημένης περιοχής καταλήγουν σ’ αυτήν την κατάσταση.

Επιστρέφοντας τώρα προς τις κατοικημένες περιοχές και προς την περιοχή που εσύ έχεις το σπίτι σου, θα δεις από εκεί που θα σε πάω, ότι και μέσα σε κατοικημένες περιοχές κάνουν αυτοί τα ίδια.

Βλέποντάς τα λοιπόν, από μόνος σου θα πεις, μα πώς και πότε προλαβαίνουν να ξεντύσουν έτσι ολόκληρα πολυώροφα κτήρια από οτιδήποτε μπορεί να βγει και δεν τους βλέπει κανείς;

Θα απορείς δηλαδή με την εικόνα τους και τον εαυτό σου θα ρωτάς. Μα κανείς δεν τους βλέπει; Το επόμενο ερώτημα που θα κάνεις στον εαυτό σου όμως, θα είναι ποιο περιεκτικό. Μα, τί τα κάνουν αυτά που βγάζουν και που τα πηγαίνουν;

Αν ακούσεις αυτό που θα σου πω σε λίγο, βεβαίως και θα καταλάβεις, αλλά και πάλι θα έχεις ερωτήσεις. Δες όμως τώρα πως κατάντησαν το κτήριο που είναι δεξιά μας. Πρόσεξε κι αυτό που σε λίγο θα δεις να είναι σαν κουφάρι, όπως και το επόμενο που θα δούμε στον ίδιο δρόμο.

Όπως βλέπεις, όλα σε κατοικημένες περιοχές βρίσκονται κι αυτά που βγάζουν από πάνω τους οι επιτήδειοι, είναι πόρτες και παράθυρα από αλουμίνιο, σιδηροκατασκευές, όπως και κεραμίδια αν είναι καλά.

Τίποτε από αυτά όμως δεν βγαίνει εύκολα και με μια κίνηση. Και κόπος πολύς χρειάζεται δηλαδή για να βγουν από τις θέσεις τους και αρκετός χρόνος απαιτείται και πολλά άτομα πρέπει να μεσολαβούν για την απογύμνωσή τους. Κανείς λοιπόν δεν τους βλέπει να το κάνουν;

Όλα αυτά τα κτήρια βέβαια, μάλλον σε τράπεζες ανήκουν κι από πλειστηριασμούς που τους προέκυψαν έγιναν δικά τους. Κι αφού δεν υπάρχει κάποιος ιδιοκτήτης στον χώρο τους, όποιος θέλει μπαίνει σ’ αυτά κι ότι θέλει παίρνει κι επειδή κανείς δεν ενδιαφέρεται για την κατάστασή τους, τα ξεγυμνώνουν αυτοί που μπορούν κι έχουν τον τρόπο να το κάνουν, όποιοι κι αν είναι.

Και καθόλου δεν κρύβονται μάλλον, αφού συνεχώς και παντού κάνουν τα ίδια και σημασία δεν δίνουν για το πως τους ονομάζουν οι άνθρωποι κι από κανένα δεν φοβούνται, αφού κανείς δεν τους τιμωρεί.

Κατάλαβες τώρα μπάρμπα Χαράλαμπε, γιατί ξεγυμνώνουν αυτοί τα κτήρια από πόρτες και παράθυρα; Γιατί κανείς δεν τους εμποδίζει να το κάνουν. Γιατί κανείς δεν προστατεύει τα κτήρια ως ιδιοκτήτης και γιατί κανείς δεν ενδιαφέρεται για την κατάντια τους.

Παρόλα αυτά όμως, ένα απλό ερώτημα γυρίζει στο μυαλό όσων βλέπουν τα κουφάρια τους, αφού με τέτοια μοιάζουν πια τα κτήρια. Που πηγαίνουν οι κλέφτες, όλα αυτά που βγάζουν από πάνω τους;

Λογικό είναι βέβαια το ερώτημα, αλλά είναι από αυτά που δεν μπορούμε να το απαντήσουμε εμείς που βλέπουμε αυτήν την ασχήμια. Αυτοί που έχουν τις νόμιμες υποχρεώσεις έπρεπε να το κάνουν μάλλον, όσο κι αν δεν αρέσει σ’ εμάς η όψη των κτηρίων έτσι όπως την κατάντησαν, αυτοί που είναι μεν γνωστοί αλλά και κανείς δεν τους ξέρει.

Όπως το διαπιστώνω κι αυτό όμως, από τις σχετικές κουβέντες βέβαια που κάνω με τους γείτονες των κτηρίων κι όχι μόνον, σε κανέναν δεν αρέσει η εικόνα τους κι επειδή κανείς από αυτούς δεν είναι αρμόδιος να απαντήσει σχετικά, αναγκαστικά την αποδέχονται όπως είναι.

Αλλά και με τον ίδιο φόβο ζουν συνεχώς όλοι πρέπει να σου πω, μη τυχόν έρθουν ένα πρωί στην δουλειά τους και δεν βρουν τίποτε μέσα κι έξω από τα δικά τους κτήρια, έστω κι αν υπάρχουν ιδιοκτήτες.

Ωστόσο πάλι, αν κατέληγαν αυτά που κλέβονται στα σπίτια αυτών που τα πήραν, έστω και χωρίς να ρωτήσουν κανένα, πηδώντας πάνω από τα κάγκελα δηλαδή που τοποθετήθηκαν για να προφυλάξουν τα κτήρια, θα έλεγε κανείς ότι φτωχοί άνθρωποι είναι πιθανόν, οπότε, τα πήραν με τον παραπάνω παράνομο τρόπο, για να καλύψουν τις όποιες ανάγκες τους.

Ναι, αλλά ούτε και στα σπίτια τους φαίνεται να φτάνουν αυτά που κλέβουν. Αν κατέληγαν εκεί, από μακριά θα φαινόταν τοποθετημένα κι ενδεχομένως να έκαναν πως δεν τα βλέπουν οι αρμόδιοι φορείς, δικαιολογώντας κατά κάποιον τρόπο την ανάγκη των φτωχών ανθρώπων, που άπλωσαν από αδυναμία τα χέρια τους σε ξένη περιουσία.

Αφού δεν βρίσκονται στα σπίτια τους όμως, πού καταλήγουν τελικά και πουθενά δεν φαίνονται; Πού τα πηγαίνουν δηλαδή κι εξαφανίζονται από προσώπου γης όπως λέμε; Αυτό ρωτώντας παντού που λες μπάρμπα Χαράλαμπε, από κανέναν δεν κατάφερα να πάρω απάντηση.

Μια μέρα όμως, έναν γνωστό μου νταλικέρη συνάντησα στον δρόμο, την ώρα που πήγαινα να πάρω κάτι από κάποιο κατάστημα της γειτονιάς του κι ενώ τον χαιρετούσα, τον έβλεπα να τραβάει τα μαλλιά του χωρίς να με κοιτάει.

Μόνον αυτός λοιπόν απάντησε τα ερωτήματά μου, αλλά και με τον τρόπο που το έκανε, ποτέ δεν μπόρεσα να το χωνέψω. Τα μαλλιά του τραβούσε που λες ο άνθρωπος και με πόνο ψυχής έλεγε μόλις επιτέλους κατάφερε να με αναγνωρίσει.

Εχθές το απόγευμα πήγα και φόρτωσα από μια μάντρα είκοσι τόνους καλώδια Μιχάλη, τα οποία έπρεπε να παραδώσω σήμερα το πρωί σε κάποιο μοναστήρι του Αγίου Όρους, για να ανανεώσουν μάλλον τις εγκαταστάσεις τους.

Στις τέσσερις τα χαράματα όπως ξέρεις, έπρεπε να βρίσκομαι στην Τρυπητή, για να μπω στο πρωινό καράβι που θα έφευγε από εκεί στις τέσσερις και μισή για το Άγιο Όρος. Μέχρι τις δέκα το βράδυ λοιπόν, κάτω από το μπαλκόνι μου είχα το φορτηγό μου και συνεχώς το έβλεπα και σκεπασμένο με μουσαμά το είχα, ώστε κανείς να μη ξέρει και να μη βλέπει, τί είχα βάλει στην καρότσα του.

Κοιμήθηκα όπως έπρεπε κι όταν κατά τις μία το πρωί κατέβηκα πια να πάω στην δουλειά μου, είδα τις ρόδες του φορτηγού μου να είναι έτσι, όπως όταν είναι άδειο. Δεν μπορούσα να ψυλλιαστώ κάτι κακό, αλλά κι από περιέργεια ανέβηκα στην καρότσα να δω τι γίνεται.

Όταν την είδα άδεια όμως, νόμισα ότι έβλεπα όνειρο, γι’ αυτό και τσιμπιόμουν να ξυπνήσω. Είκοσι τόνους καλώδια ήταν εκεί μέσα Μιχάλη και μάλιστα χοντρά. Και σε μεγάλες κουλούρες ήταν τυλιγμένα. Ασήκωτα δηλαδή από άνθρωπο όπως μπορείς να καταλάβεις.

Μόνον με γερανό θα μπορούσαν να κατεβούν αυτές από την καρότσα που βρισκόταν, αφού και με γερανό μου τις φόρτωσαν σ’ αυτήν όταν τις πήρα από την μάντρα και πολύ ώρα έκαναν εκεί μέχρι να ολοκληρώσουν την φόρτωσή τους.

Κι όταν έφτασα στο σπίτι μου όπως σου είπα, κάτω από το μπαλκόνι μου έβαλα το φορτηγό μου κι αυτό πάλι, ίσα που χωρούσε εκεί από κάτω. Μπορείς να μου πεις λοιπόν, πώς έκαναν την κλοπή, αφού με γερανό δεν θα μπορούσε να γίνει; Αν γινόταν, όχι μόνον εγώ, αλλά όλη η γειτονιά θα σηκωνόταν στο πόδι από τον θόρυβο που θα έκαναν.

Κάλεσα βέβαια την αστυνομία, αλλά κι όταν ήρθαν αυτοί, το αυτονόητο μου έλεγαν. Σας τα κλέψανε κύριε. Κι από ότι μπορούμε να υποθέσουμε είπαν, πολλοί πρέπει να ήταν οι κλέφτες, για να κατεβάσουν μια τόσο μεγάλη ποσότητα καλωδίων σε τόσο λίγο χρόνο.

Μα, τί θα κάνω τώρα τους έλεγα, αφού και δικά μου δεν ήταν και μεγάλης αξίας είναι. Τι θα πω δηλαδή στους παραλήπτες; Και τί θα κάνουν αυτοί όταν μάθουν τι έγινε; Και πού πρέπει  να αποτανθούν σ’ αυτήν την περίπτωση; Αυτά τους έλεγα δηλαδή πνιγμένος από αγωνία και τι θα έκανα εγώ τους ρωτούσα, μετά από αυτό που μου συνέβη.

Ξέρεις τι μου είπαν; Το μόνο που έχουν να κάνουν αυτοί που τα περίμεναν, όπως κι εσύ μαζί με αυτούς που τα έχασες, είναι μια μήνυση κατά αγνώστου. Από εκεί και μετά, έχει ο Θεός συμπλήρωσαν. Αυτά είπαν και τίποτε άλλο.

Εσείς, τους είπα κι εγώ μέσα στην αγωνία μου, δεν μπορείτε να κάνετε κάτι; Δεν μπορείτε δηλαδή να ψάξετε κάπου που υποψιάζεστε, ώστε να βρείτε τα καλώδια που μου έκλεψαν;

Απαντώντας αυτοί, έλεγαν σαν να ήξεραν πολύ καλά τι γίνεται σε παρόμοιες περιπτώσεις. Αυτά τώρα, είδη έχουν λιώσει σε κάποιο χυτήριο κι όπως καταλαβαίνεις, τίποτε δεν θα βρούμε.

Είναι να μη σου συμβεί κάτι τέτοιο μου είπαν μόνον κι αυτό ήταν όλο. Αυτά μου είπαν Μιχάλη κι αφού μου έδωσαν να τους υπογράψω κάτι χαρτιά, με άφησαν με ένα σορό αναπάντητες ερωτήσεις κι έφυγαν.

Κι εγώ τώρα, κάθομαι εδώ που βλέπεις και δεν ξέρω τι να κάνω και τι να πω στους παραλήπτες. Πώς να τους πω δηλαδή, ότι μου έκλεψαν τα καλώδιά τους και πώς να τους δικαιολογήσω αυτό που έγινε κάτω από το σπίτι μου και χαμπάρι δεν πήρα.

Κι αν πάλι τους πω αυτό που μου προέκυψε, θα με πιστέψουν άραγε; Κι αν μου πουν δεν ξέρουμε εμείς τι έγινε εκεί και κάτω από σπίτι σου, θέλουμε τα καλώδιά μας; Τότε; Τί θα κάνω; Πως θα καλύψω μια τέτοια ζημιά;

Κατάλαβες τώρα Μιχάλη γιατί τραβάω τα μαλλιά μου; Και να τρέχω τώρα εγώ στα χυτήρια να δω, σε ποιο από αυτά μπορεί να κατέληξαν για λιώσιμο, θα βγάλω άραγε άκρη;

Κι αν πάλι καταφέρω να βρω που πήγαν τα καλώδια, τι θα κάνω για να τα πάρω πίσω; Αυτό ρώτησα και τους αστυνομικούς και ξέρεις τι μου είπαν; Καλά θα κάνεις να ξεχάσεις το θέμα, γιατί αυτοί δεν είναι λίγοι και όπως καταλαβαίνεις οπλοφορούν. Θα μπορέσεις να τους αντιμετωπίσεις άραγε; Το ποιο πιθανό πάντως είναι, να βρούμε εσένα μάλλον σε κάποιο χωράφι φυτεμένο.

Αυτά που μου είπαν Μιχάλη σκέφτομαι κι αυτός είναι ο λόγος που με βλέπεις τώρα σε απόγνωση. Για να επέμβουμε εμείς είπαν οι αστυνομικοί, θα πρέπει να μας πει στα σίγουρα κάποιος, ότι τα καλώδια που εσύ έχασες, είναι αυτά που ακόμη βρίσκονται στο τάδε χυτήριο κι αφού γίνει επώνυμη καταγγελία, τότε θα πάμε να τα δούμε.

Κι αν βρούμε κάτι από αυτά εκεί, θα πρέπει να αποδείξουμε ότι όντως τα δικά σου είναι, αλλιώς, θα έχεις εσύ πρόβλημα. Πες μου εσύ λοιπόν Μιχάλη. Τί να κάνω; Πού να πάω; Και πώς να δώσω λύση σ’ αυτό που μου έγινε και δεν έχω ούτε τα μέσα, ούτε και τον τρόπο να γλιτώσω από πιθανές συνέπιες εις βάρος μου;

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *