Ο αγρότης και τα σκυλιά

   Μετά από την μικρή στιχομυθία που είχα με τον βοσκό όμως και λίγο παραπέρα πηγαίνοντας καβάλα στην γουρούνα μου και πάντα με κατεύθυνση προς το βουνό, έναν αγρότη έβλεπα να έρχεται με το φορτηγάκι του από την απέναντι πλευρά του στενού χωματόδρομου κι επειδή δεν χωρούσαμε και οι δυο εκεί, έκανα λίγο παράμερα εγώ, ώστε να περάσει κι αυτός ποιο εύκολα.

Στάθηκε όμως ο άνθρωπος δίπλα μου κι αφού με καλημέρισε πρώτα, μου έλεγε κι αυτός κάτι παρόμοιο με τον βοσκό. Σε χαίρομαι βρε Μιχάλη πάνω σ’ αυτήν την γουρούνα και δεν σου κρύβω ότι κι εγώ σκέφτομαι να πάρω μία, γιατί ποιο εύκολα και ποιο γρήγορα θα πηγαίνω στα χωράφια μου, μέσα από τους τράφους που έχουμε εμείς οι αγρότες για σύνορα.

Εσύ βέβαια, βόλτες κάνεις εδώ και στο βουνά σε βλέπω να ανεβαίνεις, αλλά και δεν μπορώ να καταλάβω, με τι θάρρος το κάνεις, αφού οτιδήποτε μπορεί να σου συμβεί εκεί και μόνος καθώς είσαι, πολλά μπορεί να σου τύχουν και πολύ δύσκολα κατά την γνώμη μου θα τα αποφύγεις.

Θα προσέχω είπα και σ’ αυτόν, για να κόψω την κουβέντα μας, γιατί άρχισε να με ενοχλεί πια, που έμπαιναν ξαφνικά εμπόδιο αυτοί στον δρόμο μου εκείνη την ημέρα, αφού καμιά άλλη φορά δεν έκαναν το ίδιο.

Βλέποντας κι αυτός όμως, ότι παρ’ όλα αυτά που μου είπε, ήμουν αποφασισμένος να ολοκληρώσω τον σκοπό μου, πάλι έλεγε. Να προσέχεις τα σκυλιά όμως. Όχι τόσο τους λύκους, γιατί αυτοί φεύγουν αν μυρίσουν άνθρωπο. Τα σκυλιά όμως δεν φοβούνται τον άνθρωπο, γιατί τον έχουν συνηθίσει.

Αυτά μου είπε μόνο κι όπως έπρεπε, έφυγε κι αυτός για την δουλειά του. Αδιαφορώντας και για τις δικές του συστάσεις λοιπόν, πάτησα το γκάζι κι έφευγα με κάποιο πείσμα θα έλεγα, γιατί όπως έλεγα στον εαυτό μου, δεν πήγαινα πρώτη μου φορά στο βουνό. Χρόνια έκανα το ίδιο και ποτέ δεν συνάντησα σκυλιά εκεί, ή άλλο ζώο που να με τρομάξει.

Τα στραβά και τα ανάποδα, μόνον μέσα στο χωριό τα συναντούσα, από τους πολύ απρόσεκτους ανθρώπους. Εκεί στο βουνό όμως, τίποτε κακό κι από κανένα ζλάπ δεν έπαθα κάτι, αλλά και ποτέ δεν είδα κάποιο από αυτά μπροστά μου.

Ένα σκυλί μόνον συναντούσα στον δρόμο μου κάθε φορά και στο ίδιο σημείο το εύρισκα να σουλατσάρει πάντα κι αυτό πάλι, όχι μέσα στο βουνό, αλλά λύγο ποιο πριν. Στα χωράφια δηλαδή.

Μόλις έβλεπε να το πλησιάζω όμως, έτρεχε να κρυφτεί πίσω από τους θάμνους. Κι επειδή δεν ήθελα να το τρομάζω με την παρουσία μου, πάντα είχα κάτι να του δώσω για φαγητό, πράγμα που έκανα κι εκείνο το πρωινό δηλαδή, όταν και πάλι το συνάντησα.

Στάθηκα για τρίτη φορά παράμερα εκείνη την ημέρα κι όπως το είχα έτοιμο, έβγαλα μέσα από την σακούλα που είχα το δικό μου, όπως και το δικό του σάντουιτς και με καλό τρόπο το άφησα στην άκρη του δρόμου να το φάει ανενόχλητο.

Έφυγα μετά από αυτό και λύγο ποιο πάνω φτάνοντας, πάλι στάθηκα, θέλοντας να δω αν πλησίασε το σκυλί στο φαγητό του, αν το έτρωγε, ή κι αν αδιαφόρησε ακόμη για την προσφορά που του έκανα.

Όπως έβλεπα όμως, πράγματι το πλησίασε κι όντως άρχισε να το τρώει, οπότε, ήσυχος πήγαινα κι εγώ να κάνω την βόλτα μου και δεν άργησα να βρεθώ στο σημείο του βουνού που υπολόγιζα να καταλήξω.

Καθισμένος πάνω στην μηχανή μου έμεινα όταν στάθμευσα εκεί και πάνω σ’ αυτήν έπινα τον καφέ μου. Κι ενώ μασούσα το σάντουιτς με την ησυχία μου, χάζευα κιόλας γύρο μου, αφού τις ομορφιές της φύσης χαιρόμουν εκεί και τίποτε άλλο.

Όταν πια τελείωσα, θέλησα να επισκεφτώ ένα εξωκλήσι, αυτό δηλαδή που βρισκόταν στην απέναντι πλευρά από αυτήν που ήμουν, δεδομένου ότι ένας ξεροπόταμος μας χώριζε. Και για να φτάσω εκεί, πάνω σε μια ξύλινη γέφυρα βαδίζοντας μπορούσα να το κάνω.

Νόμιζα ότι χωρούσε και η μηχανή μου να περάσει πάνω από αυτήν, ή εγώ ήθελα να πάω μαζί της στο εκκλησάκι, γιατί ένα ύψωμα που βρισκόταν πίσω από αυτό ήθελα να εξερευνήσω μαζί της.

Πολλές φορές επιχείρησα να το κάνω με τα πόδια, αλλά επειδή δύσκολα το ανέβαινα, σκέφτηκα να το κάνω με την μηχανή μου εκείνη την ημέρα, χωρίς βέβαια να βάζω με το μυαλό μου, ότι θα μπορούσα να βρεθώ εγκλωβισμένος κάπου και επικίνδυνα για μένα μάλιστα.

Χωρίς να το σκεφτώ για δεύτερη φορά λοιπόν, αφού την πρώτη την προσπέρασα στα γρήγορα, ανέβηκα στην μηχανή και πράγματι έφτασα μέχρι την γέφυρα, αν και πολύ δύσκολα βέβαια, γιατί το μονοπάτι ήταν στενό για τις διαστάσεις της γουρούνας μου.

Χαζομάρα έκανα, έλεγα μέσα μου, γιατί εκεί κατάλαβα ότι εγώ θέλησα να βάλω την μηχανή μου σε περιπέτειες κι όχι ότι ήταν ανάγκη να επισκεφτώ με αυτήν το εκκλησάκι.

Μαζί με αυτό όμως, άρχισα να συνειδητοποιώ πλέον, ότι όχι μόνον χαζομάρα έκανα, αλλά και στρυμωγμένος άσχημα βρέθηκα εκεί, αφού όπως έβλεπα, πουθενά δεν υπήρχε χώρος που να μου επιτρέπει να γυρίσω.

Για να επιστρέψω δηλαδή στο σημείο του βουνού που ξεκίνησα με σκοπό να φτάσω στην γέφυρα, μόνον με την όπισθεν θα μπορούσα να το επιχειρήσω. Δεν ήταν βέβαια μακρινή η απόσταση, αλλά και κοντινή δεν ήταν ώστε να την κάνω εύκολα.

Μπροστά σ’ αυτήν την ανάγκη λοιπόν, ξέχασα την επιθυμία μου να πάω στο εκκλησάκι κι όπως έπρεπε, έκανα κάμποσες φορές πίσω, εμπρός την  μηχανή μου ώστε με την μούρη να βγω από το αδιέξοδο. Τα κατάφερα βέβαια αν και πολύ δύσκολα λόγω της έλλειψης χώρου.

Εκεί που το προσπαθούσα όμως, ένα σκυλί έβλεπα να με περιμένει στην έξοδο του στενού κι ένα άλλο να τρέχει από την πλευρά που βρισκόταν το εκκλησάκι. Αυτό μάλιστα, φανερά έδειχνε ότι ήταν αποφασισμένο να με πλησιάσει, γιατί ήδη έτρεχε προς την γέφυρα.

Ωχ? Είπα μέσα μου. Κάνε πλάκα τώρα, να έρθει κι αυτό εδώ κι έτσι όπως είμαι στρυμωγμένος, τίποτε δεν θα μπορέσω να κάνω αν τα σκυλιά αποφασίσουν να μου επιτεθούν για κάποιον λόγο.

Ανησύχησα βέβαια, αλλά και δεν τα έχασα, γι’ αυτό και συνέχισα την προσπάθειά μου, όσο κι αν έβλεπα το μεγαλόσωμο σκυλί στην έξοδο να μου δείχνει τα δόντια πλέον, με φανερές τις κακές του διαθέσεις.

Αν τα χάσω έλεγα μέσα μου, θα είναι πολύ χειρότερα για μένα, οπότε, με ψυχραιμία έκανα την επιστροφή μου και γρήγορα την έκανα, ώστε να μη με προλάβει και το σκυλί που ερχόταν από την γέφυρα. Αυτό όμως, ήδη γαύγιζε για κάποιον λόγο που δεν μπορούσα να καταλάβω, αν κι ακόμη δεν το βλέπω να έρχεται.

Όταν τελικά έφτασα στην έξοδο, εγώ επιτέθηκα στο σκυλί που την φύλαγε, προκειμένου να μου ελευθερώσει τον δρόμο, αλλά κι όταν το έκανα, από δίπλα μου ακολουθούσε αυτό και με μανία με γαύγιζε.

Μέχρι να βρεθώ σε σημείο όμως, που να μου επιτρέπει να φύγω γρήγορα από την συγκεκριμένη θέση του βουνού, πολλά σκυλιά μαζεύτηκαν γύρο μου και πράγματι δεν μπορούσα να καταλάβω από που ξεφύτρωσαν.

Δεν είχα χρόνο να κάνω μετρήσεις εκείνη την στιγμή, γι’ αυτό και δεν ξέρω να σου πω πόσα ήταν. Ένα ερώτημα όμως κάθισε για τα καλά μέσα μου. Μα, πού ήτα αυτά τα σκυλιά και ποτέ μου δεν τα είδα;

Κι όσο σκεφτόμουν, ότι πολλές φορές πήγαινα στο απέναντι εκκλησάκι με τα πόδια και αρκετή ώρα καθόμουν εκεί και μόνος μου, απορούσα, πως και δεν μου επιτέθηκαν ποτέ. Αν το έκαναν πάντως, σίγουρο ήταν πια, ότι δεν θα είχα καλά ξεμπερδέματα.

Μόλις κατάφερα τελικά να μπω στον χωματόδρομο κι έβαλα την γουρούνα μου να τρέχει γρήγορα προκειμένου ν’ αποφύγω τα σκυλιά, έβλεπα ότι κινδύνευα κι από το να ντεραπάρω έτσι όπως πήγαινα.

Κι αν με εύρισκαν κάτω πεσμένο αυτά, μόνον ο Θεός ήξερε τι θα μπορούσαν να μου κάνουν έτσι όπως λυσσομανούσαν. Όταν έφτασα και στο σκυλί που πριν λύγο τάισα όμως, αντί να με υπερασπιστεί κατά πως το σκεφτόμουν κι αυτό όρμησε επάνω μου και με περισσότερο πείσμα με γαύγιζε επηρεασμένο από τα υπόλοιπα.

Αυτό που έφευγε φοβισμένο μόλις με έβλεπε, με κυνηγούσε με περισσότερη μανία, θαρρείς και ήθελε να πάρει την αρχηγία από τα υπόλοιπα σκυλιά και συνέχισε να κάνει το ίδιο κι όταν ακόμη τα άλλα κουράστηκαν να τρέχουν πίσω μου, ή κατάλαβαν ότι δεν μπορούσαν να κάνουν αυτό που μπήκε στο μυαλό τους.

Λαχανιασμένος θα έλεγα έφτασα κοντά στο μαντρί κι όταν πια κι ο αχάριστος σκύλος με εγκατέλειψε, είδα τον βοσκό να με περιμένει έξω από το μαντρί του και με πολύ νόημα να κουνάει το κεφάλι του.

Σου το είπα έλεγε, όταν στάθηκα δίπλα του, αλλά δεν με άκουσες. Κατάλαβες τώρα από τι κινδυνεύεις χωρίς να το υπολογίζεις; Σκυλιά είναι αυτά κι όταν είναι μόνα τους, μπορεί και να μη σου κάνουν τίποτε. Όταν όμως μαζευτούν πολλά, κανείς δεν ξέρει τι μπορούν να σε κάνουν, γιατί το ένα επηρεάζει το άλλο.

Όπως βλέπεις, συνέχισε να λέει, καλύτερα είναι να πίνεις τσίπουρα στην πλατεία, από το να κάνεις βόλτες μόνος σου στο βουνό, αλλά εδώ που τα λέμε κι οπουδήποτε αλλού είναι επικίνδυνο να βρίσκεται κανείς μόνος του.

Πουθενά δηλαδή μην πας ξανά μόνος σου Μιχάλη, ούτε και στην πλατεία. Ούτε κι εκεί είσαι ασφαλής μόνος σου, γιατί ποτέ δεν ξέρεις τι και πως θα σε προκύψει.

Πουθενά μόνος λοιπόν, για να είσαι σίγουρος, ότι θα σε πάει κάποιος στο σπίτι σου, όταν σε βρει κάπου, έστω και πεθαμένο. Έλα τώρα να πιούμε μια ρακί μαζί πρόσθεσε, γιατί πολύ τρόμαξες και δεν σε αδικώ. Μπορεί να σου αρέσει το βουνό. Μπορεί να σου αρέσει και η μοναξιά όπως καταλαβαίνω από αυτά που κάνεις.

Μπορεί πάλι να έχεις σιχαθεί την ανθρώπινη συμπεριφορά και να θέλεις να φύγεις μακριά από όλους. Αν βρεις παρέα να σε ακολουθήσει, προσπάθησέ το. Αν όχι όμως, καλύτερα βρες ένα φίλο και πιες μαζί του ένα τσίπουρο μέχρι να συνέλθεις.

Από εκεί και μετά, καλά θα κάνεις να σκεφτείς αυτά που σου είπα, γιατί δεν συναντάς κάθε μέρα ανθρώπους που ξέρουν τι να σου πουν και πως να σε συμβουλέψουν κατάλληλα. Κατάλαβες κύριε Μιχάλη;

Αυτά που λες έπαθα Ευδοξία κι αυτά που άκουσε μου είπε ο βοσκός. Και δεν σου κρύβω, ότι έμεινα αρκετή ώρα μαζί του πίνοντας τσίπουρα, αφού όπως είπε κι αυτός, δεν έληξε και το δικό του θέμα με την τράπεζα και άδικα επέστρεψε τα πρόβατά του τόσο νωρίς στο μαντρί του.

Στεναχωρημένος αυτός λοιπόν, προβληματισμένος εγώ, πολύ καλή παρέα κάναμε, αλλά και συνέχεια το ίδιο μου έλεγε μέχρι να το χωνέψω. Πουθενά μόνος Μιχάλη. Πουθενά. Ούτε και στον παράδεισο.

Όχι βέβαια γιατί είναι άσχημα εκεί, αλλά αν είσαι μόνος σου κι από εκεί κινδυνεύεις να φύγεις ακούγοντας αυτά που σου λέει ο εαυτό σου. Κι αν δεν βρίσκεται κάποιος άλλος κοντά σου να σου πει, δες το ξανά αδελφέ, θα φύγεις κι από εκεί κι επιστροφή δεν θα υπάρχει.

Δες το κι εσύ λοιπόν ξανά Ευδοξία, γιατί αν πάρεις λάθος αποφάσεις τώρα όπως το σκέφτεσαι, δύσκολα, αν όχι καθόλου δεν θα μπορέσεις να επιστρέψεις στα συγκαλά σου μετά. Και το ψυχιατρείο είναι γεμάτο πρέπει να σου πω, από ανθρώπους που θέλησαν να μείνουν μόνοι τους για κάποιους λόγους.

Και το ψυχιατρείο πρέπει να ξέρεις, ότι πολύ μακριά σε πάει αν μπεις μέσα, όσο κι αν είναι εντός των ορίων της πόλης μας. Κατάλαβες κυρία Ευδοξία; Πουθενά μόνη λοιπόν. Με παρέα τον άντρα σου, τα παιδιά σου, τα αδέρφια σου, τους γονείς σου κι όποιον άλλον σε αγαπά, πήγαινε όπου θέλεις. Μόνη σου όμως ποτέ και πουθενά.

Αυτά λοιπόν είπα στην Ευδοξία και μέχρι να τα ολοκληρώσω, έδωσα χρόνο στον άντρα της να έρθει κι αφού μας βρήκε στην καφετέρια και κάθισε κι αυτός για λίγο μόνον μαζί μας, πήρε την γυναίκα του μετά κι όπως έπρεπε, με ΤΑΧΙ πάλι αποφάσισαν να επιστρέψουν στο σπίτι τους.

Με ευχαρίστησαν και οι δύο βέβαια για την συμμετοχή μου στο πρόβλημά τους, αλλά ποιο πολύ η Ευδοξία μ’ ευχαριστούσε, γι’ αυτό και την άκουσα να με βεβαιώνει πια μέσα από το ΤΑΧΙ, ότι θα σκεφτεί ξανά το θέμα της κι από την αρχή μάλιστα, γιατί κατάλαβε επιτέλους, ότι μόνη της, πουθενά δεν θα ήταν καλά για αυτήν, όπως και για τους δικούς της.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *