Ο ζητιάνος που ήταν άγγελος

   Αυτά λοιπόν είπαμε εκείνη την ώρα με τον μπάρμπα Χαράλαμπο κι όπως του το ανακοίνωσα, αμέσως ξεκίνησα για το σπίτι μου. Καθ’ οδόν όμως, πάλι έκανα σκέψεις οδηγώντας το αυτοκίνητό μου κι αυτό που μελετούσα με τον εαυτό μου, ήταν η εγωιστική ανθρώπινη συμπεριφορά μας.

Ασφαλώς και δεν μας τιμά το να συμπεριφερόμαστε εγωιστικά αλλά δυστυχώς για όλους μας, αυτό κάνουμε και μετά μανίας μάλιστα στηρίζουμε τους εγωισμούς μας κι όχι μόνον, γιατί και τους επιβάλουμε προς κάθε κατεύθυνση, λες και δεν μπορούμε να απαλλαγούμε από την αρχέγονη συνήθεια, του κάνω ότι θέλω, όπως εγώ νομίζω κι όπως εμένα μου αρέσει.

Προκειμένου δε, να επιβάλουμε αυτά που εμείς θέλουμε να γίνου, δεν διστάζουμε ακόμη και με τα αδέλφια μας, όπως και με τους γονείς μας να μαλώσουμε. Και δε σταματάμε εκεί, γιατί και στο σημείο να μη μιλάμε μεταξύ μας φτάνουμε, λες και γεννηθήκαμε για να καταλήξουμε ως αιώνιοι εχθροί.

Ξέρουμε βέβαια, ότι τίποτε δεν αξίζει τόσο, όσο η μεταξύ μας αγάπη, αλλά εμείς? Προτιμούμε να μαλώσουμε με όλους και για όλα μάλλον, αρκεί να γίνει το δικό μας. Αυτό λοιπόν έκαναν και οι Αυστραλοί συγγενείς του κυρίου Θόδωρου, γι’ αυτό και τον έστειλαν εξορία στα γεράματά του.

Και να ήταν μικρά παιδιά, θα έλεγε κανείς ότι δεν έμαθαν να σέβονται τους ηλικιωμένους. Αυτοί όμως ήταν στα πρόθυρα να πάρουν σύνταξη. Ηλικιωμένοι άνθρωποι δηλαδή. Άρα; Ήξεραν τι έκαναν και πόσο κακή ήταν η ενέργειά τους.

Αν έκανε και σ’ αυτούς τα ίδια κάποιος και για τους ίδιους λόγους μάλιστα, σίγουρα δεν θα τους άρεσε. Το ότι το επέβαλαν αυτοί όμως στον θείο τους, ασφαλώς και το δικαιολογούσαν ως σωστό.

Τί ήταν λοιπόν αυτό που τους ώθησε να ταλαιπωρήσουν τον αδελφό του πατέρα τους και να τον εξορίσουν από τον τόπο που μεγάλωσε και σύμφωνα με τις δικές του αξίες, γηροκόμησε τον πατέρα του, που έτυχε να είναι παππού τους;

Τον λόγο που το έκαναν λοιπόν αναζητώντας μέσα μου, κατέληξα να πω τελικά, ότι το χρήμα ήταν αυτό που τους οδήγησε να αδιαφορήσουν για την κακία που έδειξαν προς τον θείο τους κι αυτό ήταν η αιτία που τους οδήγησε να στερηθούν την αγάπη, που αυτός θα ήθελε να τους δώσει, ως παιδιά του αδελφού του.

Για τα λεφτά λοιπόν έκανα αυτά τα εγωιστικά και γι’ αυτά και μόνον προτίμησαν να απαρνηθούν αυτόν τον τόσο κοντινό συγγενή τους. Γέροι άνθρωποι κι αυτοί όπως είπαμε κι όμως, ακόμη χρήματα μάζευαν με οποιοδήποτε τίμημα, λες κι ότι είχαν κανονίσει με τον Θεό να μείνουν χίλια χρόνια στην ζωή, αν εφάρμοζαν με μανία αυτήν την απάνθρωπη συμπεριφορά.

Προστατεύοντας τον θείο τους, θα είχαν να χαίρονται κι αυτοί μαζί με αυτόν το υπόλοιπο της ζωής τους, αν βέβαια ήταν στα καλά τους. Ασφαλώς και θα χαιρόταν, αλλά να που δεν ήταν στα καλά τους, γι’ αυτό και τον υποχρέωσαν να φύγει από τον χώρο του κι αφού έγινε τελικά η πολυκατοικία τους, ούτε και οι Αυστραλοί έμειναν σ’ αυτήν.

Πήραν δηλαδή το μερίδιό τους σε χρήματα από τον εργολάβο κι αφού το πήραν, έφυγαν για πάντα προς την Αυστραλία. Καμιά σημασία δηλαδή δεν έδωσαν, για το αν είχαν, ή όχι κάποιον θείο στην πατρίδα τους να τους αγαπά και να τους περιμένει όταν ερχόταν.

Τί να πει όμως κανείς, για όλους εμάς τους αχάριστους ανθρώπους; Αντί να λέμε ευχαριστώ στον Θεό, για όλα αυτά που από αγάπη μας παραχωρεί για την επιβίωσή μας, εμείς όλο και ψάχνουμε να βρούμε περισσότερα από αυτά, μη τυχόν και μας λείψουν τα ήδη υπάρχοντα.

Και αντί να δίνουμε κι εμείς κάτι από αυτά που έχουμε στους αδελφούς μας, μιμούμενοι την δική Του αγάπη, τίποτε δεν κάνουμε που να τους βοηθά, ώστε να ζουν χαρούμενοι κι αυτοί ανάμεσά μας.

Από άκρατο εγωισμό επηρεασμένοι δηλαδή, προτιμάμε να κρατάμε καλά κριμένα αυτά που έχουμε, μη τυχόν και για κάποιο λόγο, υποχρεωθούμε να τα μοιραστούμε με άλλους.

Επιθυμώντας μάλιστα να κάνουμε περισσότερα τα δικά μας, φτάνουμε στο σημείο να διεκδικούμε κι από τους αδελφούς μας ακόμη αυτά τα λύγα που έχουν, αδιαφορώντας για την ζημιά που θα τους προκαλέσουμε.

Αυτά λοιπόν σκεπτόμουν εκείνη την ώρα και δεν σταμάτησα να κάνω το ίδιο, μέχρι που έφτασα μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μου. Όταν βρέθηκα εκεί όμως, τα κλειδιά μου έψαχνα και σ’ αυτήν την προσπάθεια ευρισκόμενος, ξέχασα με τι ήταν απασχολημένο το μυαλό μου πριν από λίγο.

Την επομένη το πρωί όμως, πάλι θυμήθηκα τις σκέψεις μου κι ο μπάρμπα Χαράλαμπος ήταν αυτός που μου τις έφερε μπροστά μου, γιατί τον έβλεπα να κάνει κάτι που μάλλον δεν το περίμενα.

Μάλωνε με κάποιον καταστηματάρχη όπως μου φάνηκε από τον τόνο της φωνής του κι αυτό ήταν που με έκανε να σταθώ, ώστε να ακούσω την στιχομυθία τους, όπως και τον λόγο που έκανε τον μπάρμπα Χαράλαμπο να του μιλά κάπως δυνατά κι έξω από τις συνήθειές του.

Μα είναι δυνατόν, του έλεγε, να βρίζεις τον άνθρωπο γιατί σου άπλωσε το χέρι του; Αν θέλεις του δίνεις κάτι, αν θέλεις πάλι, μη του δίνεις τίποτε. Το να τον βρίζεις όμως και να τον στέλνεις να δουλέψει όπως άκουσα να του λες προκειμένου να βρει τα απαραίτητα για την ζωή του, πόσο καλό νομίζεις ότι είναι αυτό για σένα;

Αυτά του έλεγε δηλαδή με έντονο ύφος, αλλά ο κύριος Γιώργος, με απαξίωση απέφυγε τις παρατηρήσεις που άκουγε και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του καταστήματός του.

Μετάνιωσε όμως κι επιστρέφοντας προς τον μπάρμπα Χαράλαμπο που στεκόταν στην πόρτα του, τα ίδια περίπου του έλεγε. Ναι ρε. Να πάει να δουλέψει. Όπως δουλεύω εγώ, να δουλέψει κι αυτός.

Έμαθαν να ζητιανεύουν γυρίζοντας τεμπέλικα στους δρόμους και συνεχώς ζητούν χρήματα. Να πάει να βρει μια δουλειά και να δουλέψει, όπως κάνουμε όλοι εμείς. Κατάλαβες δηλαδή; Δεν προλαβαίνουμε να ανοίξουμε τα μαγαζιά μας και πλακώνουν όλοι οι ζητιάνοι, λες κι ότι ήμαστε υποχρεωμένοι να τους συντηρούμε εμείς.

Αυτά λοιπόν του έλεγε λαχανιασμένος ο κύριος Γιώργος, μάλλον επηρεασμένος όπως κατάλαβα από τους λογισμούς που του φορτώθηκαν κι όλοι μαζί ήθελαν να εκφραστούν.

Έχεις δίκαιο του απαντούσε με κάποια συγκατάβαση πια κι ο μπάρμπα Χαράλαμπος στην προσπάθειά του να τον ειρηνεύσει, αλλά και βρήκε την ευκαιρία να του πει περισσότερα από πριν.

Πρέπει να σου πω κύριε Γιώργο, ότι από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου, δεν έπαψα να βλέπω ανθρώπους να ζητιανεύουν. Κι από όταν ήμουν μικρός ακόμη και προσπαθούσα να επιβιώσω μόνος μου, πάντα βρισκόταν κάποιος μπροστά μου να μου απλώνει το χέρι του. Και μέχρι σήμερα που μιλάμε, το ίδιο γίνεται με τους ζητιάνους. Καμιά φορά όμως δεν σκέφτηκα ότι έπρεπε να θυμώσω μαζί τους.

Όταν μεγάλωσα πάλι και ήθελε να δώσω μια σωστή και δίκαιη απάντηση στον εαυτό μου για όσα κάνουν οι ζητιάνοι, κατέληξα να δεχθώ τελικά, ότι μάλλον ο Θεός τους κρατά σ’ αυτήν την σχέση και μάλλον Αυτός είναι που τους στέλνει να ζητιανεύουν.

Κι εσκεμμένα μάλλον πρέπει να το κάνει αυτό, μήπως και καταλάβουμε επιτέλους όλοι εμείς οι αχάριστοι, ότι όπως ευχαρίστως δεχόμαστε αυτά που Αυτός μας δίνει, το ίδιο ευχαρίστως πρέπει να δίνουμε κι εμείς στους ανθρώπους, ως πραγματικά ευγνώμονες απέναντί Του.

Αν το καταλάβεις κι εσύ αυτό κύριε Γιώργο κι αν μπορέσεις να το δικαιολογήσεις στον εαυτό σου, μάλλον πρέπει να μπες στην λογική του να δίνεις σε όποιο χέρι απλώνεται μπροστά σου και να το κάνεις μάλιστα ανταποδοτικά. Σαν να προσφέρεις κάτι δηλαδή, από την δική σου ευγνωμοσύνη προς τον Θεό.

Δίνε λοιπόν, γιατί αυτό είναι που πραγματικά δηλώνει ότι είσαι ευγνώμων. Αυτοί που ευγνωμονούν τον Θεό μόνον με τα λόγια, δεν κάνουν τίποτε άλλο, εκτός από το να αδικούν τον εαυτό τους.

Αν δίνεις λίγα, ή πολλά, έχει κι αυτό την σημασία του πρέπει να πούμε, αφού και το ύψος της ανταπόδοσης θα μετρήσει όταν έρθει η ώρα να εξετάσει τα πάντα ο Θεός, ώστε κανείς από τους ανθρώπους να μην αδικηθεί.

Ακόμη και η παραμικρή αγάπη που θα δείξουμε θα μετρήσει ως προστιθέμενη αξία, γιατί κι αυτή έχει πολύ μεγάλη θέση στα μάτια του Θεού, για να μη πούμε την μεγαλύτερη.

Ότι κάνουμε λοιπόν κύριε Γιώργο, δεν το κάνουμε για τους τεμπέληδες ζητιάνους όπως λες, αλλά για να αποδείξουμε έμπρακτα κι εμείς, ότι και ευγνώμονες ήμαστε και αγάπη έχουμε μέσα μας.

Και δεν είναι ψέμα αυτό που με υποχρεώνεις να σου πω τώρα, γιατί απόλυτα ταιριάζει με την περίπτωσή σου. Αν θέλεις όμως το πιστεύεις αυτό, αν θέλεις όχι. Τίποτε δεν είναι υποχρεωτικό σ’ αυτήν την ζωή.

Όποιος θέλει δέχεται την ζωή του με τον Θεό συνυφασμένη κι όποιος θέλει, την ζει χωρίς Αυτόν. Ο καθένας πάντως, για τον εαυτό του υπάρχει όπως ξέρουμε κι όπως θέλει ζει και με όποιον αυτός θέλει την ζει παρέα.

Άκουσε λοιπόν αυτό που θα σου πω και μετά κάνε ότι κι όπως εσύ θέλεις. Ήταν που λες κάποιος που δεν πίστευε ότι οι ζητιάνοι επιτελούν κάποιο προβλεπόμενο από τον Θεό έργο, γι’ αυτό κι έκανε κάτι ανάλογο με αυτό που είδα να κάνεις εσύ σήμερα.

Σε κανέναν δηλαδή δεν έδινε ούτε και το παραμικρό όταν του άπλωναν το χέρι τους, πιστεύοντας ότι όλοι είναι επαγγελματίες ζητιάνοι. Ήρθε όμως η ώρα που κατάλαβε μάλλον ότι τίποτε δεν είναι τυχαίο στην ζωή μας κι ότι όλα ο Θεός τα δρομολογεί, οπότε, άρχισε να δίνει σε όποιο χέρι κι αν έβλεπε μπροστά του απλωμένο.

Κι αφού του έγινε επιτακτική συνήθεια πιά αυτό, έκλεινε τα μάτια του θα λέγαμε όταν έδινε κάτι στους επαίτες και μόνον το απλωμένο χέρι τους έβλεπε χωρίς να κρίνει τον άνθρωπο που του το πρότεινε.

Και δεν το έκανε πρόχειρα αυτό, αφού και με την ανάλογη αγάπη και σεβασμό για τον πονεμένο άνθρωπο είχε τυλιγμένο θα λέγαμε αυτό που του έδινε.

Το έβλεπε βέβαια αυτό ο Θεός και θέλοντας να δοκιμάσει μάλλον την αξία της πνευματικής κατάστασης του δότη, αλλά και να επιβραβεύσει μάλλον τις πράξεις του παράλληλα, ξέρεις τι του έκανε;

Έστησε ένα κουρελή να ζητιανεύει μια μέρα και τον έστησε στην γωνία του τετραγώνου που αυτός είχε το κατάστημά του. Μετά από αυτό, θύμισε στον άνθρωπό μας, ότι έπρεπε να πάει στην τράπεζα εκείνη την ώρα, για μια δουλειά που είχε να κάνει εκεί και την ξέχασε.

Τρέχοντας να προλάβει την τράπεζα λοιπόν, έπεσε απρόσεκτα πάνω στον συγκεκριμένο ζητιάνο. Του ζήτησε συγνώμη βέβαια, αλλά Βλέποντας το απλωμένο χέρι του, αμέσως έβγαλε να του δώσει κάτι από την τσέπη του κι όπως το συνήθισε πια αυτό, δεν τον κοίταξε με περιέργεια στο πρόσωπο. Και καθώς ήταν Βιαστικός, τρέχοντας θα λέγαμε πήγαινε στην δουλειά που του προέκυψε.

Στο επόμενο τετράγωνο όμως, πάλι συνάντησε τον ίδιο ζητιάνο και χωρίς να εξετάζει το πως βρέθηκε τόσο γρήγορα εκεί, όπως και γιατί του άπλωνε το χέρι, αφού πριν από λίγο του έδωσε κάτι, για δεύτερη φορά έβαλε το χέρι στην τσέπη του κι ότι έπιασε, το έβαλε με προσοχή στο χέρι του ζητιάνου.

Ακόμη ποιο πέρα πηγαίνοντας όμως, για τρίτη φορά τον συνάντησε. Κοντοστάθηκε προκειμένου να βεβαιωθεί ότι ο ίδιος ήταν, αλλά και χωρίς να τον ενοχλούν οι γνωστοί λογισμοί, πάλι έβγαλε κάτι από την τσέπη του και πάλι του το έδωσε χωρίς να δυσανασχετεί.

Την στιγμή που ακουμπούσε την παλάμη του όμως, έβλεπε να αλλάξει η όψη του γνωστού απλωμένου χεριού. Αυτό θέλοντας να εξηγήσει, σήκωσε τα μάτια του να δει τον επαίτη. Αντί γι’ αυτόν όμως, έναν άγγελο έβλεπε μπροστά του, που με πολύ καθαρή φωνή του έλεγε ένα απλό ευχαριστώ πριν εξαφανιστεί.

Ούτε και γι’ αυτό βέβαια έδειξε περιέργεια ο άνθρωπός μας, οπότε, πήγε να κάνει απροβλημάτιστος την δουλειά του. Άκουσες κύριε Γιώργο; Βλέπεις τι γίνετε γύρο μας και χαμπάρι δεν παίρνουμε;

Πρέπει να σου πω όμως, ότι κι εγώ δεν συμπαθώ την επαιτεία, αλλά επειδή δεν ξέρω τι είναι αυτό που αναγκάζει έναν άνθρωπο να επαιτεί, αν έχω κάτι επάνω μου ευχαρίστως του το δίνω.

Αν δεν έχω όμως, τότε πολύ στεναχωριέμαι που δεν μπόρεσα να του φανώ έστω και για λίγο χρήσιμος. Αν κάνεις κι εσύ το ίδιο λοιπόν στην υπόλοιπη ζωή σου, μάλλον πολύ καλό θα είναι για την πνευματική σου όπως και για την σωματική σου υγεία.

Αυτά τα ολίγα λοιπόν έλεγε ο μπάρμπα Χαράλαμπος στον κύριο Γιώργο τελειώνοντας την στιχομυθία τους και δεν είμαι σίγουρος αν συμφώνησε μαζί του ο δεύτερος ή όχι, γιατί κουνώντας επιδοκιμαστικά το κεφάλι του μπήκε στο κατάστημά του, αφήνοντας αναπάντητο τον μπάρμπα Χαράλαμπο.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *