Ο Θείος Τσίμος

  Τσίμο στο Βελβεντό, λένε τον Ευθύμιο. Ο δικός μας Τσίμος όμως, για τον οποίο κι αναφέρομαι, ήταν θείος της πεθεράς μου, εφόσον ήταν ένας από τους αδελφούς της μητέρας της. Ήταν βέβαια συνομήλικος της πεθεράς μου ο θείος τσίμος, αλλά και καλά στην υγεία του. Αρρώστησε όμως ξαφνικά και λίγο μετά από το Πάσχα της χρονιάς που μας πέρασε και για ενάμιση χρόνο περίπου από τότε και μετά, ψήνονταν συνεχώς από ένα πολύ υψηλό πυρετό, ο οποίος, δεν έλεγε να πέσει με τίποτε κάτω από τους σαράντα βαθμούς.

Αυτή λοιπόν ήταν η αρρώστια του. Ο επίμονος πυρετός. Με το που του εμφανίστηκε όμως αυτός και δήλωνε την επιμονή του, πίρε τον θείο μας η γυναίκα του και τον πήγε στο πλησιέστερο νοσοκομείο, όπου και τον κράτησαν οι γιατροί εκεί για τρείς ολόκληρους μήνες, αναζητώντας την αιτία του πυρετού του.

Τρεις μήνες δηλαδή, προσπαθούσαν να αντιμετωπίσουν τον επίμονο και υψηλό πυρετό του θείου μας. Αδυνατώντας να φέρουν αίσιο αποτέλεσμα όμως, τον έστειλαν σε κάποιο από τα μεγάλα νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης, προκειμένου να τον αντιμετωπίσουν οι γιατροί, που βεβαιωμένα είχαν μεγαλύτερη πείρα από αυτούς.

Κάθισε ένα μήνα σ’ εκείνο το νοσοκομείο ο θείος και αφού ούτε οι έμπειροι γιατροί δεν μπόρεσαν να αντιμετωπίσουν τον πυρετό του, τον έστειλαν να πεθάνει στο σπίτι του όπως ανακοίνωσαν στην γυναίκα του.

– Κυρία μου. Της είπε ο κύριος καθηγητής. Εξαντλήθηκε από τον πυρετό του ο ασθενής και δεν έχει άλλες δυνάμεις. Τον τρώει αυτός ο πυρετός τόσον καιρό όπως κι εσύ το βλέπεις κι από μέρα σε μέρα, μάλλον θα πεθάνει. Πάρε λοιπόν τον άντρα σου από δω και πήγαινε τον στο χωριό σας, προκειμένου να πεθάνει στο σπίτι του τουλάχιστον.

Τί να έκανε η γυναίκα; Πήρε τον άντρα της και τον πήγε στο σπίτι τους στο Βελβεντό, όπου κι άρχισε να ετοιμάζετε όπως ήταν λογικό προκειμένου να αντιμετωπίσει την κηδεία του άνδρα της κι όπως της είπαν από το νοσοκομείο, περίμενε να έρθει από μέρα σε μέρα το μοιραίο.

Πέρασε ένα εξάμηνο όμως από τότε και ο θείος Τσίμος δεν έλεγε να πεθάνει, σύμφωνα με τα προγνωστικά των γιατρών. Βλέποντας λοιπόν την αδράνεια του θανάτου η γυναίκα του, πάλι πήρε τον θείο Τσίμο και πάλι τον πήγε στο πρώτο νοσοκομείο, αφού ήταν το πλησιέστερο προς αυτούς κι αυτά έλεγε στους γιατρούς, περιμένοντας την απάντησή τους.

– Δεν πιθέν όπους μας είπατοι γιατρέ. Τι έχει η άντρας μ;

Θα τον δούμε πάλι της είπαν οι γιατροί κι αφού τον κράτησαν ένα μήνα εκεί υπό παρακολούθηση, πάλι δεν βρήκαν την αιτία του πυρετού του. Αναγνωρίζοντας όμως την αδυναμία τους, σκέφτηκαν να τον στείλουν σε κάποιο από γειτονικά τους το νοσοκομεία για τους δικούς τους λόγους. Τον δέχτηκαν βέβαια εκεί κι όπως έπρεπε, τον κράτησαν για λίγες μέρες στο νοσοκομείο τους, όπου και του εξέτασαν τα πάντα. Μη βρίσκοντας και αυτοί την αιτία του επίμονου πυρετού του, τον έστειλαν στο σπίτι του προκειμένου να αντιμετωπίσει μόνος του εκεί τον πυρετό του, θεωρώντας ότι μάλλον ψυχολογικό ήταν το αίτιο της επιμονής του.

Υπάκουσαν βέβαια οι άνθρωποι κι επέστρεψαν στο σπίτι τους. Ναι. Αλλά ο πυρετός παρέμενε κι όπως πάντα, επέμενε να τον βασανίζει, αφού ούτε ως ψυχολογικό αίτιο έλεγε να εγκαταλείψει τον θείο Τσίμο. Μια εβδομάδα έκανε υπομονή ο άνθρωπος στο σπίτι του και θυμωμένος πια με τους γιατρούς και τις γνωματεύσεις τους, πήρε το λεωφορείο της γραμμής και μαζί με την γυναίκα του, επισκέφτηκαν για δεύτερη φορά το νοσοκομείο της Θεσσαλονίκης  όπου κι έλεγε στους γιατρούς.

– Τι θα γένι α; Θα έρχουμι ιδώ ιγώ κι σεις θα μη στέλινιτι στου σπίτ να πιθάνου; Τι γιατροί είστοι σεις α; Κοιτάξτε καλά την δλιάσας α κι μη λιέτει αυτά τα χαζά. Πιθέν κανείς μη του ζόρ; Πως μι ζητάτοι να του κάνω ιγώ;

Είχαν δεν είχαν λοιπόν οι γιατροί, εξέτασαν ξανά τον θείο Τσίμο. Του έκαναν ξανά εισαγωγή και για δύο μήνες στην συνέχεια, πάλι πάλευαν με κείνο τον περίεργο υψηλό πυρετό του, ο οποίος όπως είπαμε, με τίποτε δεν έλεγε να υποχωρήσει. Σαράντα βαθμούς χτυπούσε κι ο θείος είχε περάσει τα εβδομήντα πέντε χρόνια του. Η γυναίκα του θείου μας όμως, όλο εκείνο το διάστημα του ενάμιση χρόνου, είχε φάει μεγάλη ταλαιπωρία, αφού γυρίζοντας από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, όλο στις καρέκλες την έβγαζε.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που την κάλεσε η πεθερά μου μια μέρα στο σπίτι της, προκειμένου να ξεκουραστεί για λίγο η γυναίκα και μ’ αυτήν την ευκαιρία, ανάφεραν και σε μένα, όσα τραβούσε τόσο καιρό ο θείος Τσίμος.

Το βράδυ της ίδιας ημέρας, μου ζήτησε η πεθερά μου να επιστρέψω εγώ την επισκέπτριά της στο νοσοκομείο, για να μη ταλαιπωρηθεί περισσότερο αυτή, χρησιμοποιώντας το αστικό για την μετακίνησή της, οπότε και το έκανα βέβαια. Δεν ανέβηκα όμως μαζί της στο δωμάτιο καθώς θα έπρεπε, προκειμένου να δω τουλάχιστον τον ασθενή θείο μας.

Στεναχωρήθηκε η γυναίκα μου για την αδιαφορία που έδειξα προς τον θείο της, γι’ αυτό και την επομένη το πρωί, ζήτησε να της κάνω την χάρη και να περάσω από το νοσοκομείο της νοσηλείας του και να δείξω κι εγώ λίγο ενδιαφέρον για τον θείο της, για τον οποίο όπως έμαθε από την μητέρα της, δεν είχε άλλα περιθώρια ζωής. Θα πέθαινε όπως τους είπαν ξανά οι γιατροί κι ότι αυτή την φορά, θα πέθαινε στα σίγουρα.

Περνώντας λοιπόν την επομένη μέρα από την περιοχή του νοσοκομείου, θυμήθηκα αυτά που μου είπε η γυναίκα μου, οπότε, μπήκα στο εν λόγο νοσοκομείο αναζητώντας τον. Δεν τον έβρισκαν όμως γραμμένο στους καταλόγους των ασθενών, γιατί τον έψαχνα με το παρατσούκλι του, όπως το πληροφορήθηκα από την πεθερά μου. Όταν επιτέλους τον εντόπισα να είναι γραμμένος εκεί με το κανονικό του όνομα, ανέβηκα στο όροφο που νοσηλευόταν και τον έψαχνα στα δωμάτια του ορόφου.

Ψάχνοντας ένα, ένα τα δωμάτια στην συνέχεια, τον βρήκα να ξαπλώνει σε ένα από αυτά κι όπως έπρεπε, μπήκα μέσα κατευθυνόμενος προς το κρεβάτι του. Με το που μπήκα στο δωμάτιο του όμως, με πήρε μια δυνατή και βαριά μυρουδιά, η οποία μου θύμιζε προβατίλα.

Δεν έδωσα την πρέπουσα σημασία στην μυρουδιά εξ αρχής, θεωρώντας ότι μάλλον τα φάρμακα των ασθενών μύριζαν έτσι και τόσο βαριά που θύμιζαν προβατίλα. Πλησίασα ωστόσο στο κρεβάτι του και μάλιστα την στιγμή που ο θείος σηκώθηκε να άλλαζε την χοντρή μάλλινη φανέλα που φορούσε, δεδομένου ότι αυτή ήταν μούσκεμα από τον ιδρώτα του, ενώ η θεία, του έδινε να φορέσει μια δεύτερη και στεγνή που είχε μαζί της. Η βαριά μυρουδιά της προβατίλας όμως, ήταν ποιο έντονη σ’ εκείνο το σημείο κι από ότι πρόσεξα, προερχόταν από τον ιδρώτα του θείου.

Αφοσιωμένοι στην δουλειά τους αυτοί, δεν αντιλήφτηκαν αμέσως την επίσκεψη μου, αλλά όταν πια φόρεσε ο θείος την στεγνή φανέλα του, τότε μόνον με είδε και μου χαμογέλασε μάλιστα καθώς με καλωσόριζε. Για να διασκεδάσω κι εγώ τον πόνο του για λίγο, του έλεγα κάτι πειραχτικά.

– Τι γίνεται ρε θείο; Θα σε πεθάνουν αυτοί εδώ και εσύ κάθεσαι;

– Τι να τις κάνου α; Αφνοί είνι γιατροί κι αφνοί ξέρουν τι να κάνουν. Ιγώ δεν μπουρώ να κάνου ντίπ τίπουτας. Ρώτα τους κι συ α. Γιατί δεν μπουρούν να μι κάνουν καλά;

Άρχισα να υποψιάζομαι όμως την μυρουδιά της προβατίλας, οπότε έκανα σχετικές ερωτήσεις στον θείο Τσίμο.

– Έτυχε ρε θείο καμιά φορά, να σε δουν οι γιατροί την ώρα που αλλάζεις την φανέλα σου;

– Τι λες α; Όλην ώρα ίντοις ιδώ κι όλην ώρα αλλάζου ιγώ αυτές τις φανέλις. Μι βλέπουν. Τι λες ισή. Δε μι βλέπουν;

– Καλά ρε θείο. Δεν σε ρώτησε κανένας από τους γιατρούς να τους πεις, γιατί μυρίζουν προβατίλας από τον ιδρώτα σου αυτές οι φανέλες;

Όχι είπε ο θείος και συμπλήρωσε κάτι δικό του, γιατί δεν κατάλαβε τον λόγο που εγώ του έκανα ερωτήσεις.

– Τι χρειάζιτι να μι ρουτίσουν α. Όλου του δουμάτιου μυρίζ προυβατίλας.

– Μήπως θυμάσαι ρε θείο να μου πεις, τι άφαγες πριν σου παρουσιαστεί αυτός ο πυρετός;

– Τι λες α; Ιγώ δεν θυμούμει τι έφαγα ιχτές. θα θυμηθώ τώρα, τι έφαγα πέρς τουν Μάι;

– Θυμήσου θείο να μας πεις τι έφαγες τότε, γιατί δεν θα γλυτώσεις. Όσο και να κάθεσαι εδώ, αφού δεν βρήκαν οι γιατροί την αιτία του πυρετού σου μέχρι τώρα, ούτε και αύριο θα την βρουν. Αυτός είναι κι ο λόγος που σε στέλνουν να πεθάνεις στο σπίτι σου.

– Δεν  μπουρώ να θυμηθώ α. Τι είμι ιγώ, πιδί;

Θυμήσου του έλεγα εγώ και μαζί με εμένα, τον σκουντούσε και η γυναίκα του να το κάνει όπως καταλαβαίνετε. Αφού έστυψε αρκετά αυτός το θολωμένο του μυαλό από τα άσχετα φάρμακα που τον έδιναν οι γιατροί, θυμήθηκε επιτέλους τι έφαγε και είπε.

– Θυμούμει α. Ψάριυα στην λίμν ικείνι την μέρα κι ήρθειν ικεί ένα κουπάδ πρόβατα να πιει νιρό. Άρπαξα ιγώ μια προυβατίνα κι την άρμιξα. Έβαλα του γάλα ζ’ κούπα μι τουν καφέ κι του ίπια. Ήθηλα να θυμηθώ, όταν πίναμι πιδιά του γάλα αδέτς απ’ τις προυβατίνοις. Μιτά την άλλη μέρα, μι πλάκουσιν τούτους ια ου πυριτός κι απού τότι κι μιτά ίντους ιδό κι αφνοί οι γιατροί δεν μπουρούν να τουν κάνουν καλά.

– Αφού θυμήθηκες τι έκανες τότε θείο, θα πάω τώρα στους γιατρούς να   μιλήσω μαζί τους και θα δούμε αν θα ζήσεις ή όχι εσύ, αλλά κι εγώ θα δω, τι θα κάνω μ’ αυτούς τους γιατρούς.

Όπως καταλαβαίνετε, μετά από όσα είδα, μύρισα και άκουσα εκεί, δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω κι εγώ, ότι ο θείος μας πάλευε ενάμισι χρόνο με τον μελιταίο πυρετό, τον οποίον αγνοούσαν οι γιατροί, ή δεν τον σκέφτηκαν καθόλου. Βγήκα λοιπόν από το δωμάτιο του θείου και πήγα προς το γραφείο τους, τους οποίους και βρήκα να είναι μαζεμένοι γύρο από τον καθηγητή τους. Άνοιξα την πόρτα τους και τους διέκοψα ζητώντας τους ωστόσο συγνώμη για την αδιακρισία μου και ετοιμάστηκα να τους κάνω τα ερωτήματά μου. Με πρόλαβε όμως ο κύριος καθηγητής, ο οποίος και μου έλεγε κάτι υποτιμητικά, αλλά δεν του έδωσα σημασία.

– Που νομίζεις ότι μπήκες ρε φίλε;

– Αν δεν σας κάνει κόπο κύριε καθηγητά, θέλω να μάθω τα της υγείας του θείου μου.

Τους εξήγησα στην συνέχεια ποιος είμαι και για ποιόν ασθενή τους ενδιαφερόμουν κι όπως ήταν λογικό, περίμενα να ακούσω την ενημέρωσή του. Αυτός όμως πολύ εριστικά με παρέπεμπε στην θεία μου.

– Ότι είχαμε να πούμε για την υγεία του θείου σου, τα είπαμε όλα στην θεία σου. Ρώτησε λοιπόν αυτήν να σου τα πει και άσε μας τώρα να κάνουμε την δουλειά μας.

– Θα ήθελα να τα πείτε και σε μένα κύριε καθηγητά, αν δεν σας κάνει κόπο.

– Είστε γιατρός κύριε;

– Όχι. Δεν είμαι. Του είπα κι εγώ αρκετά εκνευρισμένος με την στάση του. Αν δεν μου πεις όμως, τι θεραπεία του κάνατε ένα χρόνο τώρα και τον στέλνετε να πεθάνει στο σπίτι του, ούτε και εσύ θα είσαι γιατρός πλέον. Γι αυτό λοιπόν, άσε της μαγκιές κατά μέρος και λέγε, τι θεραπεία του κάνετε και πια αγωγή του δίνετε και για πια ασθένεια βρίσκετε ο άνθρωπος στο νοσοκομείο σας.

Σαν άκουσε ο κύριος καθηγητής να του κάνω επιθετικά τέτοιες ερωτήσεις θορυβήθηκε όπως τον είδα, αλλά και δεν το έβαλε κάτω. Σηκώθηκε από την θέση του και ρωτούσε να του πω ποιος είμαι.

– Ποιος είστε κύριε;

– Εγώ περαστικός είμαι από δω και τον θείο μου ήρθα να δω και επειδή δεν θέλω τίποτε περισσότερο από το να γίνει αυτός καλά, ήρθα να θυμίσω σε σένα ειδικά, ότι υπάρχει ακόμη ο μελιταίος πυρετός, τον οποίο βέβαια αγνοείς εσύ όπως και οι μαθητές σου κι επειδή όντως τον αγνοείς, σου λέω ότι θα βρεις μεγάλο μπελά, γιατί συνεχίζεις να φαρμακώνεις τον ασθενή σου ένα χρόνο τώρα με άσχετα προς τον πυρετό του φάρμακα. Και δεν κάνεις μόνον αυτό το λάθος. Πρόχειρα ενεργώντας, στέλνεις τον ασθενή σου να πεθάνει στο σπίτι του, γιατί δεν έχεις εσύ αποτέλεσμα, από τα φάρμακα που του δίνεις.

Τα έχασε αυτός με όσα άκουσε και επειδή δεν μπορούσε να καταλάβει τι θα μπορούσε να είμαι εγώ άραγε, με κοιτούσε συνεχώς από την κορυφή μέχρι τα νύχια, αλλά και αμίλητος το έκανε. Για να τον επαναφέρω όμως γρήγορα στην θέση του γιατρού, του επανέλαβα τα ίδια και περίμενα την αντίδρασή του.

– Όπως σας είπα κύριε καθηγητά, το μόνο που θέλω από εσάς, είναι να γίνει ο θείος μου καλά. Ανέλαβε τα καθήκοντά σου λοιπόν και κάνε ότι έχεις να κάνεις ως γιατρός και μη σε ενδιαφέρει να μάθεις τώρα, ποιος μπορεί να είμαι εγώ.

Αυτά είπα στον κύριο καθηγητή και τον άφησα να σκέφτεται όσα άκουσε. Βγήκα από το γραφείο του στην συνέχεια και κατευθύνθηκα προς τον θείο μας, όπου και του έλεγα με σιγουριά όταν τον είδα.

– Βρήκαν επιτέλους οι γιατροί το αίτιο που σου προκαλεί τον πυρετό. Θα σου δώσουν την κατάλληλη αγωγή από δω και πέρα κι έτσι, θα γίνεις σίγουρα καλά και θα πάς σύντομα στο σπίτι σου. Οπότε, δεν θα χρειαστεί να πεθάνεις, σύμφωνα με τις προηγούμενες προβλέψεις.

– Του καταλάβαμοι. Είπε αυθόρμητα η θεία. Ήρθειν η μικρός γιατρός κι μάζουξειν όλα τα χάπια, όπως κι τουν ουρό. Έβαλιν άλλουν στην ίδια θέσιτ κι έφυγιν τρέχουντας απού κουντά μας.

– Πότε έγινε αυτό θεία;

– Τώρα ιά. Λίγου πριν μπεις ισύ στου δουμάτιου.

– Καλά έκανε και ήρθε αυτός. Τους είπα. Και καλά έκανε που έκανε την αλλαγή των φαρμάκων κι αφού αυτό θέλαμε να κάνουν, μη στεναχωριέστε εσείς. Θα σας βγάλουν σύντομα από δω και ο θείος θα γίνει καλά.

Τους χαιρέτησα λοιπόν αυτούς και αμέσως πήγα πίσω στο γραφείο του κυρίου καθηγητού, προκειμένου να τον ευχαριστήσω όπως του άξιζε, για την επιπολαιότητα που έδειξε, αλλά δεν βρήκα κανέναν από τους γιατρούς εκεί. Είχαν εξαφανιστεί όλοι τους και κανείς δεν ήξερε να μου πει που πήγαν.

Για την ιστορία πάντως το λέω αυτό, ότι, όσο εγώ μιλούσα με τον κύριο καθηγητή και του έλεγα τα περί μελιταίου, είδα ένα νεαρό γιατρό να βγαίνει φορτσάτος έξω από το γραφείο τους, χρησιμοποιώντας την διπλανή πόρτα. Δεν έδωσα σημασία βέβαια στην κίνησή του, αλλά όπως αποδείχτηκε εκ των υστέρων, αυτός έκανε την αλλαγή της αγωγής στον θείο, αφού αυτός ήταν ο θεράπων γιατρός του, από όσα μου περιέγραψαν ο θείος και η θεία όταν τους επισκέφτηκα για δεύτερη φορά μετά από την εξαφάνιση των γιατρών.

Θύμωσα είναι αλήθεια, με την προχειρότητα που έδειξαν τότε οι γιατροί, αλλά επειδή το ζητούμενο μου ήταν να γίνει καλά ο θείος, δεν επέμενα αναζητώντας τους, οπότε, έφυγα μετά από λίγο από το νοσοκομείο τους.

Όπως ήταν αναμενόμενο όμως κι αυτό, μετά από λίγες μέρες βγήκε και ο θείος υγιής από κείνο το νοσοκομείο, αφού βρέθηκε το αίτιο του πυρετού του κι έτσι, έζησε παραπάνω από δεκαριά χρόνια ακόμη στο χωριό του και πέθανε εκεί όπως το υπολόγισαν οι γιατροί, μόνον που αυτός πέθανε από άλλη αιτία.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *