Ο τεμπέλης αγρότης

   Επιστρέφοντας λοιπόν από το βουνό εκείνη την ημέρα, με πολύ προσοχή κατέβαινα τις κατηφόρες με την γουρούνα μου, γιατί γεμάτος πέτρες και νεροφαγώματα είναι ο χωματόδρομος που ακολουθούσα. Αν δε προσέχει κανείς σε τέτοιον δρόμο, εύκολα μπορεί να βρεθεί ανάσκελα και με μεγάλη ζημιά μάλιστα.

Από εκεί που βρισκόμουν όμως, έβλεπα και την προσπάθεια που έκανε ένας αγρότης, προκειμένου να οργώσει το χωράφι του με ένα τεράστιο τρακτέρ. Το πρανές της περιοχής για την ακρίβεια ήταν αυτό που τον δυσκόλευε, αλλά και το τρακτέρ του ήταν τέτοιο, που μπορούσε να ανεβαίνει το χωράφι του οργώνοντάς το και αρκετά βαθιά μάλιστα με τα μεγάλα άροτρά του.

Όταν έφτασα στο ύψος του χωραφιού του πάντως, βγήκα από τον δρόμο κι όπως εκείνη την στιγμή το αποφάσισα, πλησίασα τον εν λόγω αγρότη, προκειμένου να του πω μια καλημέρα τουλάχιστον, μια και γνώρισα ποιος ήταν.

Στάθηκε κι αυτός όμως σαν με είδε να παρκάρω δίπλα του κι αφού με χαιρέτισε, άνοιξε την πόρτα του κουβούκλιου που τον προφύλασσε και πριν ακόμη κατέβει από το τρακτέρ, ένα τσιγάρο έβαλε στο στόμα του να ανάψει.

Καλά που ήρθες είπε και ξεφυσώντας τον καπνό που ρούφηξε προηγουμένως, δικαιολογούσε και το διάλειμμα που έκανε. Από το πρωί οργώνω που λες και στιγμή δεν στάθηκα. Καλά που ήρθες λοιπόν, ώστε να κάνω κι εγώ ένα τσιγάρο, γιατί όπως βλέπεις, με περιμένει πολύ δουλειά ακόμη και δεν έχω καιρό για χάσιμο.

Εσύ όμως, πρόσθεσε, μια χαρά την έχεις. Κάνεις τις βόλτες σου και βλέπεις τι κάνουμε εμείς οι αιχμάλωτοι αγρότες. Εγώ όπως βλέπεις αιχμάλωτος είμαι. Πέρασα τα ογδόντα μου χρόνια κι ακόμη ανεβασμένος στο τρακτέρ είμαι και οργώνω τα χωράφια.

Κι αν δεν το κάνω, αλλοίμονό μας πρέπει να πω, γιατί άσχημα  θα βγάλουμε την χρονιά. Δουλεύουμε, δουλεύουμε που λες και αποτέλεσμα κανένα, γιατί όπως σου είπα, ο αγρότης είναι αιχμάλωτος στις υποχρεώσεις του.

Και αλήθεια είναι ότι είναι αιχμάλωτος, γιατί όλοι τον εκμεταλλεύονται. Οι τράπεζες πρώτα, μετά αυτοί που έχουν τα λιπάσματα και στο τέλος οι γιατροί, αφού όλα μας πονούν από την κούραση, γι’ αυτό και συνεχώς τους επισκεπτόμαστε.

Όσο για τις τράπεζες τί να σου πω; Μόλις ξοφλώ ένα τρακτέρ, με το επόμενο μπλέκω, γιατί δεν αντέχουν κι αυτά σε τόση πολύ δουλειά που τα αναγκάζουμε να κάνουν. Και μήπως γλυτώνω από τα λιπάσματα; Συνεχώς τα ρίχνουμε στα χωράφια. Κι αν πάλι δεν τα ρίξουμε, η παραγωγή μας μηδενίζεται. Πώς λοιπόν να μας περισσέψει φράγκο από αυτούς που μας τα παίρνουν;

Σταμάτησε για λίγο προκειμένου να κάνει ακόμη μια ρουφηξιά καπνού, οπότε, βρήκα κι εγώ χρόνο να του πω κάτι. Τί να σου πω βρε Γιώργο. Άλλαξαν τα πράγματα. Πριν από εξήντα χρόνια όπως θυμάμαι, οργώνατε με τα βόδια και η παραγωγή ήταν τόση, όση σας έφτανε να ζήσετε εσείς και λίγο παραπάνω.

Μετά, ήρθαν τα τρακτέρ στην ζωή σας και γλυτώσατε από πολύ κόπο, αλλά και τα οικονομικά σας ενίσχυσαν, γιατί ήταν ακόμη καινούργια. Όταν όμως άρχισαν να βγάζουν βλάβες αυτά, σας υποχρέωσαν να τις αντιμετωπίσετε και τότε είδατε, ότι υπήρχαν κι έξοδα πίσω από τα τρακτέρ, τα οποία βέβαια δεν γνωρίζατε.

Για να βγείτε από αυτά ασφαλείς, πήρατε μεγαλύτερα τρακτέρ σκοπεύοντας να κάνετε μαζί τους περισσότερη δουλειά και τότε είδατε ότι οι τράπεζες δεν χαρίζουν.

Για να αυξήσετε δε την παραγωγή σας, μπλεχτήκατε με τα λιπάσματα, που κι αυτά με την σειρά τους σας αφαιρούν αρκετά από το εισόδημά σας κι αν δεν τα βάλετε στα χωράφια σας όπως είπες, τίποτε δεν θα σας αποδώσουν.

Φαύλος κύκλος λοιπόν. Έτσι λέγεται αυτό που λες, οπότε, με το δίκαιό σου τρέχεις στους γιατρούς τώρα, γιατί μόνον με πολύ κόπο πλέον μπορείς να εξασφαλίσεις ένα αξιοπρεπές εισόδημα. Την περιουσία που έχεις στο σπίτι σου όμως και σε μηχανήματα υπενδεδυμένη, δεν την μετράς, γιατί λες ότι είναι τα εργαλεία σου.

Χωρίς αυτά βέβαια, δεν μπορείς να κάνεις τίποτε πλέον κι αν πεις να τα πουλήσεις, ελάχιστα θα πάρεις σε σχέση με αυτά που έδωσες, γιατί είναι εξαντλημένα από την πολύ χρήση. Ως τόσο, αυτό θα είναι το κέρδος από την δουλειά πού έκανες τόσα χρόνια.

Θα μπορούσες τώρα πια να μπεις στην λογική να τα πουλήσεις ώστε να ξεκουραστείς και κανείς δεν μπορεί να σου πει ότι δεν κουράστηκες στην ζωή σου. Από ταμάχι κινούμενος όμως, ακόμη το παλεύεις κι ας πονάς όπως λες και τρέχεις στους γιατρούς να σε απαλλάξουν από τους πόνους.

Άκουγε βέβαια αυτός τί του έλεγα, αλλά πατώντας την γόπα του στο χώμα, έπιασε την λαβή του τρακτέρ κι ετοιμάστηκε να ανέβει επάνω, ενώ μου απαντούσε. Πολλά λες εσύ. Αυτό μόνον είπε κι αμέσως έβαλε μπροστά την μηχανή του τρακτέρ. Πριν ξεκινήσει όμως, πάλι έλεγε. Πολλά λες εσύ κι εγώ δεν έχω χρόνο για κουβέντες, γιατί έχω να κάνω πού δουλειά ακόμη.

Αυτό είπε μόνον κι όπως το είχε τοποθετημένο στο μυαλό του, συνέχισε το όργωμά του. Τον άφησα ήσυχο κι εγώ να κάνει την δουλειά του κι όπως έπρεπε, πήγα κι εγώ να κάνω την δική μου.

Κι επειδή η δική μου δουλειά είναι πάντα σπουδαστική, μόλις έφυγα από το χωράφι του Γιώργου, στο πρώτο αμπέλι που συνάντησα στον δρόμο μου σταμάτησα, για να θαυμάσω την καλλιτεχνική πλευρά ενός άλλου αγρότη.

Βλέποντας δηλαδή την διάταξη του αμπελώνα του, αλλά και την τάξη που επέβαλε στα κλήματά του, όπως και το πρόσφατο και πολύ καλά φρεζαρισμένο χώμα που τα φιλοξενούσε, χωρίς να έχει ούτε ένα άγρια χορταράκι να εμποδίζει την ανάπτυξή τους, υποχρεώθηκα θα έλεγα να το φωτογραφήσω, για να έχω να πω σε όποιον το χρειαστεί, τί κάνει κανείς, όταν αγαπάει την δουλειά του.

Αφού καμάρωσα αρκετά τον ξένο αμπελώνα σαν να ήταν δικός μου, πάλι πήρα τον δρόμο της επιστροφής μου, αλλά δεν μπόρεσα να πάω και πολύ μακριά, γιατί ενός άλλου αγρότη η συμπεριφορά με υποχρέωσε θα έλεγα και πάλι να σταθώ στον δρόμο κι αφού εύκολα μπορούσα να τον πλησιάσω, το επιχείρησα.

Για τους ίδιους εκπαιδευτικούς λόγους το έκανα πάλι, αφού όπως κι άλλη φορά σας το ανάφερα, από μικρός είχα κρατήσει την συνήθεια να μελετώ αυτά που γίνονται γύρο μου κι αφού αυτό που έβλεπα εκείνη την ώρα απαιτούσε αρκετό διάβασμα, δεν μπορούσα να το παραβλέψω.

Αυτό που έβλεπα λοιπόν, ήταν ένα τρακτέρ με αναμμένη την μηχανή να στέκει μόνο του δίπλα από ένα δένδρο, το οποίο ήταν στην μέση του χωραφιού και κάτω από αυτό να βρίσκετε ξαπλωμένος ο αγρότης και μάλλον ο ιδιοκτήτη του.

Τον πλησίασα βέβαια κι όπως ήλπιζα, δεν ήθελα να έχει πάθει κάτι, γιατί εκεί που ήταν, μόνον τυχαία μπορούσε να τον δει κανείς, ή ψαχουλεύοντας κάποιος σαν κι εμένα, που δουλειά δεν είχα και για να περάσει η ώρα μου μελετούσα τα πάντα.

Αν κι έφτασα κοντά του όμως και αρκετά μαρσάρισα την μηχανή μου ελπίζοντας να δω κάποια ζωντανή αντίδραση του, αυτός σημασία δεν έδινε. Έσβησα την μηχανή λοιπόν και τότε μόνον άκουσα το ροχαλητό του, οπότε υπέθεσα ότι κοιμόταν.

Δεν μπορούσα να τον αφήσω ήσυχο, χωρίς να ξέρω τι ακριβώς του συνέβαινε, οπότε, τον σκούντησα. Άνοιξε τα μάτια του αυτός και με κοιτούσε σαν να έβλεπε φάντασμα. Σηκώθηκε ωστόσο κι αφού τίναξε τα χώματα από πάνω του, έλεγε κάπως αφηρημένος.

Πώς βρέθηκες εσύ εδώ; Κάθισα να ξεκουραστώ λίγο κι όπως φαίνεται, με πήρε ο ύπνος. Κι όπως ακούω, το τρακτέρ δουλεύει μόνο του. Τί να του έλεγα λοιπόν; Και το τρακτέρ δουλεύει μόνο του και το χωράφι σου δεν όργωσες και η ώρα είναι δυο κι όπως δείχνουν τα πράγματα, μάλλον θα πεινάς τώρα και θα θέλεις να φύγεις.

Ό άλλος εκεί πάνω όργωσε ένα χωράφι είκοσι στρέμματα κι εσύ δεν έχεις οργώσει ούτε δυο σποριές. Δεν είχες σκοπό να το τελειώσεις σήμερα; Για να δικαιολογήσει αυτός την τεμπελιά του, πάλι έλεγε. Εκείνος δουλεύει για τα λεφτά, γι’ αυτό και ξεπατώνεται. Εγώ θέλω να ζήσω κιόλας, όχι μόνον να κάνω δουλειές.

Καλά θέτεις το θέμα, του είπα, αλλά μια δουλειά που πρέπει να γίνει, όσο μικρή κι αν είναι, θα πρέπει να γίνει σωστά και στην ώρα της. Εσύ όμως ότι κάνεις δεν έχει σειρά. Πώς δηλαδή πήγες να ξαπλώσεις, ενώ το τρακτέρ σου δούλευε μόνο του; Και πως κοιμήθηκες, αφού είχες να οργώσεις;

Οι περισσότεροι άνθρωποι δουλεύουν την ημέρα και κοιμούνται την νύχτα. Αν το κάνουν μερικοί ανάποδα, είναι γιατί ή δουλειά τους, τους το επιβάλει. Αγρότης όμως και να κοιμάται στο χωράφι του την ημέρα, πότε θα οργώσει, την νύχτα; Δεν είναι κάπως ανάποδα αυτό που κάνεις.

Έλα τώρα κι εσύ. Έλεγε αυτός κάπως πειραγμένος από την παρατήρησή μου, αλλά κι έδωσε την απάντησή του. Κι αύριο μέρα είναι. Πάμε τώρα να φάμε κι αύριο πάλι θα έρθω εδώ να συνεχίσω. Εσύ όμως γιατί ανακατεύεσαι; Τί σε νοιάζει δηλαδή αν εγώ κάνω την δουλειά μου καλά ή όχι;

Τί να του έλεγα λοιπόν; Καθόλου δεν με νοιάζει Χρήστο. Απλώς, εγώ σπουδάζω από αυτά που κάνουν οι άνθρωποι και το ίδιο ήρθα να κάνω όταν σε είδα να κοιμάσαι, ενώ είχες να κάνεις κάποια δουλειά.

Δες κι εσύ όμως ποια είναι η δική σου δουλειά και σπούδασε πως να την κάνεις καλά, μελετώντας τα λάθη των άλλων. Διαφορετικά, θα σπουδάζουν όλοι εις βάρος σου κι εσύ θα νομίζεις ότι εργάζεσαι και άδικα θα περιμένεις να πληρωθείς από μια φανταστική εργασία.

Αυτό που κάνεις λοιπόν, ξέρεις τί είναι και πως λέγεται; Κάνω ότι θέλω, όταν θέλω, όπως θέλω και τόσο που εγώ θέλω και πέραν αυτού δεν με νοιάζει για τίποτε άλλο. Μελέτησε τα λόγια μου κι αν βρεις κάτι καλό σ’ αυτά, προσπάθησε να αλλάξεις το σκεπτικό σου, αν βέβαια θέλεις να έχει έστω και λίγο καλό αποτέλεσμα. Το να κοιμάσαι όμως στο χωράφι σου εν ώρα εργασίας, σίγουρα δεν είναι καλό.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *