Ο Χασάπης Μας Κι Ο Απατεώνας Πελάτης Του

  Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, μπήκαμε στην Μεγάλη εβδομάδα πια κι εμένα με στεναχωρούσε πολύ το γεγονός, ότι εξαιτίας μιας πολύ πρόχειρης στιχομυθίας που είχα με τον χασάπη της γειτονιάς μας πριν από καιρό, τον υποχρέωσα να θυμώσει μαζί μου τόσο πολύ, που ούτε καλημέρα πλέον δεν ήθελε να μου πει.

Ο λόγος που τον ανάγκαζε κατά κάποιον τρόπο να μου συμπεριφέρεται έτσι, ήταν ότι δεν μπορούσε να μου συγχωρήσει αυτό που του είπα πριν από τρεις μήνες ως απάντηση στο δικό του ερώτημα, αυτό βέβαια που αστειευόμενος μου το έκανε όπως νόμισα τότε κι αυτό μου έλεγε.

– Κι εμείς δύο παιδιά έχουμε βρε Μιχάλη, όπως κι εσείς. Τα δικά σας παιδιά όμως και μεταξύ τους μοιάζουν κι εσάς μοιάζουν. Τα δικά μας, δεν ξέρω για ποιό λόγο, αλλά ούτε εμάς μοιάζουν, ούτε και μεταξύ τους μοιάζουν. Πώς λοιπόν το εξηγείς αυτό;

Θεωρώντας λοιπόν ότι αστειευόταν αυτός μαζί μου, του είπα κι εγώ αυθόρμητα κάτι τότε, ώστε να τον κάνω να γελάσει.

– Δεν ξέρω βρε Γούλι τι κάνετε εσείς στο σπίτι σας, αλλά εμείς μεταξύ μας κάναμε τα παιδιά μας.

Αυτή λοιπόν ήταν η πρόχειρη στιχομυθία που είχα μαζί του, η οποία έγινε αιτία από τότε, ώστε να θυμώσει αυτός μαζί μου και να θυμώσει τόσο πολύ μάλιστα, που όχι μόνον δεν μου μιλούσε, αλλά ούτε και για πελάτη του με ήθελε πλέον στο χασάπικό του. Μέρες που ήταν όμως, πήγαινα για πολλοστή φορά στο μαγαζί του, με σκοπό να του ζητήσω συγνώμη για όσα του είπα αστειευόμενος, ώστε να λήξει επιτέλους αυτή η άδικη μεταξύ μας παρεξήγηση.

Φτάνοντας λοιπόν κοντά στο χασάπικο του, τον είδα να βγαίνει έξω από αυτό τρέχοντας σχεδόν κι έτσι όπως ήμουν συναισθηματικά φορτισμένος, υπέθεσα ότι μάλλον σ’ εμένα ερχόταν. Κι αφού έτσι νόμιζα, άνοιξα τα χέρια μου κι ετοιμάστηκα να τον αγκαλιάσω όπως καταλαβαίνετε, θεωρώντας ότι κι αυτός ήθελε να συγχωρεθούμε, αλλά θορυβήθηκα όταν είδα να κρατά την σατήρα του στο χέρι, εκείνο δηλαδή το μεγάλο και πλατύ μαχαίρι που έχουν οι χασάπηδες, για να σπάζει τα κόκαλα των σφακτών τους.

Και με το δίκαιό μου θορυβήθηκα, αφού τον είδα να έρχεται απειλητικά κατά πάνω μου και χωρίς καθόλου να διστάσει, μου το πέταξε τελικά, λες και ήθελε από μακριά να πετύχει τον σκοπό του. Για να γλιτώσω λοιπόν το κεφάλι μου, αναγκάστηκα να σκύψω, αλλά και γύρισα να δω το μαχαίρι που πέρασε με δύναμη από πάνω μου και καρφώθηκε στο γκαζόν που υπήρχε στο διάζωμα του δρόμου.

Μη κατανοώντας την συμπεριφορά του, έχασα την ψυχραιμία μου και του έβαλα τις φωνές.

– Τι κάνεις ρε; Είσαι τρελός; Για ένα αστείο που σου είπα πριν από καιρό, θέλεις τώρα να με σκοτώσεις;

Άκουσε αυτός τους λόγους μου, αλλά και τρέμοντας από την σύγχιση που είχε, μου έλεγε κάτι άλλο σαν απάντηση.

– Δεν το έριξα σε σένα ρε. Σ’ αυτόν που περνούσε με το αυτοκίνητο το έριξα, αλλά την γλύτωσε.

– Μα είναι δυνατόν να συμπεριφέρεσαι τόσο άγουρα, επαγγελματίας άνθρωπος; Ότι κι να σου έκανε αυτός, έχεις εσύ το δικαίωμα να του πετάς μαχαίρια;

– Λάθος μου είναι. Αλλά να ξέρεις ότι πολύ με πείραξε αυτό που μου έκανε.

Αυτό μου έλεγε ως δικαιολογία για την πράξη του και μ’ αυτήν την ευκαιρία, με κάλεσε στο χασάπικο του, όπου και μου διηγήθηκε αυτό που έπαθε από τον διερχόμενο.

– Ήρθε που λες αυτός την προηγούμενη δευτέρα εδώ και ζήτησε να του  δώσω ένα μεγάλο αρνί, το οποίο ήθελε όπως είπε, να το κάνει σούβλα το Πάσχα. Πόσο μεγάλο το θέλεις του είπα κι αυτός απάντησε, όσο πιο μεγάλο έχεις. Του έδωσα λοιπόν ένα που ήταν γύρο στα δεκαπέντε κιλά κι όταν άκουσε την τιμή, προφασίστηκε ότι ξέχασε το πορτοφόλι του στο σπίτι.

Επηρεασμένος εγώ, από την επαγγελματική μου διάθεση, του έδινα το αρνί, αφού μου ανέφερε ότι ήταν νέος κάτοικος στην γειτονιά μας κι ότι πριν από λίγες μέρες εγκαταστάθηκε στην διπλανή μας πολυκατοικία με την οικογένεια του. Πάρε τώρα το αρνί βρε αδελφέ του είπα και μου φέρνεις τα χρήματα ύστερα. Αυτός όμως δεν το έπαιρνε κι επειδή μου έλεγε ότι ντρεπόταν να το πάρει χωρίς να το πληρώσει, του το έβαλα ο ίδιος μέσα στο αυτοκίνητό του και από τότε και μετά, ακόμη έρχεται να με πληρώσει.

Όπως ήταν λογικό λοιπόν, ανέφερα και στον αδελφό μου, ότι έτσι κι έτσι μου έκανε ένας απατεώνας, ο οποίος κυκλοφορεί στην περιοχή μας με ένα πολύ μεγάλο και ακριβό αυτοκίνητο. Του το ανέφερα εσκεμμένα αυτό, ώστε να έχει κι αυτός τον νου του αφού χασάπικο έχε, μη πάθει τα ίδια με εμένα. Από αυτόν όμως έμαθα, ότι του ήταν ήδη γνωστός ο απατεώνας.

Κι όπως μου εξήγησε εκ των υστέρων, με το ίδιο κόλπο, έβαλε και τον αδερφό μου στο χέρι, όπως έβαλε χέρι κι όλους τους άλλους χασάπηδες της Καλαμαριάς. Κατάλαβες τώρα γιατί είμαι τόσο θυμωμένος μαζί του; Μακάρι να τον πετύχαινα τον άτιμο κι ας πήγαινα στην φυλακή.

Αυτά μου έλεγε ο χασάπης μας, δικαιολογώντας την ενέργειά του και κάθε τόσο έβγαινε έξω από το χασάπικο του να δει, μήπως και περάσει ξανά ο απατεώνας από την γειτονιά μας. Ωστόσο όμως, δεν τον άφησα έτσι. Του έκανα τις παρατηρήσεις μου για την συμπεριφορά του, όσο κι αν δεν ήθελα να τον στεναχωρήσω περισσότερο.

– Γούλι. Είσαι καλός άνθρωπος βέβαια, αλλά αυτά που κάνεις, δεν είναι και πολύ σωστά πράγματα. Το οξύθυμο του χαρακτήρα σου δεν είναι πλεονέκτημα. Ελάττωμα είναι. Κι αν δεν το τιθασεύσεις όπως είσαι υποχρεωμένος να κάνεις, θα σε βάλει σε μεγάλους μπελάδες καμιά μέρα.

Άκουσε την παρατήρησή μου ο Γούλης και συμφωνώντας μαζί μου, έλεγε σκεπτικός.

– Έχεις δίκαιο. Μάλλον πρέπει να κουμαντάρω τον εαυτό μου.

Αυτά μου είπε εκείνη την ώρα κι αφού δώσαμε τα χέρια, συνεχίσαμε την καλή πρότερη μας σχέση, όπως ήταν δηλαδή αυτή πριν θυμώσει μαζί μου για το τίποτε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *