Ποιός θα μας ελευθερώσει από την υποδούλωσή μας;

   Ζώντας λοιπόν όλοι εμείς οι υπόδουλοι κάτοικοι, μέσα στην επίσης υποδουλωμένη πατρίδας μας και κάτω από την θολούρα των φόβων που μας προκαλούν, όπως και κάτω από την παθητική καταστολή που μας επιβάλουν με κάθε τρόπο και σε κάθε ευκαιρία οι εξουσιαστές μας, μπόρεσαν επιτέλους να διακρίνουν οι συνάνθρωποί μας, ότι καθόλου καλή δεν είναι η κατάσταση που ζούμε, όπως και καθόλου δεν μας τιμά αυτή έτσι όπως κατέληξε.

Υπολογίζοντας μάλιστα, ότι δεν είμαστε ένας οποιοσδήποτε λαός της γης, αλλά απόγονοι ενδόξων Ελλήνων, δεν άργησαν να πουν στον εαυτό τους τουλάχιστον, ότι εξαντλήθηκε η υπομονή τους, αντιμετωπίζοντας την συνεχιζόμενη και μαθηματικά κατευθυνόμενη υποδούλωση τους, από αυτούς που εχθρικά και δόλια τους διοικούν, όπως και ύπουλα υπονομεύουν την αξιοπρέπεια της πατρίδα τους.

Από αυτούς δηλαδή, που από αρκετά χρόνια πριν επιδιώκουν την ολοκληρωτική φτωχοποίησή τους, την οποία βέβαια, τώρα επιτέλους βλέπουν να φτάνει στο απροχώρητο κι αυτή ήταν η αιτία που προκάλεσε την καθυστερημένη έστω, αλλά λογική αγανάκτησή τους, γι’ αυτό και με πόνο πλέον στην φωνή τους δηλώνουν πολύ καθαρά, ότι κάποιος επιτέλους πρέπει να μας βγάλει από αυτό το αδιέξοδο.

Με τον μόνιμο όμως κι έντεχνα επιβαλλόμενο από το σύστημα εγκλωβισμό μας στα σπίτια μας, όπως και με τις σκοτεινές κι από κάθε άποψη άκαρπες καραντίνες που αυτοί και πάλι οι εχθρικοί παράγοντες όρισαν να μας κρατούν κατ’ οίκον καθηλωμένους, δεν τους επιτρέπουν να κάνουν πολλά από αυτά που θα ήθελαν να κάνουν αντιδρώντας.

Με την βοήθεια δε της εργαλειοποίησης των φόβων που πολύ έντεχνα θα πω και πάλι μας υποβάλουν, οι δοτοί υπηρέτες του συστήματος, ούτε κι αυτό το απλό σκεπτικό τους δεν μπορούν να συζητήσουν μεταξύ τους οι άνθρωποι, ή να εξετάσουν κάπως ποιο διεξοδικά κι ελεύθερα το θέμα της κοινής αντίδρασής τους.

Η επιβολή λοιπόν των παραπάνω εχθρικών μέτρων καθόλου τυχαία δεν είναι κι από μακριά φαίνεται πλέον, ότι σκόπιμα μας επιβλήθηκαν, ώστε ποτέ να μη μπορέσουμε να βρουν εύκολα τουλάχιστον εμείς οι υπόδουλοι, αυτόν που θα ήθελε ενδεχομένως να μας βγάλει από το αδιέξοδο, όσο κι αν μας πνίγει η υποδούλωση που μας υποχρεώνουν να ζούμε.

Και δικαιολογημένα θα πω ότι μας πνίγει, γιατί αυτή ή άνευ όρων παράδοσή μας στις κακές διαθέσεις του συστήματος, που μας θέλει όλους πρόβατα βελάζοντα, όπως και η αδυναμία μας να απαλλαγούμε από το ενδοτικό πολιτικό κατεστημένο, δεν επιτρέπει σε κανέναν μας να διαδηλώσει ελεύθερα τον πόνο του, τον οποίο βέβαια, με τίποτε δεν θέλει το σύστημα να τον δει μαζικά εκφραζόμενο.

Κι αφού αυτό το πολύ καλά εδραιωμένο σύστημα, συνεχίζει να μας επιβάλει ότι κι όσα θέλει εις βάρος μας και εις βάρος την πατρίδα μας, όλοι πλέον βλέπουν τις προθέσεις τους και όλοι πια ψάχνουν που να βρουν αυτόν που θα μπορούσε να μας ελευθερώσει από τις δρομολογημένες και από χρόνια πριν όπως είπαμε μεθοδευμένες κακίες τους κι ας μη εκφράζουν δημόσια ακόμη το σκεπτικό τους.

Πολλοί βέβαια είναι αυτοί από τους συμπατριώτες μας που βλέπουν πια και πολύ καθαρά όπως είπαμε τα παραπάνω, όπως πολλοί είναι κι αυτοί που αντιλαμβάνονται την ανάγκη να μας σώσει κάποιος από αυτά που μας συμβαίνουν, όπως κι από αυτά που μάλλον θα μας προκύψουν στο μέλλον κι ακόμη δεν χτύπησαν την πόρτα μας.

Αν και τα βλέπουν όμως, αν κι αντιλαμβάνονται την ανάγκη να μας απαλλάξει κάποιος από τα δεινά που σήμερα ζούμε, όπως κι από αυτά που αύριο μάλλον θα μας προκύψουν, αρνούνται κατά κάποιον τρόπο να επωμισθούν τις ευθύνες τους, γι’ αυτό και ψάχνουν σε ποιόν άλλον θα μπορούσαν να τις φορτώσουν.

Από αδυναμία να σκεφτούν μάλλον κρατούν αυτήν την στάση, γιατί δεν πάει ο νους τους, ότι κι αυτοί μπορούν να επιδιώξουν και μάλιστα καλύτερα από τον καθένα την απελευθέρωσή μας.

Και βεβαίως μπορούν, αρκεί και μόνον να καταλάβουν, ότι αυτοί είναι που υποφέρουν κι ότι αυτοί είναι που με λογικούς λόγους κινούμενοι πρέπει να την επιδιώξουν, ώστε να γλυτώσουμε μια ώρα αρχύτερα από αυτά που σήμερα μας πνίγουν και μεγάλος κίνδυνος υπάρχει να μας σκοτώσουν, πριν ακόμη προλάβουμε να δρομολογήσουμε, έστω και κάτι μικρό επί του θέματος που μας απασχολεί.

Αυτοί όμως ακόμη ψάχνουν κι αυτό που ψάχνουν, είναι να βρούμε έναν νέο Κολοκοτρώνη μάλλον ανάμεσά μας, ή μια νέα Μπουμπουλίνα να συμπαραστέκεται στην διάθεσή του όπως και στην πρόθεσή του να ελευθέρωση αυτός την πατρίδας μας.

Η να βρεθεί κάποιος άλλος μάλλον, που να μας θυμίζει με την συμπεριφορά του τον Καραϊσκάκη ας πούμε, ή να μοιάζει έστω και κάπως με τον χαρακτήρα του Μακρυγιάννη. Αυτόν ψάχνουν λοιπόν με το μυαλό τους. Σε ποιον άλλον εκτός από τον εαυτό τους δηλαδή να αναθέσουν την σωτηρία μας.

Και σκέφτονται έτσι, γιατί δεν πίστεψαν ακόμη, ότι μέσα στον καθένα μας είναι εγκατεστημένοι όλοι αυτοί οι σαν και τους παραπάνω, που στον δικό τους καιρό έκαναν αυτό που έπρεπε κι έμπρακτα έδειξαν προς όλους μας το αποτέλεσμα της δικής τους προσπάθειας.

Όπως έδειξαν περίτρανα και το Ελληνικό τους φρόνιμα μαζί με την Ορθόδοξη πίστη τους και κανέναν και τίποτε δεν φοβήθηκαν συμπεριφερόμενοι ως απελευθερωτές της δικής τους, αλλά και της πατρίδας τους την αξιοπρέπεια, όταν και στους δικούς τους χρόνους ήταν σκλαβωμένοι από τους ίδιους κύκλους και για τους είδους λόγους όπως πάντα.

Και τότε δηλαδή δεν ήταν πολλοί αυτοί που πίστεψαν στην ανάγκη της απελευθέρωσή τους, αλλά και κανείς από αυτούς δεν έψαχνε να βρει ποιος άλλος εκτός από αυτούς θα έκανε το πρώτο βήμα για τον συγκεκριμένο σκοπό.

Τις υποχρεώσεις τους μόνον σκέφτηκαν κι αυτές ήταν που τους ανάγκασαν να δρομολογήσουν με την βοήθεια του Χριστού και της Παναγίας μας αυτά που ακολούθησαν κι όπως ξέρουμε άφησαν ένδοξη ιστορία πίσω τους.

Το αν ξόδευαν όμως την περιουσία τους για την πατρίδα τους, το αν χαλούσαν την καλή τους καθημερινότητά για χάρη της, ή το αν πρόσφεραν και την ζωή τους ακόμη γι’ αυτήν, ούτε που το σκέφτηκαν, αλλά ούτε και τους απασχόλησε ποτέ.

Συμπαραστάτες μόνον ζήτησαν από τους συμπατριώτες τους κι αποφασισμένους μάλιστα να πεθάνουν μαζί τους αν χρειαζόταν, υπέρ της πίστης τους και της πατρίδας τους, γιατί όπως λέει και ο λαός μας, ένας κούκος δεν είναι δυνατόν να φέρει την άνοιξη, όσο καλά κι αν κελαηδάει.

Αν θυμηθούμε δε, έστω και λίγα από την αρχαία, όπως κι από την νεότερη ιστορία της πατρίδας μας, θα δούμε ότι από ανέκαθεν υπήρχαν αυτοί που θυσίαζαν τον εαυτό τους, όπως και τα υπάρχοντά τους, προκειμένου αντισταθούν στις κακές διαθέσεις αυτών των πολύ γνωστών κύκλων, που μονίμως επιδιώκουν και με μανία μάλιστα την υποδούλωση της πατρίδας μας και τον αφανισμό υμών των Ελλήνων.

Όπως και πολύ καθαρά θα δείτε στην συμπεριφορά τους, να μην ψάχνουν να βρουν ποιος άλλος θα έβγαινε μπροστά από την αγανάκτηση των συμπατριωτών τους, για όσα υπέφεραν οι ίδιοι, αλλά και η πολύπαθη πατρίδα τους.

Από μόνοι τους λοιπόν πήραν την απόφαση να μπουν μπροστά τους κι από μόνοι τους επιδίωξαν να εμψυχώσουν τους συμπατριώτες τους, όπως κι από μόνοι τους, σκέφτηκαν να τους καλέσουν σε επαγρύπνηση.

Και καθόλου δεν δίστασαν να το κάνουν, αντιλαμβανόμενοι πολύ καλά, ότι είτε μόνοι, είτε λίγοι, είτε πολλοί, όσοι νιώθουν Έλληνες μέσα τους, τίποτε και κανένας δεν μπορεί να τους φοβίσει και τα αποτελέσματα των όσων έκαναν, από μόνα τους δηλώνουν και μάλιστα περίτρανα το δίκαιο των όσων πίστευαν.

Κι εφόσον αυτοί είχαν τον Χριστό και την Παναγία μας μαζί τους, θα μπορούσε ποτέ κανείς να τους εμποδίσει; Μια χούφτα άνθρωποι ήταν αυτοί που στάθηκαν μαζί με τον Λεωνίδα μπροστά στα μιλιούνια των Περσικών στρατευμάτων και τους διέλυσαν.

Μια χούφτα απλοί άνθρωποι ήταν κι αυτοί που στάθηκαν μαζί με τον Παπαφλέσσα απέναντι στον άρτια εκπαιδευμένο στρατό του περιβόητου Ιμπραήμ και καθόλου δεν τους φοβήθηκαν. Θυσιάστηκαν βέβαια για την ελευθερία της πατρίδας τους, αλλά καθόλου δεν φοβήθηκαν. Ούτε τον Ιμπραήμ δηλαδή, αλλά ούτε και τον θάνατο.

Και αυτοί που σταμάτησαν την Γερμανική αήττητη πολεμική μηχανή του υπεράριθμου και άκρος εκπαιδευμένου στρατού της, λύγοι ήταν κι όπως η ιστορία το κατέγραψε στα πρακτικά της, μέτρο δεν τους επέτρεψαν να προχωρήσουν κατά της πατρίδας τους.

Από φόβο όμως κυριευμένοι εμείς οι νεοέλληνες, όπως κι από πολύ καλά μεθοδευμένη απιστία που μας φόρτωσαν οι εχθροί όλων μας, μας έχουν μετατρέψει σε μαλθακά κι άρρωστα βελάζοντα πρόβατα κι όπως δείχνουν τα πράγματα, ψάχνουμε να βρούμε ποιος άλλος εκτός από εμάς θα μας σώσει.

Η κατάντια μας λοιπόν είναι αυτή που μας εμποδίζει να κάνουμε τα αυτονόητα κι επειδή κι εμείς την βλέπουμε, δεν μπορούμε να εμπιστευτούμε τον εαυτό μας. Κι αυτός είναι ο λόγος που δεν ξέρουμε πού, πως και με ποιους να εξετάσουμε το θέμα που μας απασχολεί και πολύ μεγάλης σημασίας είναι.

Όπως καταλαβαίνεται λοιπόν, για να γίνουμε διεκδικητές της ελευθερίας μας, λογικό είναι ότι μπορεί και να χάσουμε τα υπάρχοντά μας, ή την καθημερινότητά μας και προπαντός, να χάσουμε και την ζωή μας ενδεχομένως.

Αν φοβηθούμε να υποστούμε τα παραπάνω όμως, στραφείτε προς το σημαντικότερο από αυτά κι εκτιμήστε την αξία μπορεί να έχει μια μίζερη ζωή σαν κι αυτήν που τώρα ζούμε, όσο πλούσια κι αν είναι, όσο ευχάριστη κι αν μας φαίνεται, μπροστά στην αξία της ελευθέρια μας και στην ελευθερία της πατρίδας μας.

Κι αν θέλετε πάλι, προσθέσετε στην μίζερη σημερινή ζωή μας, την υποδούλωση που ζούμε όπως και τον αυριανό αφανισμό που μας ετοιμάζουν οι σκοτεινοί παγκοσμιοποιητές και πέστε στον εαυτό σας ύστερα, πόση αξία θα έχει οι ζωή μας μετά από αυτά που θα μας προκύψουν και ο διάβολος θα τα κατευθύνει.

Αν νομίζετε δε, ότι θα τα βγάλουμε πέρα μαζί του κι ότι θα τον κάνουμε να μετανιώσει για όσα δρομολογεί για τον αφανισμό μας, πέστε μου με ποιόν τρόπο και ποια μέσα θα γίνει κατά την γνώμη σαν αυτό κι αν αυτά που θα προτείνετε είναι αντάξια των προσδοκιών σας.

Ωστόσο, ο Χριστός μας είναι εδώ και περιμένει να καλέσουμε την βοήθειά Του, αφού μόνον αυτός μπορεί να διαλύσει τα καμώματα του διαβόλου και τα σχέδια των πανγκοσμιοποιητών.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *