Στα Ενδότερα Της Μονής Και Στα Δεδομένα Της

 Όταν λοιπόν ήρθε ο πνευματικός μου στο αρχονταρίκι και είδε μαζί με εμένα να υπάρχει κι ένας ακόμη επισκέπτης, κάτι είπε στον αρχοντάρη που εγώ τουλάχιστον δεν άκουσα κι ενώ αποχωρούσε, έλεγε σ’ εμένα ότι θα με περίμενε στην αυλή. Αποχωρώντας όμως αυτός, μας έκανε νόημα ο αρχοντάρης να τον ακολουθήσουμε, πηγαίνοντας προς ένα μακρύ διάδρομο με πολλά δωμάτια, όπου και μας υπέδειξε το δωμάτιο όπου θα μέναμε παρέα μ’ εκείνον τον περίεργο νεαρό, αλλά και να αφήσουμε σ’ αυτό τα προσωπικά μας πράγματα, έως ότου έρθει η ώρα να κοιμηθούμε.

Ήταν πολύ νωρίς βέβαια για κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι ήταν μία και κάτι το μεσημέρι ακόμη, αλλά κι εγώ, πολύ ανησύχησα ακούγοντας τον αρχοντάρη να μας βάζει στο ίδιο δωμάτιο μ’ εκείνον τον νεαρό, γι’ αυτό και του ζήτησα να αλλάξει το σχεδιασμό του, αναφέροντας του συγχρόνως το ιδιότροπο της συμπεριφοράς του, αλλά και τους δικαιολογημένους φόβους μου. Αυτός βέβαια καμιά σημασία δεν έδωσε στις δικές μου ανησυχίες, αλλά ούτε και για το αν ήμασταν ή όχι παρέα νοιάστηκε. Αντιθέτως, μου έλεγε με στόμφο τα παρακάτω.

– Εδώ που ήρθες, δεν είναι ξενοδοχείο. Όπου σας βάλουμε λοιπόν, εκεί και θα μείνετε. Εφόσον είστε δύο, θα σας βάλουμε σε ένα δωμάτιο με δυό κρεβάτια. Δεν είναι λογικό όμως, να ετοιμάσουμε εμείς δύο δωμάτια για δυό επισκέπτες. Κατάλαβες;

Ναι. Του έλεγα κι εγώ ανήσυχος, μπας και γλιτώσω από τους μπελάδες που ήδη με πρόλαβαν. Αλλά αυτός εδώ είναι παλαβός και φοβάμαι να μείνω μαζί του.

– Μη στεναχωριέσαι και δεν έχεις να πάθεις τίποτε. Έλεγε ο αρχοντάρης. Και μην αμφιβάλεις, ότι και εσύ μπορεί να είσαι το ίδιο παλαβός.

Με πείραξε η συμπεριφορά του μοναχού είναι αλήθεια, αλλά επειδή δεν ήθελα να δώσω συνέχεια, βγήκα από το δωμάτιο και πήγα να συναντήσω τον πνευματικό μου στο προαύλιο όπως μου το είπε. Τον βρήκα βέβαια, αλλά τον βρήκα να μιλάει εκεί μ’ εκείνον τον νεαρό, ο οποίος δεν ήρθε να αφήσει την βαλίτσα του στο δωμάτιο όπως έκανα εγώ. Έμεινε στο προαύλιο κι εξακολουθούσε να κρατά την βαλίτσα του στα χέρια.

Του έλεγε κι ο πνευματικός μου βέβαια ότι έπρεπε να αφήσει κάπου την βαλίτσα του, αλλά ο περίεργος νεαρός δεν συμφωνούσε. Κι εφόσον δεν ήθελε να την αποχωριστεί, τον άφησε κι αυτός να την κουβαλάει μαζί του, αλλά και λεπτό δεν μας επέτρεπε να μείνουμε μόνοι καθώς εγώ θα ήθελα. Μας ακολουθούσε από κοντά δηλαδή, όπου κι αν με πήγαινε ο πνευματικός μου προκειμένου να με ξενάγηση στους χώρους της Μονής τους.

Θύμωσα όπως καταλαβαίνετε, με την επιμονή εκείνου του νεαρού να βρίσκετε συνεχώς στα πόδια μου, γιατί έκανα εκείνο το ταξίδι με πολύ αγωνία, ελπίζοντας να βρω ελεύθερο τον πνευματικό μου, ώστε να τα πούμε καλλίτερα όπως μου το υποσχέθηκε. Αλλά και να δώσω απαντήσεις ήθελα με την συμμετοχή του, στα συσσωρευμένα και πιεστικά ερωτήματα που είχα μέσα μου και με απασχολούσαν. Η παρουσία του νεαρού λοιπόν, εμπόδιζε φανερά τον σκοπό της επίσκεψης μου κι επειδή δεν μπορούσα να απαλλαγώ από αυτόν, έγινε η παραμονή μου στην Μονή αγχωτική και δεν πρόσεχα όπως θα ήθελα, αυτά που έβλεπα γύρο μου.

Ούτε και αυτά που άκουγα να μας λέει ο πνευματικός μου μπορούσα να προσέξω, όπως και να επεξεργαστώ σωστά κι αυτός ήταν ο λόγος, που δεν θυμάμαι ούτε αν έφαγα, ούτε τι έφαγα, ούτε πως πέρασαν τόσες ώρες και έγινε απόγευμα. Ωστόσο όμως, λίγα είδα εκεί και πολλά κατάλαβα, έστω κι αν όλα αυτά που είδα δεν ήταν μέσα στο δικό μου πλάνο ερωτήσεων που ζητούσαν απαντήσεις.

Πέρασε όμως η ώρα και περνώντας αυτή, άκουσα τον πνευματικό μου να μας λέει κάποια στιγμή, ότι πρέπει να πάμε στην εκκλησία. Αφού έτσι έπρεπε λοιπόν, μπήκαμε μέσα και σύμφωνα με το τυπικό τους, με οδήγησε στον Γέροντα της Μονής, τον οποίο είδα να κάθεται στο ιδιαίτερο στασίδι του.

Ακλουθώντας τις κινήσεις του πνευματικού μου στην συνέχεια, πήρα την ευχή του Γέροντα, ο οποίος και μου υπέδειξε να καθίσω σε ένα στασίδι δίπλα του σχεδόν. Για τους δικούς του λόγους όμως, εκείνος ο περίεργος νεαρός δεν με ακλούθησε όπως έκανε πριν, αλλά και δεν πήγε να καθίσει σε κάποιο από τα ελεύθερα στασίδια της εκκλησίας. Αντιθέτως, πήγε και στάθηκε όρθιος στην μέση του καθολικού και κρατούσε όπως πάντα την βαλίτσα του στο χέρι. Είχε δε γυρισμένα τα νότα του προς το τέμπλο και κατά την συνήθεια του, έκανε συνεχώς τον σταυρό του μπροστά στην εικόνα της Παναγίας, αυτήν δηλαδή που έχουν τοποθετημένη πάνω στον αριστερό δεσποτικό θρόνο.

Δεν άντεχε την τοποθέτησή του ο αρχοντάρης, γι’ αυτό κι επιχείρησε να τον συνετίσει. Πήρε δηλαδή την βαλίτσα από τα χέρια του και την άφησε επιδεικτικά, πίσω από τα πρώτα στασίδια, ώστε να μην φαίνεται τόσο πολύ. Επέστρεψε μετά και γύρισε τον νεαρό έτσι, ώστε να βλέπει προς το τέμπλο. Πιστός όμως αυτός στις θέσεις του, καθόλου δεν πτοήθηκε. Πήγε και πήρε την βαλίτσα του και πάλι στάθηκε όπως ήθελε στην μέση του καθολικού, έχοντας και πάλι τα νότα γυρισμένα προς το τέμπλο, αλλά και συνέχιζε να κάνει μεγάλους σταυρούς μπροστά στην εικόνα της Παναγίας.

Τρεις ή τέσσερις φορές ακόμη έκανε την ίδια προσπάθεια ο αρχοντάρης αν και χωρείς αποτέλεσμα βέβαια, οπότε του έκανε νόημα ο Γέροντας να σταματήσει. Τελείωσε ωστόσο ο εσπερινός και σύμφωνα με το πρόγραμμα τους, μπήκαμε για φαγητό στην τράπεζα όπως άκουσα να την ονομάζουν, η οποία όμως, μου φάνηκε ότι ήταν ετοιμόρροπη.

Όταν τελείωσε κι αυτό, πήγαμε μετά από λίγο πάλι στην εκκλησία, για την ακολουθία του απόδειπνου όπως μου είπε ο πνευματικός μου. Μετά κι από το απόδειπνο, μπήκα σε μια μικρή εκκλησία ακολουθώντας τον μόνος πλέον, όπου κι έκανα την απαραίτητη εξομολόγηση.

Είπαμε αρκετά εκεί μαζί, αλλά όχι τόσα όσα θα ήθελα εγώ, γιατί ήδη ήταν αργά και έπρεπε να πάμε για ύπνο. Επειδή όμως κατάλαβε αυτός, ότι είχα διάθεση να αναφερθώ και σε πολλά άλλα θέματα, με έκοψε λέγοντας.

– Τίποτε. Τίποτε. Προσευχή και Ταπείνωση. Αυτό μόνον να ξέρεις για την ώρα κι αυτό μόνον να θυμάσαι. Όλα τα άλλα, δεν έχουν καμιά σημασία και καμιά αξία.

Μπλόκαρα εγώ με όσα άκουσα να μου λέει αυτός εν κατακλείδι, οπότε, έκανα την ανακεφαλαίωση μου εκείνη την στιγμή κι αυτά έλεγα στον εαυτό μου. Ήρθα εδώ φορτωμένος με ένα σορό ερωτήματα που ζητούσαν απάντηση και το μόνο που άκουσα από τον πνευματικό μου γι’ αυτά, ήταν ότι έπρεπε να τα ξεχάσω ως ασήμαντα και ανώφελα κι ότι, το μόνο που έπρεπε να πάρω μαζί μου φεύγοντας από την πρώτη επίσκεψη που έκανα στο μοναστήρι τους, ήταν δύο λέξεις. Η Προσευχή και η Ταπείνωση. Για τις οποίες βέβαια, εγώ τουλάχιστον, τίποτε σχεδόν δεν γνώριζα.

Δεν θυμάμαι αν μετά από κείνη την τοποθέτηση είπαμε και τίποτε άλλο, ή όχι, αφού το επόμενο που άκουσα να μου λέει φεύγοντας από κοντά του, ήταν ότι μπορούσα να κοινωνήσω αν ήθελα, μετά από την πρωινή λειτουργία του Σαββάτου βέβαια, αφού Σάββατο ξημέρωνε.

Χαιρετηθήκαμε λοιπόν, αλλά και πολύ σκεπτικός έβγαινα έξω από το εκκλησάκι μετά από την εξομολόγηση μου. Θυμήθηκα όμως τον περίεργο νεαρό εκεί έξω, γι’ αυτό και τρέχοντας σχεδόν επέστρεψα να του πω, ότι φοβόμουν να κοιμηθώ μαζί μ’ εκείνον τον παλαβό νεαρό και μάλιστα στο ίδιο δωμάτιο.

– Δεν είναι σωστό βρε παιδί μου. Έλεγε αυτός. Να λες αυτόν τον άνθρωπο παλαβό. Έχουμε εμείς τέτοιο δικαίωμα, ώστε να κατηγορούμε τους άλλου ανθρώπους ως παλαβούς; Μόνον στον εαυτό μας μπορούμε να πούμε κάτι τέτοιο. Αυτόν όμως, δεν μπορούμε να τον ονομάζουμε παλαβό. Μη φοβάσαι λοιπόν και κανένα κακό δεν μπορεί να σου κάνει αυτός ο νεαρός.

Μάθαινα βέβαια εκείνη την ώρα πράγματα, που ποτέ μου δεν τα σκέφτηκα έτσι, οπότε μ’ εκείνη την παρέμβαση στις σκέψεις μου, πήγα τελικά να κοιμηθώ, έστω κι αν έμενα στο ίδιο δωμάτιο με τον νεαρό. Όταν μπήκα μέσα όμως, δεν τον βρήκα ξαπλωμένο στο κρεβάτι του καθώς θα έπρεπε, αφού και η ώρα ήταν περασμένη.

Ξάπλωσα ωστόσο στο ένα από τα δύο κρεβάτια και πριν με πάρει ο ύπνος, σκεπτόμουν όλα όσα είδα κι άκουσα μέχρι εκείνη την στιγμή, ελπίζοντας βέβαια να κοιμηθώ γρήγορα αφού και κουρασμένος ήμουν. Εκεί που σκεπτόμουν αυτά όμως, άκουσα τα βήματα κάποιου που πήγαινε κι ερχόταν περπατώντας, πάνω στον ξύλινο και μεγάλο διάδρομο, αλλά κι έξω από το δωμάτιό μας.

Αφού συνεχίστηκε αυτό το πήγαινε έλα για αρκετή ώρα ακόμη, άκουσα κάποια στιγμή να γίνεται φασαρία έξω. Από τις κουβέντες που γινόταν όμως, βεβαιώθηκα πια ότι μάλωνε ο αρχοντάρης με τον νεαρό κι αυτά του έλεγε σχεδόν θυμωμένος μαζί του.

– Πήγαινε να κοιμηθείς στο δωμάτιο σου και σταμάτα να πηγαινοέρχεσαι στον διάδρομο. Κάνεις θόρυβο περπατώντας πάνω στα σανίδια και δεν μπορούν να κοιμηθούν οι μοναχοί εξαιτίας σου. Μη τους ενοχλείς λοιπόν περισσότερο, γιατί αυτοί έχουν στο πρόγραμμα τους να σηκωθούν πολύ νωρίς το πρωί. Κατάλαβες;

– Δεν πηγαίνω πουθενά. Απαντούσε εκείνος. Θα κάνω ότι θέλω κι όπως θέλω κι εσείς να κοιτάτε την δουλειά σας.

Τέτοια κι ακόμη χειρότερα του έλεγε ο νεαρός και συνέχιζε να κάνει πολύ φασαρία, οπότε, με το δίκαιό τους μαζεύτηκαν αρκετοί μοναχοί στον διάδρομο. Σκεφτόταν να φωνάξουν την αστυνομία όπως άκουγα να του λένε, αλλά και τον απειλούσαν ότι θα το κάνουν οπωσδήποτε, αν δεν σταματούσε να τους ενοχλεί.

Μετά από λίγο όμως, άνοιξε η πόρτα του δωματίου μου και κάποιος από τους μοναχούς μπήκε μέσα, ο οποίος και μου έλεγε κάτι προκειμένου να με ησυχάσει, καταλαβαίνοντας πια κι αυτοί ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με εκείνον τον περίεργο νεαρό.

– Μην ανησυχείς. Βάλαμε τον νεαρό να κοιμηθεί στο διπλανό από το δικό σου δωμάτιο κι αύριο το πρωί, μάλλον θα καλέσουμε την αστυνομία, ώστε να τον απομακρύνει από εδώ.

Μετά από αυτήν την παρέμβαση, ησύχασα κάπως κι έτσι, άρχισε σιγά, σιγά να με παίρνει ο ύπνος. Σκεπτόμενος όμως το ενδεχόμενο, να κάνει κάτι την νύχτα εκείνος ο νεαρός, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου και καλού κακού, κλείδωσα την πόρτα του δωματίου μου. Και μέχρι να με πάρει ο ύπνος, σκεπτόμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, ότι τίποτε δεν ήξερα για την ζωή των μοναχών.

Άκουγα όμως είναι αλήθεια, πολλά χαζά να λέγονται εις βάρος τους και τα περισσότερα από αυτά μάλιστα, να λέγονται από αυτούς που υποτίθεται ότι τους επισκεπτόταν συχνά και με σεβασμό. Συγκρίνοντας λοιπόν, αυτά που είδα εγώ, με αυτά που άκουσα να λέγονται εις βάρος τους, απορούσα μαζί τους.

– Μα, πού πάνε και τα βρίσκουν όλα αυτά τα χαζά που λένε και γελούν μάλιστα με όσα διαδίδονται από τον έναν στον άλλον; Εγώ πάντως, τίποτε από αυτά τα χαζά δεν είδα. Σε μοναστήρι πήγα και μοναχούς είδα και αυτοί ήταν έτσι όπως πρέπει να είναι.

Αυτά λοιπόν σκεπτόμουν λίγο πριν με πάρει ο ύπνος, αλλά δεν έλεγε να γίνει κάτι τέτοιο. Από κείνη την στιγμή και μετά όμως, άρχισα να έχω πολύ μεγάλο πρόβλημα. Ανέβασα ξαφνικά πυρετό και ρίγος δυνατό με τάραζε. Αμάν? Την άρπαξα σκέφτηκα, όταν με φυσούσε ο χειμωνιάτικος αέρας πάνω σε κείνο το καΐκι και τώρα; Τι να κάνω; Και σε ποιόν να πω το πρόβλημα μου;

Ήμουν ξαπλωμένος και ξεσκέπαστος στο κρεβάτι μου βέβαια, δεδομένου ότι ήθελα να κοιμηθώ με τα ρούχα που φορούσα, προκειμένου να σηκωθώ στην ώρα μου και σύμφωνα με το πρόγραμμα των μοναχών, για να βρεθώ έγκαιρα στην εκκλησία. Ήθελα δηλαδή να παρακολουθήσω από την αρχή την λειτουργία, αφού πρώτη μου φορά βρισκόμουν σε μοναστήρι και τίποτε δεν ήθελα να χάσω από το τυπικό τους.

Μαζί με την λειτουργία, ήθελα ν’ ακούσω από την αρχή και την υπέροχη Αγιορείτικη ψαλμωδία, όπως με συμβούλεψε να κάνω ο ηλεκτρολόγος, ο οποίος έμεινε άναυδος από τους ήχους των βυζαντινών ψαλτών, όταν τους άκουσε κατά την δική του επίσκεψη. Ναι. Αλλά εκείνο το ξαφνικό κρύωμα είχε κακές διαθέσεις κι από ότι φαινόταν, μάλλον βάλθηκε να μου χαλάσει τα σχέδια.

Κρύωνα λοιπόν και κρύωνα αρκετά θα έλεγα εκείνη την ώρα, αν και στο δωμάτιο που μου δώσανε να κοιμηθώ, είχε θέρμανση. Και είχε τόση ζέστη εκεί μέσα μάλιστα, που όταν πήγα να κομισθώ, έκλεισα από συνήθεια το σώμα του καλοριφέρ, ώστε να μην ζεσταθεί περισσότερο το δωμάτιό μου. Ως γνωστόν, δεν αντέχω την ζέστη και μάλιστα στο δωμάτιο που κοιμάμαι κι αυτός ήταν ο λόγος, που άνοιξα και το παράθυρο προκειμένου να κοιμηθώ σε ψυχρότερο περιβάλλον.

Βλέποντας όμως την αδυναμία μου να αντιμετωπίσω το δυνατό ρίγος που με πλάκωσε, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου κι έκλεισα πρώτα το παράθυρο. Άνοιξα ξανά το καλοριφέρ στην συνέχεια κι όπως ήταν αρκετά επιβεβλημένο πλέον κι αυτό, πήρα τις δύο κουβέρτες που είδα να υπάρχουν στην άκρη του κρεβατιού μου και ρίχνοντας τες επάνω μου, σκεπάστηκα για τα καλά.

Το ρίγος όμως δεν έλεγε να υποχωρήσει, οπότε, σηκώθηκα μετά από λίγο και φόρεσα το μακρύ στρατιωτικό τζάκετ που είχα φέρει μαζί μου και μαζί με αυτό, έριξα πάνω μου και άλλες δύο κουβέρτες, αυτές δηλαδή που είδε να υπάρχουν στο διπλανό κρεβάτι. Παρ’ όλα αυτά όμως, τίποτε δεν κατάφερα. Αν και ξάπλωνα με τα ρούχα, αν και ήμουν σκεπασμένος με εκείνες τις τέσσερις κουβέρτες, φορώντας το στρατιωτικό τζάκετ, δεν ήταν δυνατών να ζεσταθώ.

‘Έτρεμα σαν το σκυλί κάτω από τα σκεπάσματα και χτυπούσαν τα δόντια μου από το δυνατό ρίγος. Πώς μπορούσα λοιπόν να κοιμηθώ, με τέτοιο πρόβλημα; Άκουσα την καμπάνα που χτύπησε στις τρεις για την πρωινή λειτουργία, όπως άκουγα αργότερα και τις ψαλμωδίες των μοναχών, αλλά πώς να σηκωνόμουν;

Έτρεμα λοιπόν κάτω από τις κουβέρτες μου και περίμενα υπομονετικά εκεί να δω, μήπως και κάποιος από τους μοναχούς θυμηθεί την ύπαρξή μου και θελήσει να ενδιαφερθεί για εμένα. Για την Αγιορείτικη λειτουργία ήρθα εδώ. Έλεγα στον εαυτό μου. Αλλά κάτω από αυτές τις συνθήκες, πως ήταν δυνατόν να την παρακολουθήσω;

Άκουγα κάπως αχνά βέβαια τους μοναχούς να ψέλνουν, όπως και τις καμπάνες που χτυπούσαν κάθε τόσο, οπότε ήξερα περίπου που βρισκόταν χρονικά τουλάχιστον η έκβαση της λειτουργίας. Υπολογίζοντας λοιπόν ότι κάπου στην μέση βρισκόταν, άρχισα να ελπίζω πλέον, ότι όλο και κάποιος θα ερχόταν να δει, γιατί δεν εμφανίστηκα στην εκκλησία.

Αυτό σκεπτόμενος όμως, διαπίστωσα ότι πράγματι ανησύχησε κάποιος για εμένα κι αυτός δεν ήταν άλλος από τον πνευματικό μου. Βλέποντας λοιπόν αυτός, να μην παρουσιάζομαι στην εκκλησία, θεώρησε μάλλον ότι με πήρε ο ύπνος, ο πότε, ανέβηκε στα δωμάτιό μου να με ξυπνήσει.

Κι αφού αυτό έβαλε με το μυαλό του, πήγε να ανοίξει την πόρτα του δωματίου μου όταν βρέθηκε έξω από αυτήν, αλλά τότε ήταν που την βρήκε κλειδωμένη. Έκανα μεγάλη προσπάθεια εγώ, ώστε να σηκωθώ από το κρεβάτι μου στο άκουσμα της φωνής του κι όταν πια σηκώθηκα από αυτό έστω και με πολύ δυσκολία, του άνοιξα βέβαια αλλά τρέμοντας από το ρίγος. Τον άνοιξα μεν, αλλά τον άκουγα να μου λέει κάτι, απορώντας για την συμπεριφορά μου.

– Καλά? Γιατί κλειδώθηκες; Όταν είμαστε φιλοξενούμενοι κάπου, κλειδώνουμε την πόρτα του δωματίου που μας παραχωρούν; Αν πάθεις κάτι εσύ; Πώς θα μπούμε εμείς μέσα να σε βοηθήσουμε;

Αυτά βέβαια μου έλεγε αυτός και με το δίκαιό του άλλωστε, αλλά και τρέμοντας εγώ του έλεγα σκυφτός, φορώντας το στρατιωτικό μου τζάκετ.

– Τρέμω από πολύ υψηλό πυρετό πάτερ. Μάλλον γριπώθηκα όπως νομίζω. Μήπως έχετε να μου δώσετε καμιά ασπιρίνη;

– Τρέμεις από πυρετό; Τι είναι αυτά που λες;

Αυτά έλεγε απορώντας, αλλά κι έπιασε το μέτωπο μου να βεβαιωθεί περί αυτού. Αμέσως μετά όμως, άκουσα και την αντίδρασή του.

– Μα, πράγματι καις εσύ από πυρετό.

Δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και βγήκε τρέχοντας σχεδόν από το δωμάτιο μου, προκειμένου να φωνάξει τον γιατρό της μονής, όπως υπέθεσα. Μετά από λίγο βέβαια, επιβεβαιώθηκαν οι σκέψεις μου, δεδομένου ότι ήρθε στο δωμάτιο μου ένας άλλος μοναχός, ο οποίος όπως μου συστήθηκε, πράγματι ήταν ο γιατρός τους κι όπως το συνηθίζουν οι γιατροί μου έκανε ερωτήσεις.

– Τι έγινε; Πρώτη φορά μας ήρθες εδώ και μας ήρθες άρρωστος;

– Καλά ήμουν όταν ήρθα. Του απαντούσα κι εγώ μέσα στην ζαλάδα μου. Εδώ μάλλον αρρώστησα.

Με θερμομέτρησε  βέβαια στην συνέχεια κι όταν είδε τον πυρετό μου να ξεπερνά τους σαράντα βαθμούς, έτρεξε αμέσως να μου φέρει ότι είχε στο ιατρείο του από αντιπυρετικά χάπια κι από αφέψημα. Ήθελε να περιποιηθεί την γρίπη μου όπως εκτίμησε, γι’ αυτό και τόσο αυτός, όσο κι ο πνευματικός μου, ερχόταν ανά μισή ώρα όλη την νύχτα, μια ο ένας και μια ο άλλος, προκειμένου να παρατηρούν την πορεία του πυρετού μου, ελπίζοντας βέβαια ότι και θα με εγκατέλειπε αυτός κάποια στιγμή.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *