Φόβοι Με Πλάκωσαν, Ότι Μάλλον Θα Πέθαινα Στη Μονή

Αυτά λοιπόν μου συνέβησαν κατά την πρώτη μου επίσκεψη στην μονή Γρηγορίου. Βρέθηκα δηλαδή να τρέμω από δυνατό ρίγος και να ψήνομαι από πολύ υψηλό πυρετό, ο οποίος δεν έλεγε να με εγκαταλείψει, αν κι ο μοναχός γιατρός, έκανε πολλά για την περίπτωσή μου. Υποχωρούσε μεν αυτός για μισή ώρα περίπου και κατέβαινε στους τριάντα οκτώ βαθμούς, αλλά και πάλι ανέβαινε στους σαράντα και μισό.

Υπέφερα όπως καταλαβαίνετε, αλλά κι αυτοί, στιγμή δεν με άφησαν μόνο μου. Τόσο ο γιατρός, όσο κι ο πνευματικός μου, συνεχώς ερχόταν να δουν την πορεία του πυρετού μου. Παρ’ όλα αυτά όμως, τίποτε δεν καταφέραμε. Ξημέρωσε δηλαδή κι ο πυρετός συνέχισε να με ταλαιπωρεί με τον ίδιο ρυθμό. Ήταν Παρασκευή εν ολίγοις όταν τους επισκέφτηκα και όλη την νύχτα, όπως και όλη την ημέρα του Σαββάτου, την πέρασα ξαπλωμένος και βογκώντας από τον υψηλό πυρετό. Νύχτωσε το Σάββατο, αλλά και πάλι δεν έλεγε να αλλάξει αυτός την συμπεριφορά του.

Συνέχισε δηλαδή να με ψήνει, αλλά και να με υποχρεώνει να τρέμω όπως σας είπα. Να με κρατάει ξαπλωμένο στο κρεβάτι μου με την επιμονή του. Να με αναγκάζει να φορώ πολλά ρούχα και να είμαι σκεπασμένος συνεχώς με εκείνες τις τέσσερις κουβέρτες. Αν κι έπινα πολλά τσάγια όμως, αν και πήρα κι εγώ δεν ξέρω πόσα αντιπυρετικά χάπια, ο περίεργος πυρετός επέμενε να κάνει την παρουσία του ανυποχώρητη, αλλά και να παίζει με τις αντοχές μου.

Εξαιτίας της ανυποχώρητης συμπεριφοράς του λοιπόν, φοβήθηκα εγώ, ότι μάλλον δεν θα την έβγαζα ζωντανός εκείνη την νύχτα κι ότι μάλλον στην μονή Γρηγορίου θα άφηνα τα κόκαλά μου. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που φανερά φοβισμένος πια, έλεγα στον πνευματικό μου κάποια στιγμή.

– Μα τι γίνεται επιτέλους; Θα με αφήσετε εδώ να πεθάνω αβοήθητος;

– Τι άλλο θέλεις να κάνουμε; Έλεγε εκείνος απολογητικά, σαν να έφταιγε αυτός για το ότι εγώ ασθένησα. Εμείς μοναχοί ήμαστε και σε μοναστήρι ζούμε. Κατάλαβε λοιπόν, ότι δεν είμαστε νοσοκομείο. Έχουμε βέβαια λίγα φάρμακα εδώ, προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τις δικές μας γρύπες, ή ότι άλλο απλό μας βρει. Όταν όμως κάποιος από μας παρουσιάσει κάτι σοβαρό, τότε τον βγάζουμε έξω και τον στέλνουμε στα νοσοκομεία.

Σκεφτήκαμε να κάνουμε το ίδιο και με σένα, αλλά πως να βγεις έξω με τον πυρετό που έχεις; Φοβόμαστε μη γίνεις χειρότερα όπως καταλαβαίνεις γι’ αυτό και μαζί με εσένα, περιμένουμε κι εμείς να δούμε τι είναι αυτό που σε βρήκε και πως θα εξελιχθεί.

– Και τι θα γίνει πάτερ μου; Θα με αφήσετε εδώ αβοήθητο; Φέρτε μου τουλάχιστον τίποτε οστά Αγίων που πιθανόν έχετε στο μοναστήρι σας. Σε μοναστήρι είμαστε. Αφού δεν έχετε φάρμακα, φέρτε μου τουλάχιστον ότι οστά Αγίων έχετε.

Αυτά λοιπόν του έλεγα επιτακτικά τότε και τα έλεγα ασυναίσθητα μπορώ να πω τώρα, επειδή πράγματι φοβήθηκα ότι θα πέθαινα. Ασφαλώς και δεν ήθελα να μου συμβεί κάτι τέτοιο, οπότε, ζητούσα από τους μοναχούς να με βοηθήσουν με τα οστά των Αγίων τους. Απόρησε βέβαια με την συμπεριφορά μου ο πνευματικός μου, ο οποίος έλεγε και με το δίκαιό του.

– Μα τι είναι αυτά που μας λες τώρα; Όποιος έρχεται εδώ δηλαδή και αρρωσταίνει, εμείς πρέπει να του βγάζουμε τα οστά των Αγίων που διαθέτουμε; Όταν αρρωστήσουμε εμείς, μας διαβάζουν τα ονόματα μας οι ιερείς και με αυτό και μόνο, ελπίζουμε ότι θα έρθει η βοήθεια από τον Θεό. Εσύ τώρα ζητάς να σου φέρουμε τα οστά των Αγίων στο δωμάτιο σου;

Ούτε και σε δεσπότη δεν τα πάμε αυτά αν αρρωστήσει εδώ. Πως λοιπόν ζητάς μια τέτοια παραχώρηση; Κάνε υπομονή λοιπόν μέχρι να ξημερώσει και θα δούμε αν μπορέσουμε να σε στείλουμε σε κάποιο νοσοκομείο. Εμείς πάντως, δεν μπορούμε να σε βοηθήσουμε περισσότερο.

Αυτά μου έλεγε στεναχωρημένος κι αυτός από όσα μου συνέβαιναν εκεί  και πολύ σκεπτικός βγήκε από το δωμάτιο μου. Δεν ήξερα που πήγε, αλλά έμεινα μόνος μου μετά και σκεπτόμουν αυτά που μεσολάβησαν.

Ενώ εγώ δηλαδή περίμενα κάποια βοήθεια από αυτούς συναισθηματικά σκεπτόμενος, ο πνευματικός μου με αντιμετώπιζε λογικά, πράγμα που κι εγώ δικαιολόγησα βέβαια, ως την ποιο σωστή αντιμετώπιση για την περίπτωσή μου. Μετά από κάμποση ώρα όμως, άνοιξε η πόρτα του δωματίου μου και μπήκε μέσα ένας τρίτος μοναχός, ο οποίος κρατούσε ένα μικρό στρόγγυλο δίσκο στα χέρια του. Βλέποντάς τον έτσι λοιπόν, νόμισα ότι μου έφερε φαγητό, οπότε του έλεγα βιαστικά τα δικά μου.

– Από το ρίγος που έχω πάτερ, κτυπούν τα δόντια μου. Κι όταν πάλι ανοίγω το στόμα μου για κάποιο λόγο, τότε δαγκάνω μ’ αυτά την γλώσσα μου. Τίποτε λοιπόν από όσα μου έφερες δεν μπορώ να φάω. Καλύτερα να τα επιστρέψεις.

Αυτά βέβαια του έλεγα εγώ, αλλά κι ο μοναχός, με κάποια απορία στην φωνή του απαντούσε στις σκέψεις μου.

– Είναι αλήθεια, ότι πρώτη μου φορά μπαίνω σε δωμάτιο προσκυνητών. Κι όπως μπορείς να δεις, δεν σου φέρνω φαγητό όπως νόμισες. Παράκληση ήρθα να σου κάνω και τα οστά των Αγίων που ζήτησες σου έφερα μέσα σ’ αυτόν τον δίσκο. Γι’ αυτόν τον λόγο λοιπόν βρίσκομαι εγώ εδώ. Ποιός είσαι όμως και σου κάνει το μοναστήρι μας μια τέτοια παραχώρηση; Ούτε και σε δεσπότη δεν κάνουμε τέτοια. Σήκω πάνω όμως τώρα, ώστε να προσκυνήσεις τα οστά των Αγίων και μετά ξάπλωσε πάλι αφού δεν είσαι καλά.

Σηκώθηκα βέβαια αφού έτσι έπρεπε να κάνω κι όντως προσκύνησα τα οστά των Αγίων που έβλεπα να υπάρχουν σ’ εκείνον μικρό δίσκο. Μετά από αυτό, έσκυψα το κεφάλι μου και μου έβαλε τον δίσκο πάνω στο κεφάλι μου για λίγο, όπως μου το ζήτησε. Ξάπλωσα μετά στο κρεβάτι μου και έμεινα εκεί ξαπλωμένος και σκεπασμένος με τις τέσσερεις κουβέρτες, μέχρι που τελείωσε αυτός την παράκληση που μου υποσχέθηκε. Μισή ώρα κράτησε αυτή κι όταν πια ήταν έτοιμος να φύγει, έλεγε ευχαριστημένος κι αυτός από όσα έκανε για εμένα.

– Σου φέραμε τα οστά των Αγίων όπως μας το ζήτησες. Από δω και μετά όμως, κανόνισε μόνος σου. Άμα θέλεις ζήσε, άμα θέλεις πέθανε. Εμείς πάντως, δεν έχουμε ούτε και μπορούμε να σου κάνουμε κάτι περισσότερο από αυτό.

Αυτά λοιπόν μου είπε εκείνος ο μοναχός και σήκωσε με πολύ ευλάβεια ομολογώ τον δίσκο στα χέρια του κι αφού μου έδωσε να προσκυνήσω για δεύτερη φορά τα οστά των Αγίων, βγήκε αμίλητος από το δωμάτιο μου κι έκλεισε την πόρτα πίσω του. Καλά μου είπαν οι άνθρωποι, σκέφτηκα. Όλα όσα μπορούσαν να κάνουν για εμένα, τα έκαναν. Από δω και μετά, δεν έχω παρά να περιμένω να δω κι εγώ, τι μου επιφυλάσσει ο Θεός. Δεν πέρασε πολύ ώρα όμως και μπήκε στο δωμάτιό μου λαχανιασμένος σχεδόν ο πνευματικός μου κι αυτά μου έλεγε.

– Όπως μου το βεβαίωσε ο Γέροντάς μας, θα σου φέρουν τα Άγια λείψανα πολλών Αγίων. Όλα αυτά λοιπόν, είναι μέσα σε ένα μικρό δίσκο και καλά θα κάνεις να σηκωθείς και να τα προσκυνήσεις όταν τα δεις να έρχονται.

Αυτά άρχισε να μου λέει αυτός, αλλά τον έκοψα εγώ, αναφέροντάς του ότι ήδη μου τα έφεραν κι ότι όντως τα προσκύνησα. Δεν σας κρύβω όμως, ότι με πολύ ένοχο ύφος του τα είπα όλα αυτά, αλλά κι από ντροπή για όσα τους ανάγκασα να κάνουν για μένα, έσκυψα αρκετά το κεφάλι μου μπροστά του. Του πρόσθεσα όμως, ότι όχι μόνον μου τα έφεραν, αλλά κι ότι ολόκληρη παράκληση διάβασε ο μοναχός πάνω από το κεφάλι μου. Μετά κι από αυτήν την αναφορά, περίμενα να ακούσω την επίπληξή του όπως μπορείτε να καταλάβετε για την αγένεια που έδειξα, αλλά αντί αυτού, με πολύ σοβαρό ύφος, μου έλεγε κάτι, για το ιστορικό του μικρού δίσκου.

– Να σκεφτείς μόνον. Ότι ο δίσκος με τα οστά των Αγίων που είδες να έρχεται στο δωμάτιό σου, ποτέ και για κανένα λόγο δεν βγαίνει έξω από την εκκλησία. Τον βγάλαμε όμως εμείς μια φορά μόνον και το βγάλαμε τότε που πήρε φωτιά το βουνό κι εξαιτίας της, κινδύνευε να καεί και το μοναστήρι μας.

Κάναμε λιτανεία τότε γύρο από τα όρια της μονής μας, κρατώντας με πολύ σεβασμό τα Άγια λείψανα κι έτσι γλιτώσαμε τα χειρότερα. Επέτρεψε όμως ο Γέροντας μας όπως είδες, ώστε να τα βγάλουμε και για σένα έξω από την εκκλησία, γιατί κι αυτός προβληματίστηκε με την επιμονή του πυρετού σου.

Μας είπε βέβαια, ότι από τον πειρασμό προέρχεται αυτός, γι’ αυτό και παραμένει τόσες πολλές ώρες ανυποχώρητος. Θα πάω όμως στην εκκλησία τώρα, γιατί ως ιερέας που είμαι, πρέπει να πάρω μέρος στην λειτουργία της Κυριακής. Άρχισε βέβαια αυτή κι όπως καταλαβαίνεις, θα ευχόμαστε όλοι μαζί εκεί, ώστε να σου φύγει αυτός ο πυρετός και να επιστρέψεις υγιής στο σπίτι σου.

Μόλις φτάσεις όμως εκεί, καλά θα κάνεις να πας στο νοσοκομείο, για να δουν και οι γιατροί τον λόγο της επιμονής αυτού του πυρετού. Αν νιώσεις όμως καλύτερα, θα είναι καλό για σένα να έρθεις στην λειτουργία. Αν πάλι δεν μπορέσεις να το κάνεις, θα έρθω εγώ να σε δω μετά το πέρας της λειτουργίας, οπότε θα φροντίσουμε μετά και για το πως θα επιστρέψεις στο σπίτι σου.

Αυτά λοιπόν μου είπε κι όπως έπρεπε, βγήκε βιαστικά από το δωμάτιο μου, κατευθυνόμενος προς την εκκλησία. Εγώ όμως, συνέχισα να ψήνομαι όπως και πρώτα από τον πυρετό κι όπως σας είπα, όντως χτυπούσαν τα δόντια μου σαν του σκύλου. Άκουγα και πάλι κάπως αχνά τους μοναχούς να ψάλουν κι από την σειρά των ψαλμών τους, υπολόγιζα και το σημείο που βρισκόταν η λειτουργία.

Προσηλωμένος όμως καθώς ήμουν στους ψαλμούς τους, ξέχασα μπορώ να πω τον πυρετό μου, όπως και το ρίγος μου, οπότε πράγματι και δεν κατάλαβα ότι πέταξα κάποια στιγμή την μια κουβέρτα από πάνω μου, λόγω του ότι ζεσταινόμουν αρκετά εξαιτίας της. Συνειδητοποιώντας στην συνέχεια, ότι άλλαζε προς το καλύτερο η κατάστασή μου, άρχισα να πετώ σιγά, σιγά και τις υπόλοιπες κουβέρτες από πάνω μου.

Όταν πια βεβαιώθηκα ότι καθόλου δεν κρύωνα πλέων, πήρα θάρρος και ούτε λίγο, ούτε πολύ, περίμενα να δω τι θα γίνει στην συνέχεια. Αφού μάλλον ήμουν καλά ποια, σηκώθηκα από το κρεβάτι μου κι άρχισα να κάνω βόλτες, περπατώντας μέσα στο δωμάτιο μου. Ούτε και το τζάκετ που φορούσα ακόμη δεν μπορούσα να ανεχθώ, οπότε, πείστηκα τελικά ότι μάλλον ήμουν καλά, γι’ αυτό και κατέβηκα όπως ήμουν από τον πρώτο όροφο που ήταν το δωμάτιο μου και πήγα προς την εκκλησία, υπολογίζοντας ότι κάτι θα προλάβαινα από την λειτουργία της Κυριακής.

Μπήκα λοιπόν στην εκκλησία, αλλά κι όταν είδαν οι πατέρες να μπαίνω μέσα και να κατευθύνομαι προς τις εικόνες του τέμπλου προκειμένου να τις προσκυνήσω, τους είδα να παρακολουθούν με πολύ μεγάλη απορία τις κινήσεις μου. Ακόμη και τον ρυθμό των ψαλτών επηρέασε η παρουσία μου εκείνη την στιγμή, εξαιτίας της οποίας βέβαια, προκλήθηκε μια μικρή παύση. Εντός αυτής όμως, με πλησίασε γρήγορα ο πνευματικός μου, ο οποίος και με απορία ρωτούσε να μάθει τι έγινε με την περίπτωσή μου.

– Δεν ξέρω. Του είπα. Αλλά όπως διαπίστωσα, άλλαξαν όλα ξαφνικά μέσα μου κι αφού δεν κρυώνω πια, ήρθα στην εκκλησία. Δεν έκανα καλά;

– Καλά έκανες. Έλεγε αυτός. Αν δεν μπορέσεις να μείνεις όμως, μη πιέζεις τον εαυτό σου. Θα είναι καλύτερα να πας πίσω και να ξαπλώσεις, μη τυχόν και γίνεις χειρότερα.

Αφού του βεβαίωσα, ότι όντως ήμουν καλά, με πήγε στον Γέροντα τους στην συνέχεια, προκειμένου να πάρω την ευχή του. Κι όπως έκαναν το απόγευμα της Παρασκευής παρακολουθώντας το απόδειπνο μαζί τους, με έβαλαν και πάλι να καθίσω στο στασίδι που βρισκόταν δίπλα τους, αλλά και μου έλεγε κάτι που αφορούσε την Θεία κοινωνία.

– Όταν θα δεις τους πατέρες να κοινωνούν, μπορείς να κάνεις κι εσύ το ίδιο αν θέλεις. Να πλησιάσεις δε στο Άγιο δισκοπότηρο με πολύ σεβασμό και ακολουθώντας την σειρά των μοναχών, να προχωράς πίσω τους.

Αυτά μου είπε χαμηλόφωνα κι αφού ακολούθησε τους υπόλοιπους ιερείς που έβλεπα να μπαίνουν στο ιερό, μπήκε κι αυτός εκεί προκειμένου να συμμετάσχει στην Θεία λειτουργία όπως το επέβαλαν οι μοναχικοί τους κανόνες. Οι υπόλοιποι μοναχοί βέβαια, άρχισαν και πάλι να ψάλουν ανενόχλητοι, ακολουθώντας το δικό τους πρόγραμμά, οπότε, έπαψαν να ασχολούνται με την δική μου παρουσία στον χώρο του καθολικού. Κι εγώ άλλωστε, το ίδιο έκανα, αφού αφέθηκα να παρακολουθώ με αφοσίωση θα έλεγα εκείνη την πολύ διαφορετική και κατανυκτική Θεία λειτουργία.

Αν και δεν διέφερε σε τίποτε, από αυτές που εμείς παρακολουθούμε έξω και στις εκκλησίες της γειτονιάς μας, μπορώ να πω ότι, δεν ήταν δυνατόν να την συγκρίνω με καμία από όσες μέχρι τότε παρακολούθησα στην ενορία μας τουλάχιστον. Θαύμαζα λοιπόν για όσα έβλεπα να γίνονται εκεί και για όσα καταλάβαινα ότι γίνονται χωρείς να τα βλέπω, γι’ αυτό κι όταν πια ήρθε η ώρα, πήρα θέση πίσω από τον τελευταίο μοναχό προκειμένου να κοινωνήσω κι εγώ των αχράντων μυστηρίων.

Βλέποντας τους δε, να ακολουθούν με πολύ σεβασμό ο ένας πίσω από τον άλλον την σειρά τους, έκανα κι εγώ το ίδιο κι όταν βρέθηκα τελευταίος πια μπροστά στον ιερέα που έτυχε να είναι εφημέριος εκείνη την εβδομάδα, ετοιμάστηκα όπως ήξερα, να δεχθώ την Θεία κοινωνία. Σταμάτησε όμως αυτός μόλις με είδε μπροστά του κι αφού με κοίταξε καλά, καλά, έλεγε δυνατά προς όλους.

– Ποιος φέρει την ευθύνη αυτού του ανθρώπου;

Δεν ήξερα τι να απαντήσω σε κείνο τον μοναχό, για όσα ρωτούσε και κόμπιασα ψάχνοντας μέσα μου να βρω, ποιος άραγε θα μπορούσε να ευθύνεται για μένα, εκτός από μένα. Μέχρι να βρω όμως εγώ, τι να του πω για το ερώτημά του, το επανέλαβε αυτός για δεύτερη φορά.

– Ποιος φέρει την ευθύνη αυτού του ανθρώπου;

Όλα τα περίμενα, έλεγα μέσα μου εκείνη την στιγμή, αλλά όχι κι αυτό. Μην αντέχοντας εκείνο το ερώτημα που για πρώτη μου φορά το άκουγα και συνηθισμένος να ευθύνομαι εγώ και μόνον εγώ κι από μικρό παιδί μάλιστα για τις ενέργειες του εαυτού μου, ευθαρσώς του έλεγα κι εγώ τα παρακάτω.

– Ποιος άλλος εκτός από μένα, θα μπορούσε να ευθύνεται για μένα; Εγώ λοιπόν ευθύνομαι για μένα και κανείς άλλος.

Αυτός όμως σημασία δεν έδινε σε όσα άκουγε να του λέω, οπότε επέμενε στο σκεπτικό του, αλλά και πολύ απότομα με πέταξε κάτι, που αυτό ιδικά με έκανε να αισθανθώ πράγματι πολύ άβολα.

– Εσύ. Δεν μπορείς να ευθύνεσαι για τίποτε.

Πολύ με πείραξαν αυτά που άκουγα από τον ιερέα μοναχό κι αμέσως σχεδόν ήρθαν στον νου μου, όλα όσα αντιμετώπισα με υπευθυνότητα εγώ στην μέχρι τότε ζωή μου και μάλιστα χωρείς κανένα, μα κανένα λάθος. Πώς λοιπόν τολμούσε αυτός να μου λέει, ότι δεν μπορούσα να ευθύνομαι εγώ για τίποτε και τόσο προκλητικά μάλιστα, έψαχνε να βρει κάποιον άλλον ανάμεσά τους που να ευθύνεται για μένα; Όσο κι αν επέμενε όμως να ψάχνει αυτός, αυτόν που έπρεπε να ευθύνεται για εμένα, κανένας δεν απαντούσε. Αλλά και ποιος θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο άλλωστε;

Αυτά σκεφτόμουν εκείνη την στιγμή, γι’ αυτό και χαμογελαστός πια κι εγώ κοιτούσα προς τους πατέρες, μήπως και δω ανάμεσά τους αυτόν που θα έπρεπε να ευθύνεται για εμένα, σύμφωνα με την άποψη εκείνου του ιερέα. Αλλά και οι μοναχοί όπως έβλεπα περίμεναν να δουν, τι θα τους προέκυπτε τελικά, μετά από το ερώτημα που στα ξαφνικά τους έθετε. Βλέποντας όμως κι αυτός την αδράνεια των υπολοίπων, αφού μόνον οι μοναχοί κι εγώ ήμασταν στην εκκλησία, έλεγε σ’ εμένα αυστηρά, αλλά και με πολύ σοβαρό ύφος.

– Δυστυχώς, δεν μπορώ να σε κοινωνήσω. Όπως βλέπεις, κανείς δεν φέρει την ευθύνη σου.

Τα έχασα με την επιμονή του και πράγματι δεν ήξερα πώς να αντιδράσω, δεδομένου ότι, όταν κοινωνούμε εμείς στην ενορία μας τουλάχιστον, κανείς δεν μας κάνει τέτοιες ερωτήσεις. Το γιατί εκείνος ο ιερέας μοναχός μου έθετε τέτοια ερωτήματα, πράγματι δεν μπορούσα να το καταλάβω. Επειδή όμως επικεντρώθηκε στην ευθύνη που έπρεπε να έχει κάποιος αντί για μένα, προκειμένου να κοινωνήσω εγώ των αχράντων μυστηρίων, περίμενα υπομονετικά κι εγώ να δω όπως καταλαβαίνετε, ποιος τελικά θα απαντούσε, αλλά κι απορούσα για τον λόγο που αυτό ήταν επιβεβλημένο. Μαζί μ’ εμένα όμως, περίμενε κι αυτός κάποια κίνηση όπως αποδείχτηκε, γι’ αυτό και τρίτη φορά το φώναξε και μάλιστα ποιο δυνατά.

– Ποιος φέρει την ευθύνη αυτού του ανθρώπου;

Μετά από μια μικρή καθυστέρηση όμως, άκουσα τον πνευματικό μου να απαντά, τον οποίο είδα και να βγαίνει από την δεξιά πύλη του ιερού καθώς του απαντούσε με στόμφο τα παρακάτω.

– Εγώ φέρω την ευθύνη αυτού του ανθρώπου.

Ακούγοντας την απάντησή του πνευματικού μου, έλεγε ξανά σ’ εμένα, ικανοποιημένος πια εκείνος ο ιερέας.

– Αυτός φέρει την δική σου ευθύνη όπως άκουσες. Ούτε εσύ λοιπόν, αλλά ούτε και κανείς άλλος μπορεί να κάνει το ίδιο. Έλα τώρα να σε κοινωνήσω.

Μόλις εντόπισε δηλαδή αυτός, ποιός τελικά ευθυνόταν για μένα, τότε και μόνον τότε με κοινώνησε, ενώ εγώ χαιρόμουν τριπλά όπως είναι εύκολο να καταλάβετε. Μια γιατί κοινώνησα κάτω από αυτές τις συνθήκες. Μια γιατί, αυτός που ήθελα, ή μου έτυχε ως πνευματικός, ήταν αυτός που έπρεπε να ευθύνεται για μένα. Και μια γιατί, εφόσον έπρεπε να ευθύνεται κάποιος για μένα, εγώ ήμουν τυχερός ως προς αυτό, αφού τον βρήκα και μάλιστα με τον τρόπο που σας ανέφερα.

Αναγκάστηκε βέβαια να το ομολογήσει, όπως και να το υποστηρίξει άλλωστε, αλλά κι εξ αυτής της ομολογίας, εγώ δεν θα μπορούσα πλέον για κανένα λόγο να αμφιβάλω, για το πόσο χρήσιμη και απαραίτητη είναι η συμβολή του πνευματικού μας σ’ αυτήν, όπως και στην άλλη ζωή που μας περιμένει, αν βέβαια έχουμε πνευματικό ικανό να ευθύνεται για μας.

Και για έναν τέταρτο λόγο ήμουν χαρούμενος, διότι, εξαιτίας της τυπικότητας εκεί του ιερέως, άκουσα κι έμαθα τόσα πράγματα, που πουθενά αλλού δεν θα μπορούσα να μάθω. Και τα έμαθα μάλιστα κατά την πρώτη μου επίσκεψη στο Άγιο Όρος και με τόσο συνοπτικές διαδικασίες.

Ωστόσο όμως, τελείωσε η λειτουργία κι όταν τελείωσε αυτή, έπρεπε να πάμε στην τράπεζα για φαγητό σύμφωνα με το τυπικό τους, η οποία βέβαια, ήταν δίπλα από την εκκλησία, αλλά κι ετοιμόρροπη τότε όπως σας είπα. Αρχίσαμε δε το φαγητό μας με την άφιξη του Γέροντα τους στον χώρο, αλλά και πριν ακόμη τελειώσει αυτή η διαδικασία, ήρθε να μου πει ο πνευματικός μου, ότι έπρεπε να φύγω αμέσως, γιατί το καΐκι που με πήγε εκεί την Παρασκευή, θα περνούσε σε λίγο να με πάρει για το λιμάνι της Δάφνης, από όπου και θα έπαιρνα το καράβι της επιστροφής μου για την Ουρανούπολη.

Πριν φύγω όμως μέσα από την τράπεζα, πήγα να πάρω την ευχή του Γέροντα όπως συνηθίζετε, ο οποίος και με κράτησε εκεί, λέγοντας στον πνευματικό μου να μεριμνήσει, ώστε να με πάνε με την δική τους βάρκα μέχρι την Δάφνη και μάλιστα λίγο πριν ξεκινήσει το καράβι για την Ουρανούπολη. Δεν ήθελε να κρυώσω περισσότερο, όπως τον άκουσα να του λέει, περιμένοντας στην Δάφνη δυόμιση ώρες την αναχώρηση μου, διακινδυνεύοντας την ήδη βεβαρημένη η υγεία μου. Εγώ βέβαια τους έλεγα ότι ήμουν καλά κι ότι δεν μου έμεινε παρά μόνον ένα μικρό τρέμουλο από όσα τράβηξα εξαιτίας του πυρετού κι ότι θα τα κατάφερνα να φτάσω ασφαλής στο σπίτι μου, αλλά δεν με άκουγαν.

– Πήγαινε να φας το υπόλοιπο του φαγητού σου. Μου έλεγε ο Γέροντας. Και μετά να ξαπλώσεις. Στις έντεκα και μισή όμως, να είσαι κάτω στην παραλία, γιατί τότε θα αναχωρήσει η δική μας βάρκα για την Δάφνη.

Υπακούοντας στην επιθυμία του λοιπόν, έκανα ότι μου είπε κι όταν πια βρέθηκα στην παραλία και στην ώρα μου, τον βρήκα να είναι ήδη εκεί και μάλιστα περιστοιχιζόμενος από μερικούς νεοφερμένους επισκέπτες. Όπως τους άκουσα δε να του λένε αυτοί, ήρθαν εκεί από κάπου αλλού, προκειμένου να πάρουν την ευχή του.

Ανάμεσα σ’ εκείνους τους προσκυνητές όμως, ήταν και δύο νεαροί από τις Σέρρες όπως τους άκουσα να λένε, τους οποίους κι αγγάρεψε ο Γέροντας, ώστε να με συνοδεύσουν μέχρι την Θεσσαλονίκη επιστρέφοντας στον τόπο τους, για να είναι σίγουρος αυτός, ότι εγώ επέστρεψα ασφαλής στο δικό μου σπίτι.

Μπαίνοντας στην βάρκα τους στην συνέχεια, χαιρέτισα τον Γέροντα και τον πνευματικό μου κι αφού τους ευχαρίστησα για όσα έκαναν για μένα, κάθισα δίπλα από κείνους τους νεαρούς επισκέπτες και όλοι μαζί φτάσαμε στην Δάφνη κι όπως μας είπαν, λίγο πριν το καράβι αναχωρήσει για την Ουρανούπολη.

Εκείνο το ψιλό ρίγος που μου έμεινε, είναι αλήθεια ότι με ακολουθούσε σε όλη την διαδρομή με το καράβι και συνέχισε να μου θυμίζει την ύπαρξη του κι όταν ακόμη έφτασα στην Ουρανούπολη και μπήκα στο αυτοκίνητο μου. Δικαιολόγησα μέσα μου, την ανησυχία που είχε ο Γέροντας για την υγεία μου, αλλά ζήτησα από τους νεαρούς να πάνε στον προορισμό τους χωρείς να τους απασχολεί, τι θα κάνω εγώ.

Πιστοί όμως αυτοί στην εντολή του Γέροντα, με συνόδευσαν μέχρι και τα χωριά της Αρναίας. Όταν φτάσαμε εκεί, τους παρακάλεσα να φύγουν προς τον προορισμό τους, αφού όπως και τους βεβαίωνα, ήμουν εντελώς καλά.

Υπάκουσαν τελικά αυτοί κι αφού τους άφησα ελεύθερους, έφτασα μετά από μια ώρα περίπου πια στο σπίτι μου κι αφού ξεκουράστηκα εκεί επαρκώς, την άλλη μέρα πήγα κανονικά στην δουλειά μου χωρείς κανένα σημάδι από την ταλαιπωρία του πυρετού που πέρασα.

Στο γραφείο μου ευρισκόμενος όμως, εκ των πραγμάτων υποχρεώθηκα να ενημερώσω τους συναδέλφους μου για το αποτέλεσμα της επίσκεψής μου στο Άγιο όρος κι εφόσον όλοι τους ήθελαν να μάθουν, τι ακριβώς είδα να συμβαίνει εκεί, με κάθε λεπτομέρεια τους εξιστόρησα κι εγώ, τόσο τα της περιπέτειας μου με τον πυρετό, όσο και τα της φροντίδας που έτυχα από τον Γέροντα, αλλά κι από τους υπόλοιπους μοναχούς της μονής Γρηγορίου.

Και στο ευρύτερο περιβάλλον μου άλλωστε, την ίδια ενημέρωση έκανα τις επόμενες ημέρες κι όχι μόνον αυτά που έζησα εκεί τους ανάφερα, αλλά κι αυτά που διδάχτηκα από τους μοναχούς τους μετέφερα. Ο καθένας από αυτούς βέβαια, όπως ήθελε, αλλά κι όπως νόμιζε τα αντιμετώπισε. Ανάλογα δηλαδή με την διάθεσή του και ανάλογα με την τοποθέτηση που έβαζε τον εαυτό του να σταθεί απέναντι στα θέματα της πίστης μας. Ωστόσο όμως, όλοι τους έκαναν τα σχόλιά τους και όλοι τους τοποθετήθηκαν έτσι κι όπως ακριβώς ταίριαζε σ’ αυτούς και στις επιθυμίες τους.

Δεν είναι δυνατόν όμως, να συμπεριλάβω εδώ όλων αυτών τις αντιδράσεις, γι’ αυτό και θα σας αναφέρω μόνον, τι έκανα μ’ εκείνους τους τέσσερις συνοδοιπόρους μου, αυτούς δηλαδή που διακαώς περίμεναν να ακούσουν από πρώτο χέρι, αυτά που εγώ είδα κι άκουσα εκεί, όπως και ποια ήταν η γνώμη που εγώ αποκόμισα από κείνη την ολιγοήμερη συναναστροφή μου με τους μοναχούς.

Συναντηθήκαμε λοιπόν γι’ αυτόν τον σκοπό στο ατελιέ του φωτογράφου φίλου μου ένα απόγευμα κι όπως ήταν αναμενόμενο, σιωπηλοί όλοι τους περίμεναν να ακούσουν αυτά που είχα να τους αναφέρω. Και ήταν όντως σιωπηλοί αυτοί, αφού κανείς από αυτούς δεν ήξερε, τι πρώτα από όλα να με ρωτήσει, οπότε, αφέθηκαν στο να ακούν, αυτά που εγώ είχα να τους διηγηθώ.

Όπως ήταν απαραίτητο όμως κι αυτό για την μεταξύ μας σχέση και σ’ αυτούς μετέφερα λεπτομερώς και με πολύ προσοχή μάλιστα τα πάντα, έτσι ώστε με την ησυχία τους, αλλά κι ανεπηρέαστα να βρουν μέσα στα αναφερόμενά μου, το στήριγμα που κι αυτοί χρειαζόταν, προκειμένου να προχωρήσουν στον κοινό μας σκοπό, ο οποίος δεν ήταν άλλος, από το να ενταχθούμε με ασφάλεια για μας, στα δεδομένα της ορθόδοξης πίστης μας.

Επειδή πράγματι δεν ξέραμε πως να κάνουμε αυτήν την ένταξη από μόνοι μας, αναζητήσαμε την συμμετοχή πνευματικού στον σκοπό μας, όπως σας ανάφερα στα προηγούμενα, προκειμένου να μας κατευθύνει αυτός με ασφάλεια, αφού κινδυνεύαμε από πολλές λανθασμένες, αυθαίρετες, όπως και πολύ πιθανόν, επικίνδυνες για μας κινήσεις.

Αφού τον βρήκαμε όμως, ή μας παραχωρήθηκε αν θέλετε, ήταν λογικό πια κι ότι θα καταλήγαμε κάποια στιγμή, να ανήκουμε κι εμείς στην Μονή που αυτός ανήκε κι ότι θα ήμασταν κι εμείς κάτω από την επίβλεψη του δικού του Γέροντα. Η επίσκεψη μου λοιπόν, τόσο για μένα προσωπικά, όσο και για τους συνοδοιπόρους μου, δεν ήταν τίποτε άλλο, παρά η αφορμή που χρειαζόμασταν, προκειμένου να ενσωματωθούμε σύντομα, ασφαλώς και με κάθε προσοχή, στο περιβάλλον του πνευματικού μας.

Κι αφού αυτό έπρεπε να γίνει, λογικά επιχείρησα να τους αναφέρω λεπτομερώς τα σχετικά με την επίσκεψή μου, ώστε κι αυτοί όπως κι εγώ να εμπιστευτούν τον πνευματικό μας, τον Γέροντα του, όπως και τα υπόλοιπα μάλη της αδελφότητάς τους. Έπρεπε δηλαδή, να αποκτήσουμε και αυτοί άδολη και ειλικρινή σχέση με τον πνευματικό μας, αφού όπως αποδείχτηκε, αυτός και μόνον αυτός θα ήταν βοηθός και οδηγός στον προορισμό μας και προπαντός υπεύθυνος, γι’ αυτήν την ζωή, όπως και για την μετέπειτα, αν βέβαια του ήμασταν ειλικρινείς.

Αφού λοιπόν τους ανάφερα τα πάντα, τους ανακοίνωσα κι αυτά που εγώ κρατούσα στο μυαλό μου για τους μοναχούς και την συμπεριφορά τους κι αυτά τους έλεγα εν κατακλείδι.

– Δεν ξέρω βρε παιδιά, πού πηγαίνουν και τι ψάχνουν όλοι αυτοί που επισκέπτονταν τους Μοναχούς στο Άγιο όρος. Εγώ τουλάχιστον, τίποτε από όσα λέγονται και διαδίδονται εις βάρος τους δεν είδα εκεί. Εκείνο που έχω να σας βεβαιώσω όμως, είναι ότι πήγα σε μια καλά οργανωμένη Μονή, όπου οι μοναχοί δεν κλείστηκαν εκεί γιατί είναι απογοητευμένοι από την ζωή τους, όπως μας έλεγαν όλοι αυτοί που δήθεν τα ξέρουν όλα.

Εξετάζοντας τους λόγους, που βρίσκονται όλοι αυτοί απομονωμένοι από τον δικό μας κόσμο, πείστηκα ότι είναι ενσυνείδητα εκεί κι ότι ξέρουν, όχι μόνον για ποιο λόγο είναι, αλλά και τι πρέπει να κάνουν, για να είναι συνυφασμένοι με το όλο θέμα της ορθόδοξης πίστης μας και τίποτε από αυτά δεν γίνεται στην τύχη, ή όπως, όπως. Τα έχουν δε όχι τετρακόσια όπως εμείς λέμε για τα μυαλά μας, αλλά οκτακόσια και μάλιστα ακλόνητα, γιατί ξέρουν ποιος είναι ο σκοπός της ζωής τους και ποιος είναι ο λόγος της παραμονής τους στον χώρο που ζουν και υπάρχουν.

Είναι δε λογικά λογικοί και τίποτε δεν γίνεται μέσα στην Μονή που να μην το γνωρίζει ο Γέροντας τους. Όχι για να αστυνομεύει αυτός την ζωή τους μέσα στον χώρο που ζουν και υπάρχουν, αλλά για να εξασφαλίσει με την σοφία του και την αγάπη του, τον πραγματικό λόγο που πρέπει και θέλουν να έχουν οι μοναχοί, για το κάθε τι που σκέφτονται να κάνουν.

Ακόμη και το παραμικρό επηρεάζει την πορεία τους στην διεκδίκηση της μέλλουσας και μόνης αληθινής ζωής, γι’ αυτό και λογικά χρειάζονται τις σοφές συμβουλές του Γέροντα τους. Εγώ πάντως, ότι έψαχνα να βρω, το βρήκα στην Μονή Γρηγορίου. Αφού λοιπόν το βρήκα εκεί ασφαλώς, δεν έχω πλέον κανένα λόγο που να με αναγκάζει να ψάχνω να βρω κάτι άλλο και μάλιστα κάπου αλλού. Όταν θα έρθει η ώρα να πάτε κι εσείς εκεί. Κι όταν πάτε, σίγουρα θα δικαιολογήσετε αυτά που σας λέω τώρα.

Άκουσαν οι συνοδοιπόροι μου αυτά που τους είπα, χάρηκαν που εγώ ήμουν τόσο στέρεος σε όσα τους μεταβίβασα κι εφόσον δεν είχαν αντίρρηση, υποσχέθηκαν στον εαυτό τους να επισκεφτούν την Μονή μας πλέον το συντομότερο δυνατόν, πράγμα βέβαια που έκαναν λίγο αργότερα και από τότε και μέχρι σήμερα, είναι εδραιωμένοι στις θέσεις τους και προπαντός, ειλικρινείς με τον πνευματικό τους.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *