Ευλογημένη ταλαιπωρία

  Τον μπάρμπα Χαράλαμπο λοιπόν έψαχνα εκείνο το πρωινό και συνέχισα να κάνω το ίδιο πάνω από μια ώρα, ακόμη και μετά από την συνάντηση που είχα με την κόρη του την Ευδοξία. Παρόλα αυτά όμως, πουθενά δεν κατάφερα να τον συναντήσω.

Και τις επόμενες μέρες που επισταμένως προσπαθούσα να τον συναντήσω σε κάποιο από τα καταστήματα της αγοράς μας έστω, τίποτε δεν κατάφερα. Πουθενά δηλαδή δεν τον έβρισκα.

Την απουσία του μελετώντας πια, αφού για αρκετές μέρες ήταν εξαφανισμένος, υποχρεώθηκα να πω τελικά στον εαυτό μου, όπως και στους καταστηματάρχες Για περισσότερα πατήστε εδώ

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Ο αγρότης και τα σκυλιά

   Μετά από την μικρή στιχομυθία που είχα με τον βοσκό όμως και λίγο παραπέρα πηγαίνοντας καβάλα στην γουρούνα μου και πάντα με κατεύθυνση προς το βουνό, έναν αγρότη έβλεπα να έρχεται με το φορτηγάκι του από την απέναντι πλευρά του στενού χωματόδρομου κι επειδή δεν χωρούσαμε και οι δυο εκεί, έκανα λίγο παράμερα εγώ, ώστε να περάσει κι αυτός ποιο εύκολα.

Στάθηκε όμως ο άνθρωπος δίπλα μου κι αφού με καλημέρισε πρώτα, μου έλεγε κι αυτός κάτι παρόμοιο με τον βοσκό. Σε χαίρομαι βρε Μιχάλη πάνω σ’ αυτήν την γουρούνα και δεν σου κρύβω ότι κι εγώ σκέφτομαι να πάρω μία, γιατί Για περισσότερα πατήστε εδώ

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Ο βοσκός και τα ζα του

   Την Ευδοξία συμβουλεύοντας λοιπόν, με πολύ σοβαρό ύφος της έλεγα κάτι ακόμη στην συνέχεια, με την ελπίδα πάντα να προβληματιστεί ει δυνατόν. Αν ήμουν εγώ δικαστής πάντως στην υπόθεσή σου Ευδοξία, αυτό θα σου έλεγα καθισμένος στην έδρα μου.

Καλά κάνεις και ζητάς διαζύγιο. Για να το πάρεις όμως, πρέπει να μας αναφέρεις λόγους που να δικαιολογούν την έκδοσή του. Αν δεν έχεις να αναφέρεις έστω κι έναν Για περισσότερα πατήστε εδώ

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε

Η Ευδοξία και η κατάθλιψη

   Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που άφησα σκεφτικό τον μπάρμπα Χαράλαμπο έξω από την πόρτα της αυλής του, μετά από όσα είδε κι άκουσε βέβαια εκείνη την ημέρα να κάνουν κλέφτες και κλεπταποδόχοι μαζί κι όπως πάλι με έσπρωχναν οι υποχρεώσεις μου, στην αγορά της πόλης μας βρισκόμουν ένα πρωινό και την λίστα μου ακολουθούσα όπως πάντα, όταν είδα την Ευδοξία να περνά από μπροστά μου. Την κόρη του μπάρμπα Χαράλαμπου δηλαδή.

Έτσι όπως την είδα όμως, πολύ ανησύχησα, γιατί με κοίταξε μεν, αλλά και δεν με είδε όπως λέμε. Βάδιζε δε έτσι στο πεζοδρόμιο, Συνέχεια

Δημοσιεύθηκε στη Χωρίς κατηγορία | Σχολιάστε