Μετά από την μικρή στιχομυθία που είχα με τον βοσκό όμως και λίγο παραπέρα πηγαίνοντας καβάλα στην γουρούνα μου και πάντα με κατεύθυνση προς το βουνό, έναν αγρότη έβλεπα να έρχεται με το φορτηγάκι του από την απέναντι πλευρά του στενού χωματόδρομου κι επειδή δεν χωρούσαμε και οι δυο εκεί, έκανα λίγο παράμερα εγώ, ώστε να περάσει κι αυτός ποιο εύκολα.
Στάθηκε όμως ο άνθρωπος δίπλα μου κι αφού με καλημέρισε πρώτα, μου έλεγε κι αυτός κάτι παρόμοιο με τον βοσκό. Σε χαίρομαι βρε Μιχάλη πάνω σ’ αυτήν την γουρούνα και δεν σου κρύβω ότι κι εγώ σκέφτομαι να πάρω μία, γιατί Για περισσότερα πατήστε εδώ
Την Ευδοξία συμβουλεύοντας λοιπόν, με πολύ σοβαρό ύφος της έλεγα κάτι ακόμη στην συνέχεια, με την ελπίδα πάντα να προβληματιστεί ει δυνατόν. Αν ήμουν εγώ δικαστής πάντως στην υπόθεσή σου Ευδοξία, αυτό θα σου έλεγα καθισμένος στην έδρα μου.
Πέρασε αρκετός καιρός από τότε που άφησα σκεφτικό τον μπάρμπα Χαράλαμπο έξω από την πόρτα της αυλής του, μετά από όσα είδε κι άκουσε βέβαια εκείνη την ημέρα να κάνουν κλέφτες και κλεπταποδόχοι μαζί κι όπως πάλι με έσπρωχναν οι υποχρεώσεις μου, στην αγορά της πόλης μας βρισκόμουν ένα πρωινό και την λίστα μου ακολουθούσα όπως πάντα, όταν είδα την Ευδοξία να περνά από μπροστά μου. Την κόρη του μπάρμπα Χαράλαμπου δηλαδή.
Κι ο στρατός μπάρμπα Χαράλαμπε, με την ίδια λογική υπάρχει. Ότι διατάζουν οι ανώτεροι γίνεται, τους οποίους διατάζουν οι πάνω και οι πίσω από αυτούς. Αυτοί και πάλι διαλέγουν ποιους θα βάλουν σε θέσεις που να διατάζουν επακριβώς στους κατωτέρους τους, τι να κάνουν σε κάθε περίπτωση, έστω κι αν αυτά είναι προδοτικά για το κράτος που υποτίθεται ότι υπηρετούν.