Τίποτε βέβαια δεν έγινε με τον αντιδήμαρχο, αν κι εγώ ποτέ μου δεν πίστεψα ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι, γι’ αυτό και δεν διέθεσα έναν ολόκληρο χρόνο από την ζωή μου, τρέχοντας μόνον πίσω από ένα ψεύτη άνθρωπο. Όπου κι αν πήγα όμως, όποια πόρτα κι αν χτύπησα εν τω μεταξύ, κανείς δεν ήταν σε θέση να μου δώσει μια δουλειά.
Είχα λίγα χρήματα στην τράπεζα από την αποζημίωσή μου και με αυτά την έβγαζα αξιοπρεπώς θα έλεγα μετά από την απόλυσή μου. Ανησυχούσα όμως πολύ, σκεπτόμενος την δυσκολία που θα είχα το επόμενο διάστημα, αν για κάποιο λόγο συνεχιζόταν δηλαδή εκείνη η άσχημη κατάσταση και πουθενά δεν εύρισκα δουλειά.
Και με το δίκαιό μου εδώ που τα λέμε ανησυχούσα, αφού χωρείς σταθερό εισόδημα, δεν θα μπορούσα να αντέξω οικονομικά για πολύ καιρό ακόμη. Άλλωστε, πέντε άνθρωποι ήμασταν στο σπίτι και οι ανάγκες μας ήταν πολλές. Αυτούς κι εμένα σκεπτόμενος λοιπόν, όλη την ημέρα, μέσα κι έξω από την πόλη γύριζα αναζητώντας κάπου δουλειά, αλλά και άδικος κόπος.
Επισκεπτόμουν δε γι’ αυτό τον σκοπό, όσους γνώριζα και δεν γνώριζα στην πόλη μας και ιδιαίτερα αυτούς που βοήθησα κάποια στιγμή να ξεπεράσουν τις δικές τους επαγγελματικές δυσκολίες, αλά κανείς δεν είχε να μου προσφέρει και την παραμικρή έστω δουλειά, ώστε να αντεπεξέλθω κι εγώ των δικών μου υποχρεώσεων.
Στο ίδιο χρονικό διάστημα και για να μην αισθάνεται ανασφάλεια η γυναίκα μου όταν έλειπα για αρκετές ώρες από το σπίτι, δεδομένου ότι αυτή δεν μπορούσε ακόμη να ελέγξει την κατάσταση της όπως σας το ανέφερα στα προηγούμενα, αγόρασα τότε και για πρώτη μου φορά ένα κινητό τηλέφωνο.
Έδωσα τον αριθμό του τηλεφώνου στην γυναίκα μου κι έτσι μπορούσε να με βρίσκει αυτή όποτε ήθελε, ή όποτε το είχε ανάγκη. Μαζί με αυτήν όμως, έμαθαν τον αριθμό του τηλεφώνου μου και όλοι όσοι είχαν συναναστροφή μαζί μου. Ανάμεσα σ’ αυτούς μάλιστα ήταν κι ένας πρώην πελάτης μου.
Ήταν εργοστασιάρχης αυτός κι από αυτούς μάλιστα που πολύ βοηθήθηκε από τις τεχνικές συμβουλές μου και πολλά κέρδη απεκόμισε, όταν του υπέδειξα να δεχθεί άλλη λύση, από αυτήν που είχε στην δουλειά του κι έχανε χρήματα αντί να κερδίζει.
Αυτόν λοιπόν, τον συνάντησα τυχαία μια μέρα στον δρόμο και πολύ στεναχωρήθηκε για εμένα, όταν άκουσε να του εξιστορώ εν ολίγοις, όλα όσα μου συνέβησαν τα δύο τελευταία χρόνια. Αφού στενοχωρήθηκε λοιπόν αυτός από όσα άκουσε να του λέω, ζήτησε το τηλέφωνο μου στην συνέχεια και προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει, ώστε να μπει επιτέλους ένα τέλος στα προβλήματά μου.
Αφού πέρασαν μερικές εβδομάδες από τότε, με κάλεσε αυτός όπως μου το υποσχέθηκε στο εργοστάσιο του κι όπως το έλπιζα, μου πρότεινε συνεργασία. Σε ξέρω αρκετά χρόνια μου έλεγε κι αυτό μου επιτρέπει να σου ζητήσω κάτι ιδιαίτερο. Θέλω να αναλάβεις την διεύθυνση του ενός από τα δύο καταστήματα, της λιανικής πώλησης που διαθέτω στην πόλη μας. Μαζί με αυτό, θέλω να αναλάβεις και τον έλεγχο της αποθήκης μου, αυτήν δηλαδή που δεν έχω χρόνο να ελέγξω κι εκ των πραγμάτων, δεν γνωρίζω τι εμπόρευμα έχω στον χώρο της.
Θέλω δε αναλάβεις την παραγωγή του εργοστασίου που χωλαίνει, αφού δεν μπορώ να βρίσκομαι συχνά εκεί, όπως και την είσπραξη των οφειλών από τους πελάτες της χοντρικής που διαθέτω σε όλη την χώρα, δεδομένου ότι δεν με περισσεύει καθόλου χρόνος γι’ αυτό το σκοπό και σε ποιον άλλον θα μπορούσα να εμπιστευτώ αυτόν τον ρόλο;
Αυτή ιδικά η αδυναμία, με προκαλεί πολύ μεγάλο πονοκέφαλο, γιατί οι πελάτες καθυστερούν να εξοφλήσουν τα χρέη τους και χωρείς ρευστό στα χέρια μου, κάνω εισαγωγές με πίστωση και με πίστωση δεν ελέγχω της τιμές των εισαγωγών μου όπως γνωρίζεις.
Εκτός αυτού, θέλω να ταξιδεύεις στο εξωτερικό και να κάνεις αντί για εμένα και τις διαπραγματεύσεις εισαγωγής, όταν εγώ δεν θα μπορώ, ή όταν εγώ βρίσκομαι σε άλλη χώρα για τους ίδιους λόγους. Τι λες; Δέχεσαι να είσαι μαζί μου τον υπόλοιπο χρόνο της καριέρα σου;
Ακούγοντας λοιπόν να μου ζητά τόσα πολλά, αλλά και τόσες άκρως εμπιστευτικές υπηρεσίες, είναι αλήθεια ότι τα έχασα, γι’ αυτό και αυθόρμητα πλέον του έλεγα τα παρακάτω. Εν ολίγοις Γιάννη, μου ζητάς να γίνω ένας άλλος εαυτό σου κι αυτός μάλιστα να είναι καλλίτερος από εσένα, γιατί αν κατάλαβα καλά, θέλεις να προλαβαίνω αυτά που δεν μπορείς να προλάβεις εσύ.
Ναι. Απαντούσε αυτός αυθόρμητα. Ακούγοντας εκείνο το ξερό ναι, πάλι του έλεγα. Καλά βρε Γιάννη. Μπορώ να κάνω εγώ, όλα αυτά που μου ζητάς; Άκουσε το ερώτημά μου ο Γιάννης κι όπως το συνήθιζε, ευθέως απαντούσε. Αν δεν μπορούσες να τα κάνεις, θα σου τα ζητούσα άραγε;
Είχε δίκαιο βέβαια για όσα έλεγε, γιατί του έκανα πολλά παρόμοια στο παρελθόν όταν τον είχα πελάτη μου. Μου κακοφάνηκε όμως που έκανε το κορόιδο, γι’ αυτό και πάλι του έλεγα. Αν βάλεις μια αγγελία σήμερα στην εφημερίδα και ζητήσεις μέσω αυτής να ανταποκριθούν ενδιαφερόμενοι, πόσοι νομίζεις ότι θα έρθουν να ικανοποιήσουν αυτά που από εμένα ζητάς να σου κάνω;
Και πάλι επιμένων αυτός, έλεγε τα δικά του. Δεν ξέρω αν έρθει κάποιος ή όχι. Ίσως να μην παρουσιαστεί και κανένας. Εγώ όμως θέλω εσένα μαζί μου και περιμένω να μου απαντήσεις.
Πολλά μου ζητούσε αυτός να του κάνω κι όντως ήταν πρόκληση για μένα. Σκεφτόμουν όμως την γυναίκα μου, η οποία δεν μπορούσε ακόμη να αντιμετωπίσει την ζωή της μόνη της κι αν εγώ έλειπα συνεχώς από κοντά της όπως αυτός μου το ζητούσε, τότε θα έβαζα σε μεγάλο κίνδυνο την πρόοδο της, γι’ αυτό κι αργούσα να του απαντήσω.
Χωρείς δουλειά όμως όπως το σκεφτόμουν εκείνη την στιγμή, δεν θα είχα χρήματα και χωρείς χρήματα στην τσέπη, αφενός μεν θα μας τελείωναν τα πενιχρά οικονομικά μας αποθέματα, αφετέρου δε, θα είχαμε περισσότερα προβλήματα από αυτά που φοβόμουν, μην πληγεί η διανοητική ανάπτυξη της γυναίκα μου, γι’ αυτό και χωρείς πολλές περιστροφές, δέχτηκα την δουλειά που μου προσέφερε.
Ευχαριστημένος αυτός από την απάντησή μου, μόνον ένα ξερό ωραία μου είπε και περιόρισε την κουβέντα του εκεί, χωρείς να πει λέξη για το επίμαχο οικονομικό. Ναι βρε Γιάννη του έλεγα εγώ γεμάτος περιέργεια. Καλά είναι όλα αυτά, αλλά για τα χρήματα που πρέπει να μου δίνεις, δεν πρέπει να πεις κάτι;
Ήρεμος αυτός, έλεγε πολύ απλά. Αυτό, τί χρειάζεται να το συζητήσουμε; Θα παίρνεις όσα λέει η συλλογική σύμβαση. Κόπηκαν τα πόδια μου όταν το άκουσα και με το δίκαιό μου άλλωστε, πάλι τον ρωτούσα να μου πει και μάλιστα με κάποιο παράπονο στην φωνή μου για την απονιά του.
Τι είναι αυτά που μου λες βρε Γιάννη; Η σύμβαση επιτρέπει στον εργοδότη να δίνει εκατόν είκοσι χιλιάρικα στους νεοπροσλαμβανόμενους, αυτά θέλεις να μου δώσεις για όλα όσα μου ζητάς να σου κάνω;
Δεν είναι και λίγα έλεγε αυτός ασύστολα. Άλλωστε, δεν έχεις δουλειά. Αν πάρεις αυτά τα χρήματα όμως, θα μπορέσεις να ξεπεράσεις εσύ τα δικά σου προβλήματα και εγώ θα κάνω την δουλειά μου με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Γιατί λοιπόν σε στεναχωρεί αυτό;
Μα, αν βάλεις αγγελία στην εφημερίδα βρε Γιάννη και ζητήσεις μέσω αυτής να προσλάβεις κάποιον, προκειμένου να σου κάνει όσα ζητάς από εμένα κι αν γι’ αυτές τις υπηρεσίες του προσφέρεις δύο εκατομμύρια τον μήνα μισθό, πιστεύεις ότι θα πάρεις απάντηση από κανένα ενδιαφερόμενο;
Κατάλαβε το ερώτημά μου ο Γιάννης, αλλά και πάλι έλεγε τα δικά του. Όχι βέβαια. Δεν είναι πολλοί αυτοί που μπορούν να κάνουν αυτά που σου ζητώ. Σου το είπα άλλωστε αυτό.
Μετρώντας το σκεπτικό του εκείνη την στιγμή, όπως και την απονιά του άλλωστε, πάλι του έλεγα αλλά με πίκρα τα παρακάτω, αναφερόμενος βέβαια στην δική μου συμπεριφορά, όταν εγώ τον βρήκα προ ετών στον δρόμο μου εξίσου προβληματισμένο.
Μπράβο ρε Γιάννη. Όταν εγώ σε βρήκα προβληματισμένο, τότε που εσύ ετοιμαζόσουν να κλείσεις την επιχείρησή σου, αυτήν δηλαδή που για χρόνια πάλευες να την κρατήσεις ζωντανή, εγώ δεν αδιαφόρησα για τον πόνο σου. Έσκυψα πάνω από τα προβλήματά σου και σε βοήθησα με τον τρόπο μου, ώστε όχι μόνο να την ορθοποδήσεις, αλλά και να την φτάσεις στο σημείο που τώρα βρίσκεται και είναι τόσο μεγάλη μάλιστα, που δεν μπορείς, ούτε και να την ελέγξεις πλέον μόνος σου.
Αντί να κάνεις λοιπόν κι συ το ίδιο σε μένα, τώρα που με βρήκες αδύναμο στον δρόμο σου, εσύ προτιμάς να με εκμεταλλευτής; Επειδή όμως εσύ δεν έχεις ενδοιασμούς όπως αντιλαμβάνομαι και συνειδητά θέλεις να με εκμεταλλευτής, εγώ θα δεχθώ την δουλειά που μου δίνεις αφού δεν έχω άλλα περιθώρια και να είσαι σίγουρος, ότι θα σου την αποδώσω, σαν να με πληρώνεις με τρία εκατομμύρια τον μήνα.
Το ξέρω έλεγε αυτός ευχαριστημένος κι αφού συμφώνησε μαζί μου, με έστειλε στο λογιστήριο του, προκειμένου να μου κάνουν την πρόσληψη μου όπως έπρεπε. Ανέβηκα λοιπόν τις σκάλες προς το λογιστήριό του και τις ανέβηκα πολύ στεναχωρημένος όπως καταλαβαίνετε.
Όταν επιτέλους μπήκα στα γραφεία του ορόφου, είδα στην θέση του αρχιλογιστή, να κάθετε ένας παλιός μου γνώριμος. Εργαζόταν σε κάποιο από τα εργοστάσια της περιοχής μας αυτός, το οποίο έκλεισε για κάποιους λόγους και για να βρει εργασία, προσελήφθη κι αυτός από τον κοινό μας εργοδότη.
Πολύ χάρηκα αφού θα τον είχα συνάδελφο μου και στα γρήγορα του εξήγησα, αυτά που είπαμε ιδιαιτέρως με τον εργοδότη μας. Εκείνος όμως, έλεγε έκπληκτός σ’ εμένα αφού σηκώθηκε από την καρέκλα του προκειμένου να με υποδεχθεί.
Τι έκανες ρε φίλε; Ξέρεις που ήρθες να εργαστείς; Ξέρεις τι είναι εδώ; Εδώ είναι το Νταχάου ρε φίλε. Εδώ βρήκες να έρθεις για δουλειά;
Καθόλου δεν μου άρεσαν αυτά που άκουσα, αλλά και τι να του έλεγα; Δεν έχω άλλα περιθώρια Γιώργο. Ένα χρόνο τώρα ψάχνω για δουλειά και πουθενά δεν βρήκα. Καλά έκανες έλεγε αυτός, αλλά να ξέρεις ότι θα μετανιώσεις την ώρα και την στιγμή που πήρες μια τέτοια απόφαση.
Παίρνοντας όμως το βιβλιάριό μου στα χέρια του, πάλι έλεγε. Το σκέφτηκες καλά ρε φίλε αυτό που πας να κάνεις; Σταμάτησε για λίγο και πάλι συνέχισε. Αφού έχουμε οικογένειες όμως ρε φίλε, δεν μπορούμε να κάνουμε διαφορετικά. Θα πάμε οπουδήποτε είναι δυνατόν να βρούμε δουλειά, προκειμένου να τις ζήσουμε.
Αυτά έλεγε ο Γιώργος κι ενώ μου μιλούσε ακόμη, ξέσπασε ξαφνικά σε γοερά κλάματα. Προσπαθούσα να τον συνεφέρω είναι αλήθεια, αλλά και τίποτε δεν κατάφερα. Στην προσπάθειά μου να τον απομονώσω κάπως από τους υπόλοιπους του λογιστηρίου, τον έκρυψα με το σώμα μου έτσι, ώστε να μην τον βλέπουν κι αυτοί να κλαίει.
Εκείνος όμως δεν κρατιόταν. Κι ενώ έκλαιγε, με δάκρια στα μάτια έλεγε με θυμό. Θα του κάψω την γούνα τον εκμεταλλευτή. Θα το φυσάει και δεν θα κρυώνει, από αυτά που θα του κάνω.
Άκουγα τον θυμό του κι όπως έπρεπε προσπαθούσα να τον ηρεμήσω, αν και δεν εντόπισα αμέσως τον λόγο της αντίδρασής του. Κι ενώ ήμουν απασχολημένος με τον μελλοντικό μου συνάδελφο, άκουγα την φωνή του εργοδότη μας να λέει μέσα από την ανοιχτή ακρόαση.
Κατεβείτε όλοι κάτω. Έχουμε να ξεφορτώσουμε δύο νταλίκες σήμερα, οι οποίες μόλις τώρα ήρθαν από το Τελωνείο. Αυτά είπε ο εργοδότης μας κι ο Γιώργος πήρε φωτιά. Τον άκουσες; Κατεβάζει εμένα κάτω να ξεφορτώσω τις νταλίκες, προκειμένου να κερδίσει αυτός δέκα χιλιάρικα, από τους εργάτες που έπρεπε να χρησιμοποιήσει γι’ αυτήν την δουλειά. Κατάλαβες τώρα φίλε μου, γιατί εκμεταλλευτή μιλάμε;
Πήρε φόρα όμως στην συνέχεια κι έλεγε περισσότερα. Όχι μόνον εγώ, αλλά όλοι είναι δυσαρεστημένοι από την συμπεριφορά του. Οι πελάτες, οι υπάλληλοι, οι εργάτες, οι αποθηκάριοι. Εξαιτίας των όσων του κάνουν, από πουθενά δεν μπορεί να βγάλει άκρη κι όμως, αυτός επιμένει να εκμεταλλεύεται τους πάντες και τα πάντα.
Από μένα όμως, να ξέρεις ότι θα καεί και μάλιστα πολύ η γούνα του. Κι ενώ έλεγε αυτά, κατεβαίναμε μαζί με τους υπόλοιπους του λογιστηρίου τις σκάλες, προκειμένου να ξεφορτώσουν τις νταλίκες όπως τους διέταξε ο εργοδότης μας. Συγχυσμένος όμως καθώς ήταν, συνεχώς έκλαιγε.
Πήγαινα κι εγώ πίσω τους βέβαια κι όπως το θεώρησα σωστό, πλησίασα τον εργοδότη μας κι όπως έπρεπε του έλεγα με τρόπο αλλά και πολύ σοβαρά. Δεν είναι οικονομία αυτό που κάνεις και προπαντός δεν είναι σωστό να βάζεις τους ανθρώπους του λογιστηρίου να κάνουν τους χαμάληδες, την στιγμή που μπορείς με δέκα χιλιάδες να κάνεις άνετα την δουλειά σου.
Θα σε ευγνωμονούν οι εργάτες για όσα θα τους δώσεις, ενώ παράλληλα, θα αποφύγεις τις τυχόν έχθρες που προκαλείς στους υπαλλήλους σου, αναγκάζοντας τους να κάνουν πράγματα που δεν είναι της αρμοδιότητας τους.
Θυμωμένος αυτός με την παρέμβαση μου, έλεγε και σ’ εμένα. Ξέρεις ρε συ τί είναι τα πέντε χιλιάρικα; Να κατέβουν. Γιατί να μην κατέβουν αυτοί από το λογιστήριο; Όλοι πρέπει να ξεφορτώνουμε. Γιατί να πληρώνουμε τους εργάτες, αφού ήμαστε εμείς εδώ; Άντε έξω κι εσύ τώρα έλεγε και σε μένα.
Πω, πω; Έκανα εγώ απελπισμένος από αυτό που με βρήκε και βγήκα έξω να βοηθήσω τους υπόλοιπους, αλλά κι αποφασισμένος να μη μείνω ούτε λεπτό ως εργαζόμενος κοντά σ’ εκείνον τον περίεργο και κακό εργοδότη.
Βλέποντάς με να τους πλησιάζω ο αρχιλογιστής, αλλά κι αποφασισμένο να τους βοηθήσω, έλεγε χαμηλόφωνα και με πολλά υπονοούμενα.
Είδες τώρα φίλε μου, γιατί τον κλέβουν όλοι και γιατί του κάνουν ζημιές από εκδίκηση για όσα τους εκμεταλλεύεται; Και συ; Ήρθες να δουλέψεις εδώ στο Νταχάου; Από εμένα όμως, να δεις τι έχει να πάθει αυτός.
Άκουσα πολλά εκεί και είδα περισσότερα όπως καταλαβαίνετε, αλλά κι έμεινα μαζί τους μέχρι που ξεφορτώσαμε τελικά και όλοι μαζί τις νταλίκες κι αφού έγινε απόγευμα πια, έφυγα με την άδεια του εργοδότη μας για το σπίτι μου, αλλά δεν επέστρεψα την επομένη.
Δικαιολογώντας την απουσία μου όμως, έλεγα από τηλεφώνου στον παραλίγο εργοδότη μου. Μπορώ να κάνω τα πάντα όπως ξέρεις. Δεν μπορώ όμως να αντέξω την ορθοστασία, δεδομένου ότι μου πονούν υπερβολικά οι πατούσες των ποδιών μου. Γι αυτό λοιπόν, δεν θα μπορέσω να αναλάβω τις υποχρεώσεις που θέλησες να μου αναθέσεις.
Αυτά του είπα κι όπως έπρεπε, του έκλεισα την γραμμή διά παντός. Και αλήθεια ήταν αυτά που του είπα, όπως αλήθεια ήταν κι ότι φοβήθηκα, μη τυχόν γίνω κι εγώ εκδικητικός σε κάποιον άνθρωπο, που από μόνος του ήταν ήδη αυτοκαταστροφικός.
Παρόλα αυτά όμως καθόλου δεν στεναχωρήθηκε αυτός με την απόφαση μου να αποχωρίσω, πριν ακόμη να προσληφθώ κι όπως ήξερε να κάνει, συνέχισε ανένδοτος τον ρόλο του, αν και δεν τον έβγαλε πουθενά καλά η συμπεριφορά του, δεδομένου ότι μετά από τρία χρόνια περίπου έκλεισε τελικά την επιχείρηση του, ή τον ανάγκασαν οι εκδικούμενοι να την κλείσει κι έτσι ποτέ δεν έμαθα αν κατάλαβε ποτέ το λάθος του ή όχι.
Μιχάλης Αλταλίκης