Το Τηλεφώνημα Από Την Αθήνα

  Με πείραξε το γεγονός ότι με απέλυσαν χωρίς να κάνω τίποτε από όσα έπρεπε να έχουν εκείνοι οι νταλικέρηδες, αλλά δεν έδωσα και τόση σημασία, για τον λόγο ότι ήξερα την δυσκολία που έχουν οι άνθρωποι να δεχθούν συμβουλές από κάποιον, όταν αυτόν τον βλέπουν μάλιστα ως κατώτερο τους.

Κτύπησε το τηλέφωνο του σπιτιού μας όμως ένα απόγευμα και στην γραμμή απαντούσε εκείνος ο Αθηναίος, για τον οποίο όπως σας ανάφερα, ήταν μεγάλος παράγοντας του υπουργείου πολιτισμού. Μου έλεγε λοιπόν αυτός στα γρήγορα μεν, αλλά και πολύ ευχαριστημένος. Αύριο κιόλας, να πας και να βρεις τον κύριο τάδε στο γραφείο του.

Είναι αντιδήμαρχος στην πόλη σας αυτός κι όταν τον συναντήσεις, να του θυμίσεις ότι εγώ προσωπικά σε στέλνω σ’ αυτόν. Μόλις ακούσει αυτός το όνομα μου, όπως μου υποσχέθηκε, θα κάνει τα αδύνατα δυνατά, ώστε κάπου να σε προσλάβει.

Έχεις ανάγκη από μια οποιαδήποτε δουλειά αυτήν την στιγμή, γι’ αυτό και σε συμβουλεύω να μη μπεις στην διαδικασία να την διαλέξεις. Δέξου δηλαδή για το δικό σου καλό και της οικογένειά σου, όποια δουλειά θα μπορέσει αυτός να σου προτείνει.

Αυτά μου είπε ο Αθηναίος κι αφού τον ευχαρίστησα για το ενδιαφέρον που έδειξε για την περίπτωση μου, την επομένη το πρωί και σύμφωνα με την υπόδειξη του, μπήκα πρώτος στα γραφεία του Δήμου όταν άνοιξαν κι όπως μου υπέδειξαν, στάθηκα να περιμένω την άφιξη του αντιδημάρχου έξω από την πόρτα του.

Ήταν οκτώ το πρωί όταν πήγα εκεί κι αυτός έκανε την εμφάνιση του στις έντεκα. Αφού είχα την ανάγκη του όμως κι αφού πήγαινα συστημένος σ’ αυτόν, δεν μπορούσα να φύγω από κει νωρίτερα, όπως πολλές φορές σκέφτηκα να κάνω, γι’ αυτό και περίμενα με πολύ υπομονή την άφιξη του.

Πέρασα πρώτος στο γραφείο του αφού είχα προηγηθεί από άλλους σαν κι εμένα αναμένοντας και δεν ήταν λίγοι αυτοί που έμειναν πίσω μου να περιμένουν την δική τους σειρά. Κι όπως όφειλα να κάνω, βεβαίως κι αναφέρθηκα κανονικά στον αντιδήμαρχο που έβλεπα μπροστά μου.

Αφού άκουσε αυτός την αναφορά μου, έλεγε με κάποια οικειότητα. Μου μίλησε ο φίλος και αδερφός μου για την περίπτωση σου. Σου υπόσχομαι λοιπόν, ότι θα κάνω στο όνομά του, ότι περνάει από το χέρι μου, ώστε να τακτοποιηθείς εργασιακά εδώ στον δικό μας Δήμο κι εφόσον σε έστειλε σε μένα ο συγκεκριμένος φίλος και αδερφός, να είσαι σίγουρος από τώρα κιόλας, ότι θα λύσεις το πρόβλημα σου.

Θέλω όμως να έρθεις πάλι εδώ, αλλά την Παρασκευή το πρωί. Σήμερα είναι Τρίτη κι εγώ μέχρι την Παρασκευή, θα έχω βρει τον χώρο που θα σε τακτοποιήσω. Πήγαινε λοιπόν τώρα και πες στον αδερφό μου, ότι το πρόβλημα σου είναι ήδη λυμένο.

Αυτά μου είπε ο κύριος αντιδήμαρχος κι όπως έπρεπε τον χαιρέτησα φεύγοντας, αρκετά ικανοποιημένος είναι αλήθεια από την αντιμετώπιση του και καθ’ όλα τυπικός εγώ, δεν τον ρώτησα να μου πει, που θα με τακτοποιούσε. Σκεφτόμουν ωστόσο, ότι δουλεύει το σύστημα των γνωριμιών κι ότι εύκολα βρίσκει κανείς δουλειά όταν έχει μπάρμπα κι όπως μου φάνηκε εκείνη την στιγμή, εγώ είχα.

Επιστρέφοντας στο σπίτι μου, ενημέρωσα τον Αθηναίο κύριο, τον οποίο μάλιστα κι ευχαρίστησα γιατί με έστειλε στον συγκεκριμένο αντιδήμαρχο κι όπως ήταν λογικό, του μετέφερα όλα όσα μου είπε εκείνος για τον Αθηναίο αδελφό του, όπως κι αυτά που ανάφερε για την περίπτωσή μου.

Μα πράγματι, έλεγε ο συνομιλητής μου. Είμαστε όχι φίλοι, αλλά αδερφοί. Αφού σου το υποσχέθηκε λοιπόν, να είσαι σίγουρος τώρα, ότι αυτός θα σου βρει αμέσως δουλειά. Όταν αρχίσεις να δουλεύεις όμως, θέλω να μου κάνεις ένα τηλεφώνημα, έτσι ώστε να ξέρω κι εγώ τι απέγινε με το θέμα σου.

Του το υποσχέθηκα βέβαια, αλλά και την Παρασκευή το πρωί όπως μου είπε ο κύριος αντιδήμαρχος, όντως πήγα να τον συναντήσω. Επειδή ήξερα πλέον τις συνήθειες του, στάθηκα έξω από το γραφείο του να περιμένω την σειρά μου κι αυτό το έκανα λίγο πριν από τις δώδεκα.

Όταν με είδε αυτός εκεί κατά τις μία να περιμένω ακόμη ανάμεσα στους άλλους αναμένοντες, σηκώθηκε από την καρέκλα του κι αφού με πλησίασε, μου έλεγε εμπιστευτικά.

Δεν είμαι ακόμη έτοιμος. Θα σου έκανε όμως κόπο να έρθεις την Τρίτη; Μα και βέβαια του έλεγα εγώ με θάρρος. Θα έρθω. Έλα την Τρίτη λοιπόν, έλεγε αυτός και την ίδια ώρα μάλιστα. Και μη περιμένεις στην σειρά. Έλα αμέσως να με βρεις. Κι αφού έτσι ήθελε ο κύριος αντιδήμαρχος, έτσι κι έκανα. Πήγα δηλαδή την επόμενη τρίτη και την ώρα που αυτός μου είπε χτυπούσα την πόρτα του, η οποία ήταν ήδη ανοικτή.

Έλα μέσα μου έλεγε χαρούμενος μόλις με είδε. Μπαίνοντας μέσα όμως, τον άκουσα να μου κάνει ερωτήσεις που όντως δεν περίμενα. Μπορείς να μου πεις τι δουλειά μπορείς να κάνεις, ώστε να δω κι εγώ που θα μπορέσω να σε διαθέσω; Όπως καταλαβαίνεις δεν έχουμε και πολλά περιθώρια εδώ.

Κύριε Δήμαρχε, του έλεγα κι εγώ πολύ σοβαρά. Σου επαναλαμβάνω ότι έχω να θρέψω πέντε άτομα στο σπίτι μου και γι’ αυτά τα άτομα, είμαι σε θέση να κάνω τα πάντα. Έχω όμως και την ανάλογη πείρα ως εργαζόμενος, ώστε να μπορώ να υποστηρίξω με αυτήν, όποια δουλειά κι αν θελήσεις εσύ να μου εμπιστευτείς.

Εφόσον έχω ανάγκη λοιπόν από μια δουλειά, δεν θα κάνω καμιά επιλογή. Θα δεχθώ αυτήν που εσύ θα μου προτείνεις. Γνώριζε όμως, ότι όποια δουλειά κι αν μου δώσεις να κάνω, θα την κάνω καλύτερα από τον καθένα και να είσαι σίγουρος, ότι δεν θα σε απογοητεύσω ποτέ και για τίποτε.

Εντάξει έλεγε ο αντιδήμαρχος. Έλα την Παρασκευή και τα λέμε. Αν μέχρι τότε δεν βρω τίποτε, άφησε μου το τηλέφωνο σου, ώστε να σου πω να μην έρθεις και κάνεις τον κόπο να περιμένεις στην σειρά.

Του έδωσα λοιπόν το τηλέφωνο μου κι αμέσως μετά, μου έδωσε κι αυτός το δικό του και όχι μόνον αυτό, γιατί μου έδωσε και το τηλέφωνο του σπιτιού του. Σ’ εσένα μπορώ να το δώσω έλεγε. Αν δεν σε καλέσω εγώ, κάνε τον κόπο και κάλεσέ με εσύ. Αν δεν με βρεις στο γραφείο όμως, θα με βρεις σίγουρα στο σπίτι μου. Εκεί πάλι, μπορείς να με καλείς ότι ώρα θέλεις, ακόμη και μετά τα μεσάνυχτα.

Αφού ανταλλάξαμε τα τηλέφωνα μας, έφυγα από το γραφείο του για να επιστρέψω την Παρασκευή. Όταν πήγα εκεί την Παρασκευή, αυτός έλειπε και την επόμενη Τρίτη που πήγα πάλι, αυτός ήταν σε ένα συνέδριο. Όταν τον κάλεσα στο τηλέφωνο του σπιτιού του, μου ζήτησε να τον καλέσω στις δώδεκα το βράδυ και στις δώδεκα που τον κάλεσα, μου ζήτησε μερικές μέρες διορία, μέχρι που να δει πως θα τακτοποιούσε το θέμα μου.

Ενημέρωνα εγώ τον Αθηναίο αδερφό του για όσα αντιμετώπιζα, όπως και τους μοναχούς της μονής που μου τον σύστησαν βέβαια. Εφόσον έχεις ανάγκη έλεγαν αυτοί, θα περιμένεις υπομονετικά την απάντησή του κι αφού σου το υπόσχεται ο άνθρωπος, κάνε υπομονή και θα σου βρει δουλειά. Μην απογοητεύεσαι λοιπόν κι όλα θα γίνουν στην ώρα τους.

Αφού πέρασαν μερικές ακόμη Τρίτες και Παρασκευές χωρείς αποτέλεσμα

τον κάλεσα πάλι στο σπίτι του μια Κυριακή πρωί, προκειμένου να μου πει, μήπως και μου βρήκε κάποια δουλειά. Έλα την Τρίτη στο γραφείο μου έλεγε πάλι αυτός κι από τον τρόπο που μου μίλησε, μου φάνηκε ότι μάλλον ήταν αισιόδοξος.

Όταν πήγα να τον βρω την Τρίτη στο γραφείο του, μου έλεγε χαρούμενος. Μπορείς να μου φέρεις το βιογραφικό σου; Πολλά περίμενα να ακούσω, αλλά όχι κι ότι έπρεπε να δώσω βιογραφικό για μια δουλειά στον Δήμο, που ακόμη δεν ήξερα και ποια θα ήταν.

Καλά ρε Δήμαρχε, του έλεγα κι εγώ με απορία. Με κοροϊδεύεις; Όλους όσους βλέπω να είναι εδώ μέσα, τους ζήτησες βιογραφικό και με βάση αυτό τους προσέλαβες; Από όσα βλέπω και είμαι σε θέση να ξέρω τι λέω, κανείς από αυτούς δεν ξέρει να κάνει τίποτε άλλο, εκτός από βοηθητικές εργασίες. Και για να προσλάβεις εμένα, πρέπει να σου δώσω βιογραφικό;

Αρκετά θυμωμένος πια μαζί του, του έλεγα το αυτονόητο. Ποιος από όσους είναι εδώ μέσα, είναι σε θέση να διαβάσει το δικό μου βιογραφικό; Μήπως εσύ; Για να γίνεις Δήμαρχος δηλαδή εσύ, έδωσες σε κάποιον το βιογραφικό σου;

Μη φωνάζεις έλεγε αυτός προσπαθώντας να με ηρεμήσει. Έχω τον λόγο μου που σου το ζητώ, γι’ αυτό κάνε υπομονή και φέρε μου το βιογραφικό σου. Δεν ξέρω τι να σου πω κύριε δήμαρχε, όπως δεν ξέρω αν πράγματι έχεις λόγους να μου ζητάς βιογραφικό, αφού πέρασαν εν τω μεταξύ, έξι μήνες από τότε που σε πλησίασα για πρώτη φορά και τίποτε δεν έκανες.

Κι αφού για έξι ολόκληρους μήνες πηγαινοέρχομαι σούρτα φέρτα στο γραφείο σου χωρείς κανένα αποτέλεσμα, εκ των υστέρων μου ζητάς να σου φέρω το βιογραφικό μου;

Αυτά του είπα εν βρασμό κι όντως έφυγα θυμωμένος πια από το γραφείο του. Και ήμουν τόσο θυμωμένος μαζί του, που αποφάσισα, ώστε να μην τον ενοχλήσω ποτέ ξανά, θεωρώντας ότι μάλλον μας κορόιδευε ο κύριος αντιδήμαρχος, τόσο εμένα όσο κι κείνο τον Αθηναίο αδερφό του, ο οποίος μου τηλεφώνησε μετά από λίγο καιρό, προκειμένου να μάθει τι έγινε με το θέμα μου.

Δεδομένου ότι αυτός τουλάχιστον πράγματι ενδιαφερόταν και πράγματι ζούσε την αγωνία μου, του εξήγησα, όπως του περιγράψω και τους λόγους που μου έκαναν να θυμώσω με τον αντιδήμαρχο αδελφό του, αλλά και του ανακοίνωσα την απόφασή μου, ότι δεν θα ήθελα δηλαδή ποτέ ξανά να τον συναντήσω.

Επέμενε όμως αυτός, ότι έπρεπε να γράψω το βιογραφικό που μου ζήτησε κι ότι έπρεπε μάλιστα να του το δώσω το συντομότερο δυνατόν, προκειμένου να τον διευκολύνω όπως έλεγε.

Θυμωμένος όμως εγώ με τον ψεύτη αντιδήμαρχο, δεν ήθελα να γράψω κανένα βιογραφικό. Ο κουνιάδος μου όμως, ο οποίος πρόσφατα είχε έρθει από την Αμερική και μάλιστα με το μάστερ του μηχανολόγου μηχανικού στα χέρια, επέμενε ότι δεν ήταν σωστό να του το αρνηθούμε αφού το ζητούσε κι επειδή εγώ δεν ήθελα να υπακούσω στην επιθυμία του, κάθισε αυτός κι έγραψε αντί για μένα ένα περίπου βιογραφικό.

Έγραψε δηλαδή σ’ αυτό, όσα αυτός ήξερε από την δική μου επαγγελματική ζωή κι αφού το ετοίμασε, με πίεζε μετά να το δώσω στον αντιδήμαρχο, γιατί όπως κι αυτός κατανοούσε, είχα απόλυτη ανάγκη από μια δουλειά, όποια κι αν ήταν, οπότε, έπρεπε να κάνω ότι μου ζητούσαν αυτοί που ήθελαν να με βοηθήσουν.

Υπακούοντας στην ανάγκη μου λοιπόν, πείρα το βιογραφικό μου από τον κουνιάδο μου και πήγα να το δώσω στον εν λόγω αντιδήμαρχο. Κι αυτό μάλιστα το έκανα έτσι, χωρείς να ελπίζω σε τίποτε δηλαδή. Προκειμένου να του το δώσω στα χέρια του όμως, το έκανα μετά από ένα μήνα, αφού τότε τον βρήκα να βρίσκετε επιτέλους στο γραφείο του.

Το πήρε λοιπόν αυτός στα χέρια του κι όπως έπρεπε, άρχισε να το διαβάζει σιωπηλώς. Όταν τελείωσε διαβάζοντας το, μου έλεγε με κάποια επιφύλαξη, για όσα του προέκυπταν μέσα από αυτό.

Αλήθεια μου είπες ότι τελείωσες το γυμνάσιο; Κι αυτά που γράφεις εδώ ότι γνωρίζεις, είναι πράγματι δικά σου, ή τα έγραψες έτσι, προκειμένου να ανεβάσεις κάπως τον εαυτό σου; Από το συντακτικό που χρησιμοποιείς πάντως, δεν φαίνεται ότι έβγαλες το γυμνάσιο.

Θύμωσα είναι αλήθεια με την απαίτηση του δημάρχου να μου ζητά βιογραφικό, αλλά και για τις παρατηρήσεις που μου έκανε, θύμωσα περισσότερο, οπότε  θυμωμένος και πάλι του έλεγα τα παρακάτω. Άκου να σου πω κύριε δήμαρχε. Μπορεί να σου φανεί υπερβολικό αυτό που θα ακούσεις, αλλά βεβαίως και δεν είσαι σε θέση να διαβάσεις το δικό μου βιογραφικό, γι’ αυτό και δεν σου έγραψα τίποτε εγώ.

Αυτά που διάβασες στο χαρτί που κρατάς, τα έγραψε ο κουνιάδος μου και είναι τόσα αυτά, όσα αυτός ξέρει για μένα. Αυτός όμως είναι μηχανολόγος μηχανικός. Τελείωσε το πανεπιστήμιο πρόσφατα κι έχει μάστερ στα χέρια του. Αν αντιμετώπιζε πρόβλημα με το συντακτικό του όπως λες, δεν θα μπορούσε να καταλάβει κανένας καθηγητής τις εργασίες του και δεν θα είχε στα χέρια του τώρα το μάστερ που του έδωσαν.

Κατάλαβες κύριε δήμαρχε; Εκτός αυτού. Όσα διάβασες στο βιογραφικό μου, δεν είναι ούτε το ένα εκατοστό των όσων γνωρίζω, ή των όσων μπορώ να κάνω ως εργαζόμενος κι εσύ δεν έχεις εδώ αντικείμενο ικανό να εκμεταλλευτεί επωφελώς τις δικές μου δυνατότητες.

Γι αυτό λοιπόν, μη κοροϊδεύεις εμένα, αλλά ούτε κι κείνο τον καλό άνθρωπο από την Αθήνα που ασύστολα αποκαλείς αδερφό σου, γιατί αυτός δεν ξέρει ποιος πράγματι είσαι κι αυτός είναι ο λόγος που ακόμη σε σέβεται ως όντως αδελφό του.

Αυτά του είπα εν κατακλείδι κι όπως καταλαβαίνετε, έφυγα από το γραφείο του φανερά ενοχλημένος και δεν ήθελα να τον επισκεφτώ ποτέ ξανά. Εκείνος όμως με καλούσε συνεχώς στο τηλέφωνο και μονίμως υποσχόταν ότι κάπου θα με τακτοποιούσε.

Στο επόμενο χρονικό διάστημα κι ενώ εγώ δεν ήθελα ούτε να μιλάω πλέον μαζί του, ο Αθηναίος κύριος όπως κι ο πνευματικός μου, με πίεζαν να τον επισκέπτομαι όπως και πριν, έως ότου μου δώσει επιτέλους την δουλειά που μου υποσχέθηκε.

Χάριν της υπακοής λοιπόν, έκανα πράγματι αυτό που μου είπαν κι όπως τους το υποσχέθηκα, τον επισκεπτόμουν με τον ίδιο ρυθμό και τις ίδιες μέρες όπως πάντα. Κάθε Τρίτη και Παρασκευή πρωί δηλαδή, αφού μόνον αυτές τις μέρες βρισκόταν αυτός στο γραφείο του.

Υπομένοντας όμως εκείνες τις παντελώς άκαρπες επισκέψεις μου, έκλεισα ένα ολόκληρο χρόνο επισκέψεων χωρείς κανένα αποτέλεσμα και θα έκανα υπομονή ακόμη έναν χρόνο χάριν της υπακοής, αν δεν με σταματούσαν, τόσο ο Αθηναίος κύριος, όσο κι ο πνευματικός μου.

Αυτός ειδικά, μου έλεγε κάποια στιγμή. Φτάνει. Αρκετά υπέμεινες. Μην επιχειρήσεις άλλη επίσκεψη. Ο Αθηναίος κύριος μάλιστα, δευτέρωσε την εντολή του μετά από λίγο καιρό, κατά την οποία μου έλεγε αρκετά απογοητευμένος, ότι ο γνωστός μας αντιδήμαρχος, δεν μπορούσε πλέον να θεωρείτε, ούτε φίλος, αλλά ούτε κι αδερφός του.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *