Βγήκα Κι Εγώ Μαζί Με Την Τζαμαρία Στο Μπαλκόνι 

 Καλοκαίριασε για τα καλά πια κι όπως ήταν στην συνήθειά μας, αρχίσαμε να ετοιμαζόμαστε για τις καλοκαιρινές μας διακοπές. Κι αφού χωρίς την βάρκα μας, διακοπές δεν μπορούσαμε να κάνουμε, την έβγαλα κι εγώ έξω από τους σάκους της, προκειμένου να την συναρμολογήσω πρωτίστως και μετά να δω μη τυχών και της έλειπε κάτι, ή μήπως ήθελε να της κάνω κάποια επισκευή.

Αφού λοιπόν σκόρπισα τα εξαρτήματά της στο μπαλκόνι μας όπως πάντα και στο ρετιρέ που μέναμε, άρχισα σιγά, σιγά, να την συναρμολογώ, οπότε βρήκα κι ένα από τα εξαρτήματά της να θέλει όντως επισκευή κι αφού έτσι είχε το πράγμα, προσπαθούσα και να το επισκευάσω στην συνέχεια, αλλά με την προσωπική μου συμμετοχή στο πρόβλημα.

Προκειμένου να το επισκευάσω όμως, μπαινόβγαινα συνεχώς όπως εύκολα μπορεί να γίνει κατανοητό, μια στο μπαλκόνι και μια μέσα στο σπίτι, μόνον που όλες αυτές οι δικές μου κινήσεις, έβαζαν τον μικρό μας Αλέξανδρο σε μεγάλο πειρασμό. Κι όταν έμπαινε αυτός σε πειρασμό, κανείς δεν μπορούσε να προβλέψει, τι ξαφνικό θα μαγείρευε με το μικρό του μυαλουδάκι.

Έκανα λοιπόν εγώ την δουλειά μου, αλλά είχα και τον νου μου στον Αλέξανδρο, ο οποίος είχε μαζί με τα άλλα κι ένα περίεργο τυπικό. Όπως ποτέ του δεν εγκατέλειπε την πιπίλα του, ποτέ του δεν εγκατέλειπε και την περπατούρα του. Αυτήν δηλαδή που είχε, για να μεταφέρεται από δωμάτιο σε δωμάτιο μέσα στο σπίτι κι όταν ήθελε για κάποιο λόγο να βγει έξω στο μπαλκόνι, τότε την σήκωνε με τα χέρια του κι έβγαινε έξω περπατώντας.

Εσκεμμένα βέβαια το έκανε αυτό, γιατί εμπόδιζαν την έξοδο του στο μπαλκόνι οι διάδρομοι της συρταρωτής μας μπαλκονόπορτας, δεδομένου ότι σκάλωναν σ’ αυτούς οι ρόδες της περπατούρας του. Αν όμως τεμπέλιαζε να κάνει μ’ αυτόν τον τρόπο την έξοδό του στο μπαλκόνι, ή άλλοι λόγοι τον υποχρέωναν να αλλάξει τρόπο, τότε έπαιρνε φόρα από το χολ και τρέχοντας με την περπατούρα του, διέσχιζε το καθιστικό μας δωμάτιο και με δύναμη περνούσε πάνω από τους διαδρόμους προκειμένου να βρεθεί στο μπαλκόνι.

Επειδή πολλές φορές βρέθηκε μ’ αυτόν τον τρόπο φαρδύς πλατύς κάτω και άλλες τόσες φορές χτύπησε το κεφάλι του στα κάγκελα του μπαλκονιού μας, το μικρό του κεφαλάκι ήταν γεμάτο από καρούμπαλα. Κι αφού έκανε πάντα αυτό που ήθελε κι όπως αυτός το σκεφτόταν, για να αποφύγουμε τα χειρότερα, τον βγάζαμε να παίζει μόνος στο μπαλκόνι κι ανενόχλητος, ή του κλείναμε την πόρτα, ώστε να μη μπορεί να βγει έξω με κανένα γνωστό ή άγνωστο σ’ εμάς τρόπο.

Όταν όμως έκανα δουλειές εγώ στο μπαλκόνι και μπαινόβγαινα σ’ αυτό, όπως και την ημέρα που αναφέρομαι, τότε είχαμε όλοι πρόβλημα. Ήθελε μαζί με μένα να μπαινοβγαίνει κι αυτός και για να μη το κάνει με τον τρόπο που αυτός ήθελε, έκλεινε η γυναίκα μου την μπαλκονόπορτα. Ναι. Αλλά όταν έμπαινα εγώ στο εσωτερικό ή έβγαινα έξω στο μπαλκόνι, έπεφτα κατ’ ανάγκη απάνω στην κλειστή τζαμόπορτα, με κίνδυνο να σπάσω τα τσάμια και να βρεθώ κι εγώ κομματιασμένος σαν τον γείτονά μας τον Γιάννη, γι’ αυτό και της έλεγα ανήσυχος.

– Μη κλείνεις την πόρτα βρε γυναίκα. θα καρφωθώ πάνω της κάποια στιγμή και θα γελάνε και με μένα οι γείτονες.

– Ολόκληρο τζάμι είναι εδώ. Απαντούσε. Είναι δυνατόν να μην το δεις;

Για να μην μαλώνω μαζί της λοιπόν και για να αποφύγουμε τις ζαβολιές του Αλέξανδρου, έκανα ότι πάντα. Άπλωνα δηλαδή το χέρι μου να πιάσω το τζάμι όταν ήθελα να μπω, ή να βγω στο μπαλκόνι κι όταν το έπιανα, βεβαιωνόμουν ότι η πόρτα ήταν κλειστή, οπότε την άνοιγα προκειμένου να περάσω, ή περνούσα ανενόχλητος αφού την εύρισκα ανοιχτή.

Το πρόβλημα που αντιμετώπιζα όμως την συγκεκριμένη η μέρα, με υποχρέωσε να μπαινοβγαίνω πολλές φορές στο μπαλκόνι κι αυτό το έκανα με ασφάλεια ως ένα σημείο για εμένα, αλλά να που την πάτησα κι εγώ κάποια στιγμή σαν τον Γιάννη. Άπλωσα δηλαδή το χέρι μου και για ένα χιλιοστό θα έλεγα, δεν έπιασα το τζάμι της μπαλκονόπορτάς μας, οπότε μάλλον πείστηκα ότι ήταν ανοιχτή αυτή και βιαστικός καθώς ήμουν, όρμισα προς τα έξω.

Στο επόμενο δευτερόλεπτο βέβαια, ένοιωσα ένα δυνατό πόνο στο μέτωπό μου και μαζί με αυτόν, άκουσα έναν επίσης δυνατό θόρυβο από τζάμια που έσπαζαν. Αν και ζαλισμένος από το κτύπημα που δέχτηκα, έψαχνα μέσα στην ζαλάδα μου να βρω τι έγινε και γιατί μου συνέβη αυτό, αφού η πόρτα ήταν ανοιχτή.

Συνήρθα γρήγορα όμως, οπότε είδα το κεφάλι μου να βρίσκεται μαζί με το δεξί μου γόνατο έξω στο μπαλκόνι, ενώ τα υπόλοιπα μέλη του σώματός μου να βρίσκονται μέσα στο σπίτι. Το τζάμι της μπαλκονόπορτα μας να είναι ολοσχερώς σπασμένο, αν και πεντάρι στο πάχος κι όταν κοίταξα με προσοχή προς τα πάνω να δω πως θα μπορούσα να τραβηχτώ χωρίς να κινδυνεύω από κάτι, τρόμαξα βλέποντας να κρέμεται σαν καρμανιόλα ένα μεγάλο κομμάτι από το τζάμι πάνω από το λαιμό μου.

Ήταν εκεί αυτό και κρεμόταν από την γωνία της πόρτας που το κρατούσε ελάχιστα στην θέση του το λάστιχο της κι από στιγμή σε στιγμή θα το άφηνε να πέσει όπως υπολόγιζα. Τράβηξα γρήγορα το κεφάλι μου πίσω κι αφού πέταξα έξω, όσα πράγματα είχα και κρατούσα στα χέρια μου, έπιασα εκείνο το μεγάλο κομμάτι από το τζάμι την στιγμή που όντως έπεφτε και το άφησα με προσοχή κάτω.

Παγωμένος από φόβο μετά, για όσα θα μπορούσαν να μου συμβούν ενδεχομένως, αφού σίγουρα θα έπεφτε κι από μόνο του το τζάμι στον σβέρκο μου αν δεν το πρόσεχα, μακάριζα και πάλι τον εαυτό μου, που είχε έναν τόσο γρήγορο και αποτελεσματικό προστάτη, ο οποίος και πάλι με προστάτεψε από ένα τόσο σοβαρό κίνδυνο.

Ήταν μεγάλη η τρομάρα που πήρα βέβαια, αλλά και καθόλου δεν στεναχωρήθηκα, όταν είδα την αντίδραση του γείτονά μου Γιάννη, ο οποίος ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα στο δικό του μπαλκόνι και γελούσε με την ψυχή του, ενώ κουνούσε τα πόδια του σαν μικρό παιδί, αλλά κι ευχαριστημένος θα έλεγα μονολογούσε.

– Όχι μόνον εγώ ρε. Όχι μόνον εγώ.

Άκουσε δηλαδή τον θόρυβο που έκαναν τα σπασμένα τζάμια, οπότε πετάχτηκε στο μπαλκόνι του να δει ποιος από τους γείτονές του έσπασε την τζαμόπορτά του κι όταν είδε να είμαι εγώ αυτός, τότε ξέσπασε σε τρανταχτά γέλια. Βλέποντας δε, να κοιτώ με απορία την συμπεριφορά του, έλεγε συνεχώς το ίδιο.

– Καλά ρε συ, δεν είδες το τζάμι; Βάλε ρε μια ταινία στην πόρτα να σου, να σου το θυμίζει.

Μου έλεγε δηλαδή ο Γιάννης, όσα κι εγώ του έλεγα αστειευόμενος, τότε που αυτός έσπασε όχι μία, αλλά τρείς φορές την δική τους τζαμόπορτα κι όπως ήταν επόμενο αυτό, έγινε τρείς φορές κομμάτια από τα σπασμένα τζάμια. Γελούσε λοιπόν αυτός με το πάθημά μου και μαζί με αυτόν γελούσαν και όλοι οι υπόλοιποι γείτονές μας, οι οποίο βγήκαν κι αυτοί στα μπαλκόνια τους να δουν ποιός έσπασε την τζαμόπορτά του. Είναι αλήθεια τώρα ότι γελούσα κι εγώ μαζί τους θα έλεγα, όχι τόσο για όσα έπαθα, αλλά μάλλον για όσα δεν έπαθα, αφού πολύ ελαφρά την γλίτωσα εγώ σε σχέση με τους Γιάννηδες, για το πάθημα των οποίων έχω αναφερθεί στα προηγούμενα.

Έσπασα κι εγώ δηλαδή την τζαμόπορτα μας όπως έκαναν κι αυτοί, αλλά δεν είχα πουθενά έστω και την παραμικρή αμυχή στο σώμα μου από τα σπασμένα τζάμια της, ενώ στην δική τους περίπτωση ήταν γεμάτοι από ράμματα αυτοί, δεδομένου ότι χαρακώθηκαν από τα δικά τους τζάμια.

Απορούσαν βέβαια οι Γιάννηδες και μαζί με αυτούς απορούσαν και οι γείτονές μας για το ότι δε έπαθα τίποτε εγώ, αλλά και λέξη δεν πίστευαν από όσα τους έλεγα μετά, ότι από μικρό παιδί τυγχάνω παρόμοιες ή ακόμη και ποιο ανεξήγητες από αυτήν προστασίες. Έτυχε μου έλεγαν και λέξη δεν ήθελαν να ακούσουν για μια τέτοια εκδοχή.

Έβαλα ωστόσο καινούριο τζάμι στην πόρτα μας εκείνο κιόλας το απόγευμα, αφού ήταν γείτονάς μας ο τζαμιτζής κι όταν πια όλα είχαν τελειώσει, οικογενειακώς πήγαμε να επισκεφτούμε τον πεθερό μου, ο οποίος είχε προβλήματα με την καρδιά του όπως σας είπα και υπέφερε από πολύ δυνατές ισχαιμικές κρίσεις εκείνο το διάστημα.

Και ήταν τέτοιες αυτές οι κρίσεις, που τον υποχρέωναν να παραμένει καθηλωμένος στο κρεβάτι του μερικές φορές και για αρκετές μέρες μάλιστα. Όταν δε τον έπιαναν αυτές, σπαρταρούσε ο άνθρωπος από τους πόνους και το θέαμα που παρουσίαζε δεν ήταν να το βλέπει κανείς χωρείς να σφίγγεται και η δική του καρδιά.

Όπως όμως ήταν αναμενόμενο αυτό, αδυνατούσε πλέον να ακολουθήσει το πρόγραμμα των εργασιών που είχε στην επιχείρησή τους, γι’ αυτό κι όλες οι προσωπικές του υποχρεώσεις πήγαιναν πίσω. Εξαιτίας της ασθένειας του δηλαδή, αδυνατούσε να βγει αυτός στην αγορά όπως έκανε πριν αναζητώντας δουλειά για το ρεκτιφιέ τους, με συνέπεια να χάσουν ένα μεγάλο μέρος των πελατών τους.

Αυτό ιδικά, είχε σοβαρές οικονομικές επιπτώσεις, τόσο προς στους δύο συνεταίρους, όσο και προς στην επιχείρηση τους, οι οποίες προεκτάθηκαν και προς την αδυναμία τους να αποπερατώσουν την οικοδομή που είχαν αρχίσει να κτίζουν κι ακόμη βρισκόταν στα μπετά. Αδυνατώντας λοιπόν να ανταπεξέλθει ο πεθερός μου των υποχρεώσεων του, παραχώρησε το δικαίωμα στον συνεταίρο του, να κάνει αυτός ότι ήταν δυνατόν, προκειμένου να ορθοποδήσουν.

Παρόλα αυτά όμως, τίποτε δεν τους πήγαινε καλά πλέον, οπότε άρχισαν να σκέφτονται το ενδεχόμενο, να τους έκανε κάτι κακό κάποιος, από αυτούς δηλαδή που πιθανόν ζήλευαν την εξέλιξή τους, δεδομένου ότι ήταν αρκετά εδραιωμένοι στον ιδικό εργασιακό τους χώρο. Τέτοια λοιπόν σκεπτόμενοι, ανακοίνωναν τον πόνο τους στους φίλους και γνωστούς τους, οι οποίοι και τους σύστησαν μια μέρα, ώστε να συμβουλευτούν ένα γνωστό και μη εξαιρετέο μέντιουμ για όσα τους απασχολούσαν.

Από φίλους και γνωστούς δηλαδή πληροφορήθηκαν τα περί αυτού κι αυτοί ήταν που τους παρότρυναν να τον επισκεφτούν, προκειμένου να μάθουν από το μέντιουμ τι ακριβώς τους συνέβαινε, δεδομένου ότι αυτός καθώς ήξεραν, ταχτοποιούσε τέτοιου είδους μυστήρια ζητήματα. Κι αφού πείστηκαν ότι μάλλον αυτό έπρεπε να κάνουν, όντως τον επισκέφτηκαν.

Κρυφά από όλους μας βέβαια του έκαναν αυτήν την επίσκεψη και μη νομίσετε τώρα ότι κάτι σπουδαίο ήταν δυνατόν να μάθουν από αυτόν. Πρόχειροι λοιπόν και αυτοί σαν όλους μας, αναζητούσαν λογική λύση στα προβλήματά τους, από κάποιον που μόνον φαντασίες μπορούσε να δει αλλά και να μεταφέρει στους πελάτες του, καθοδηγούμενος κι αυτός από τους δαίμονες, οι οποίοι αυτό μόνον ξέρουν να κάνουν επί της ουσίας, να δένουν δηλαδή έμμονές στους πρόχειρα τοποθετημένους.

Παρατηρώντας τις κινήσεις τους όμως, αλλά και το ξαφνικό σκυθρωπό του προσώπου τους, τους πίεσα ένα βράδυ να μου αποκαλύψουν τους λόγους που τους έκαναν να συμπεριφέρονται παράξενα, οπότε και μου αποκάλυψαν τελικά το μυστικό τους αλλά και τις στεναχώριες τους.

Από τους ίδιους λοιπόν πληροφορήθηκα όσα στα κρυφά επιχείρησαν να κάνουν, αλλά κι όσα εκ των υστέρων τους προέκυψαν και καθόλου ευχάριστα δεν τους ήταν, δεδομένου ότι αντί να τους δώσει κάποια λύση εκείνο το μέντιουμ, όντως τους φόρτωσε και μάλιστα κακές εμμονές.

Τους μπέρδεψε δε ακόμη περισσότερο αυτός, όταν τους πληροφόρησε το όνομα κάποιου δικού τους προσώπου που, το οποίο όπως ισχυριζόταν, ήταν η αιτία των κακών που τους συνέβαιναν και κατά πάσα πιθανότητα αυτό ήταν που έκανε κάτι και τους πήγαιναν όλα στραβά.

Προβληματισμένοι με λίγα λόγια γύρισαν από εκείνη την επίσκεψη, αλλά και τίποτε δεν λύθηκε όπως θα το ήθελαν, αφού όλα συνέχιζαν να είναι όπως και πριν. Η υποψία όμως που τους τοποθετήθηκε για τα καλά θα έλεγα στο μυαλό τους, δεν έλεγε να τους φύγει. Έμεινε εκεί μέσα ζωντανή και τους παίδευε καθημερινά και μάλιστα πολύ βασανίστηκα.

Ο λόγος ήταν προφανής βέβαια, δεδομένου ότι εκείνο το πρόσωπο ήταν πολύ δικό τους και ανήκε στο πλησιέστερο οικογενειακό τους περιβάλλον από το οποίο δεν ήταν δυνατόν να περιμένουν τέτοιες αποκρυφιστικές και κακές γι’ αυτούς ενέργειες κι επειδή τέτοιο ήταν το εν λόγω πρόσωπο όπως μου εξηγούσαν, σε κανέναν δεν ήθελαν να αποκαλύψουν το όνομά του, ούτε και σ’ εμένα καν, στον οποίο τόσα πολλά μου φανέρωσαν.

Ωστόσο όμως, συνέχισαν να ζουν με την υποψία τους να τους βασανίζει, με την αναδουλειά να τους εμποδίζει, αλλά και με την στέρηση του πεθερού μου από την επαγγελματική του θέση, την οποία βέβαια κάλυπτε εν μέρει ο συνεταίρος του, ο οποίος ανέλαβε να αποπερατώσει και την οικοδομή τους κάτω από αυτές τις συνθήκες, η οποία παρέμενε στα μπετά όπως σας είπα κι αυτός εξακολουθούσε να πιστεύει ότι η αποπεράτωσή της ήταν κάτι τόσο εύκολο, που θα μπορούσε να κάνει αυτός, έστω κι αν δεν ήταν εργολάβος εξ επαγγέλματος.

Αν και δεν έπαιρνε ενεργά μέρος ο πεθερός μου, σε όλες εκείνες τις υποχρεώσεις, εντούτοις όμως, πρωτίστως αυτόν βάραιναν οι ευθύνες κι αυτές όπως ήταν λογικό, διατάραζαν αρκετά την ήδη κακή υγεία της καρδιάς του, η οποία δεν ήταν σε θέση να ανταπεξέλθει τέτοια και τόσο σοβαρά προβλήματα κι από στιγμή σε στιγμή, κινδύνευε να σταματήσει εντελώς την εργασία της.

Το γεγονός και μόνον, ότι είχε τις τέσσερις αρτηρίες του βουλωμένες κατά ενενήντα τις εκατό περίπου, αυτό και μόνον ήταν ικανό να τον καθηλώσει οριστικά στο σπίτι του κι όχι μόνο, γιατί λίγο αργότερα αναγκάστηκε να καταθέσει τα χαρτιά του για συνταξιοδότηση, αφού ούτως ή άλλως, από πολύ πριν είχε τα σχετικά δεδομένα.

Παρέδωσε λοιπόν στον συνεταίρο του την εν λευκώ διαχείριση της επιχείρησης τους, όπως και την αποπεράτωση της οικοδομής τους και για βοηθό του, έβαλαν εμένα να τρέχω πίσω του, προκειμένου να ελέγχω τα συνεργεία στην οικοδομή τους, όταν κι όποτε μπορούσα κι εγώ βέβαια, αναπληρώνοντας το κενό που άφησε πίσω του ο πεθερός μου.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *