Ήρθε η ώρα να πάρω και την καλοκαιρινή μου άδεια όμως εκείνο το διάστημα, οπότε ετοίμαζα μεν τα πράγματά μας για τις από πολύ καιρό πριν προγραμματισμένες μας διακοπές, αλλά έκανα μαζί με τις δικές μου επαγγελματικές υποχρεώσεις κι αυτές που υποχρεώθηκα να αναλάβω ως εργολάβος στην θέση του πεθερού μου κι αφορούσαν την παρακολούθηση της αποπεράτωσης της οικοδομής όπως σας ανάφερα στο προηγούμενο.
Όταν ήρθε η ώρα βέβαια, άφησα τα πάντα στην άκρη κι αφού πήρα την μικρή μου οικογένεια, την γυναίκα μου και τα δυό παιδιά μου δηλαδή, τρέχοντας πήγαμε το συνηθισμένο για μας μέρος της παραλίας Βρασνών όπου και μας περίμεναν διακαώς οι φίλοι και συγκάτοικοι μας θα μπορούσα να πω, αφού μαζί τους θα ζούσαμε για ενάμιση μήνα περίπου.
Τον Κωνσταντίνο μας, τον κρατούσαν τα πεθερικά μου όπως σας είπα, όσο αυτός πήγαινε στο σχολείο της γειτονιάς τους κι αφού σταμάτησαν πια τα σχολεία, ευχαρίστως τον πήραμε μαζί μας προκειμένου να χαρούμε την παιδική του παρουσία, αλλά και να ελευθερώσουμε την πεθερά μου, δεδομένου ότι αυτή είχε να φροντίσει πλέον τον ασθενή πεθερού μου.
Δεν ήταν όμως δυνατόν, να κάναμε διακοπές εκεί χωρίς την βάρκα μας, οπότε, με το που εγκατασταθήκαμε στο σπιτάκι μας, την έβγαλα από τους σάκους της κι αφού την συναρμολόγησα, την άφησα στην θέση της έτοιμη να ανταπεξέλθει, ότι κι όσα θα της ζητούσα να κάνει από εκείνη την ώρα και μετά για την δική μας εξυπηρέτηση.
Μετά από λίγες μέρες όμως, ήρθε να ψαρέψει εκεί ως συνήθως κι εκείνος ο ανάπηρος παππούς, ο οποίος διέθετε μια πολύ μεγάλη βάρκα για την ηλικία του. Έκανε κι αυτός το ίδιο ψάρεμα με μένα κι έβγαζε με το τσαπαρί του όσα από τα σαυρίδια ή τα σκουμπριά βέβαια μπορούσε να βρει στην θάλασσα, ή να σκαλώσου στα αγκίστριά του αυτά αν θέλετε.
Την βάρκα του όμως την άφηνε πάντα κοντά στα κύματα, έτσι ώστε να μπορεί να την τραβήξει εύκολα κι από μόνος του μάλιστα το πρωί προς την θάλασσα. Αυτή πάλι ήταν πολύ βαριά λόγω του μεγέθους της κι αυτός ήταν ιδιότροπος άνθρωπος. Από κανέναν δηλαδή δεν δεχόταν βοήθεια, για τον λόγο ότι δεν ήθελε να έχει υποχρεώσεις όπως μας το τόνιζε κάθε φορά που πρόθημα εμείς πηγαίναμε να τον βοηθήσουμε.
Όποιος τον έβλεπε να τραβάει μόνος του και κουτσαίνοντας εκείνη την ασήκωτη βάρκα, αυθόρμητα έτρεχε να τον βοηθήσει, αλλά αυτός πάντα το ίδιο τους έλεγε, μαλώνοντας τους μάλιστα.
– Φύγε. Φύγε από δω.
Φυσούσε από βραδύς όμως μια μέρα κι επειδή κινδύνευε να κομματιαστεί η βάρκα του, έτσι όπως την κτυπούσαν τα κύματα πάνω στα χαλίκια, την ανεβάσαμε λίγο πιο πάνω με την βοήθεια του γείτονά μου από το σημείο που την άφηνε ο ανάπηρος, προκειμένου να του την προστατέψουμε όπως καταλαβαίνετε, αφού από μόνος του αυτός δεν θα μπορούσε να το κάνει, αλλά και δεν ήταν εκεί ώστε να δει το πρόβλημα που αντιμετώπιζε η βάρκα του.
Όπως πολλές φορές σας το έχω αναφέρει κι αυτό βέβαια, έξω από το σπιτάκι μας κοιμόμουν πάντα για τους δικούς μου λόγους, πράγμα που έκανα από συνήθεια ωστόσο και την νύχτα που πέρασε. Το πρωί όμως, σηκώθηκα νωρίτερα από το συνηθισμένο, έχοντας κατά νου μου να βοηθήσω τον παππού να ρίξει την βάρκα του στην θάλασσα, γιατί μόνος του, με τίποτε δεν θα μπορούσε να το κάνει.
Έστω και για πρώτη του φορά είναι αλήθεια, αλλά εκ των πραγμάτων αναγκάστηκε να δεχτεί τελικά την βοήθεια μου κι από υποχρέωση για όσα του έκανα, μου ζήτησε να τον συνοδέψω στο ψάρεμα που ήρθε να κάνει.
– Έλα να ψαρέψεις μαζί μου σήμερα. Άλλωστε, παιδεύεσαι με εκείνο το μικρό βαρκάκι που έχεις κι απ’ ότι υπολογίζω, δεν είναι κατάλληλο για ψάρεμα.
– Το έχω συνηθίσει το βαρκάκι μου κύριε Αλέκο. Και χωρίς αυτό, δεν ευχαριστιέμαι το ψάρεμα. Αυτός είναι κι ο λόγος άλλωστε που κι εγώ σαν εσένα ψαρεύω μόνος μου κάθε μέρα.
Επίτηδες βέβαια του το είπα αυτό, έτσι ώστε να αποφύγω το κάλεσμα εκείνου του περίεργου ψαρά, ο οποίος βέβαια, ποτέ του δεν μας έδειξε την ψαριά του, όποια κι αν ήταν. Τον κουβά του δε, τον είχε πάντα σκεπασμένο όταν επέστρεφε από το ψάρεμα του και ποτέ του δεν τον άφηνε από τα χέρια του, για να μη δει κανείς από εμάς, τι και πόσα ψάρια έπιανε.
Από το κούνημα του κουβά του όμως, όπως κι από τον τρόπο που τον σήκωνε, εύκολα μπορούσε κανείς να υπολογίσει, ότι αυτά που είχε μέσα όσα κι αν ήταν, σε καμιά περίπτωση δεν θα ήταν παραπάνω από ένα κιλό. Κι όσες φορές πάλι έτυχε να δω τον κουβά του στην προσπάθεια μου να τον βοηθήσω, δεν είδα να έχει εκεί μέσα, περισσότερα από δέκα ή το πολύ δεκαπέντε ψαράκια.
Πολλές φορές βέβαια προσπάθησα να του δώσω μερικά από τα δικά μου, έτσι για να ενισχύσω την ψαριά του, αλλά ποτέ του δεν τα δέχτηκε και πάντα το ίδιο έλεγε χαμογελώντας.
– Εμείς έχουμε και μας φτάνουν. Εσείς όμως που είστε πολλοί, αν θέλετε, μπορώ να σας δώσω από τα δικά μου.
– Όχι. Του έλεγα κι εγώ. Τα δικά μας όντως είναι πολλά, γι’ αυτό και τα μοιράζουμε στους γείτονες. Αν πάρουμε και τα δικά σου, τι θα τα κάνουμε;
Γελούσε αυτός με όσα άκουγε να του αναφέρω κι εξακολουθούσε να μου λέει τα δικά του.
– Καλά, καλά. Δεν χρειάζεται να ντρέπεσαι, ούτε να είσαι τόσο εγωιστής. Αφού δεν τα θέλεις, τότε δεν σου τα δίνω.
Αυτά μου έλεγε λοιπόν όταν τύχαινε να συναντηθούμε κι έτσι έκλεινε πάντα η κουβέντα μας και αυτήν πάλι, την έκανε όποτε αυτός ήθελε να την κάνει. Στο πρωινό που αναφέρομαι όμως επέμενε να με θέλει μαζί του.
– Άσε τα λόγια κι έλα μαζί μου σήμερα να ψαρέψεις, μπας και φάτε κανένα ψαράκι, αφού με την δική σου βάρκα, άδικα παιδεύεσαι όπως βλέπω.
Για να μη του χαλάσω το χατίρι λοιπόν, πήρα το τσαπαρί μου και μπήκα πρώτος στην βάρκα του, αφού αυτός ήταν ο καπετάνιος και θα έμπαινε μέσα μετά από μένα, αλλά και τον άκουσα ξαφνιασμένος να με μαλώνει.
– Βγες έξω. Πήγαινε πρώτα να πάρεις τον κουβά σου. Πώς θα πας για ψάρεμα χωρίς κουβά; Και πού θα βάλεις τα ψάρια που θα πιάσεις;
– Μα, αφού έχεις εσύ κουβά. Του έλεγα απορώντας με την νοοτροπία του. Τι να τον κάνουμε τον δεύτερο κουβά;
– Όχι. Έλεγε και πάλι επιτακτικά αυτός. Ο καθένας πρέπει να ψαρεύει με τον δικό του κουβά. Άκουσες;
Αφού αυτό ήθελε να κάνω λοιπόν, όντως βγήκα από την βάρκα του και πήγα να πάρω τον δικό μου κουβά, προκειμένου να λήξει εκεί το ζήτημα μας. Όταν επέστρεψα όμως με τον κουβά στα χέρια, μπήκα ξανά στην βάρκα του και μ’ αυτήν πια, ανοιχτήκαμε στην θάλασσα προκειμένου να κάνουμε το κοινό μας ψάρεμα. Όπως σας είπα όμως, αυτός ήταν πολύ περίεργος άνθρωπος, αλλά κι ως ψαράς ήταν τέτοιος άλλωστε, οπότε σύμφωνα με τις προσωπικές του σκέψεις ενεργώντας, γύριζε συνεχώς πέρα δώθε με την βάρκα του στην θάλασσα, κάνοντας ασταμάτητα και μόνον συρτή.
Έσερνε δηλαδή την πετονιά του με τον ρυθμό που επέτρεπε στην βάρκα του να κινείτε κι όταν νόμιζε. ή πράγματι έπιανε ένα ψάρι, τότε μόνον σταματούσε να ελέγξει τα αγκίστρια του και πάλι έκανε το ίδιο από την αρχή. Αφού πια κι εγώ δεν ξέρω πόσες βόλτες κάναμε μέσα σ’ εκείνον τον μεγάλο κόλπο με τα τσαπαρί μας απλωμένα, πότε ένα, ένα, πότε δυό, δυό εγώ, γέμισα τελικά τον κουβά μου με σαφρίδια και μικρά σκουμπριά.
Υπολογίζοντας ότι είχα οκτώ έως δέκα κιλά από αυτά μέσα στον κουβά μου, μάζεψα το δικό μου τσαπαρί κάποια στιγμή και το έβαλα όπως πάντα πάνω από την ψαριά μου, περιμένοντας να αποφασίσει κι ο καπετάνιος, πότε θα ήθελε να κάνουμε την επιστροφή μας. Αυτός όμως είχε τον δικό του σκοπό. Εξακολουθούσε να γυρίζει με την βάρκα του, μια από εδώ και μια από εκεί μέσα στον κόλπο κι από όσα έβλεπα, δεν πήρε παραπάνω από επτά ή οκτώ το πολύ σαφριδάκια.
Πέρασαν τα χρονικά όρια πού εγώ θα έκανα μόνος το ψάρεμα μου, αλλά λόγω του ότι ήμουν σε ξένη βάρκα, δεν μπορούσα να υποχρεώσω τον παππού να βγει έξω νωρίτερα από τον χρόνο που αυτός διέθετε γι’ αυτόν τον σκοπό, αλλά και διάθεση είχε όπως έβλεπα να συνεχίσει το ψάρεμά του, έστω κι αν δεν είχε αξιόλογο αποτέλεσμα. Τον παρατηρούσα όμως αφού τον είχα στην διάθεσή μου κι από τον τρόπο που ψάρευε, κατάλαβα και τον λόγο που δεν μπορούσε να πιάσει αρκετά ψάρια, αλλά δεν ήταν λογικό να του έλεγα εγώ ο χθεσινός, τι έπρεπε να κάνει αυτός ψαρεύοντας, εκεί που όλα του τα χρόνια αυτός ψάρευε, έστω κι αν αυτά που έπιανε, νόμιζε ότι ήταν πάρα πολλά. Απογοητευμένος βέβαια κάπως από το μέχρι τότε αποτέλεσμα, μου φανέρωσε μετά από λίγο τις σκέψεις του.
– Τι λες; Πάμε έξω; Όπως βλέπεις κι εσύ, δεν έχει ψάρια σήμερα.
Πάμε του είπα κι εγώ για να επισπεύσω την έξοδο μας κι όντως απορούσα μαζί του. Κουβέντα δεν αλλάξαμε μεταξύ μας όση ώρα ψαρεύαμε κι όπως αποδείχτηκε, πράγματι και δεν είδε ότι εγώ από ώρας πια είχα γεμίσει τον κουβά μου και καθόμουν με τα χέρια σταυρωμένα, περιμένοντας την στιγμή που θα οριοθετούσε αυτός την επιστροφή μας.
Αν πήγαινε να αγοράσει ένα κιλό ψάρια, θα έδινε το ένα δέκατο της βενζίνης που ξόδεψε αλωνίζοντας τον Στρυμονικό κόλπο, για να πάρει το πολύ, πολύ δέκα ψαράκια. Τι μπορούσα όμως να πω εγώ σε έναν λάτρη του ψαρέματος; Αυτός έκανε το χόμπι του εκεί και γι’ αυτό το χόμπι, ήταν σε θέση να ξοδεύει πολλά κάθε μέρα σε βενζίνες, έστω κι αν τις έκαιγε στον βρόντο.
Αν και δεν το έδειχνε ποτέ αυτό, φαίνεται ότι τον απασχολούσε και το πόσα ψάρια έπιανε, γι’ αυτό κι όταν πια βγήκαμε έξω και ανεβάσαμε την βάρκα του στην θέση της, εγώ από ντροπή και μόνο, άφησα τον δικό κουβά στο σημείο που καθόμουν σ’ αυτήν, έτσι ώστε να τον πάρω μετά κι αφού έφευγε αυτός πια για το σπίτι του.
Δεν ήθελα να δει τα δικά μου ψάρια όπως καταλαβαίνετε, θεωρώντας ότι μάλλον θα στεναχωριόταν ο άνθρωπος, αν αντίκριζε τον γεμάτο κουβά μου. Παρόλα αυτά όμως, πρόσεξε τον παρατημένο μου κουβά, γι’ αυτό και μου έλεγε απορώντας για την συμπεριφορά μου.
– Έλα δω ρε. Πού πας; Δεν θα πάρεις τον κουβά σου;
Θα τον πάρω ύστερα του είπα εγώ ανόρεχτα, έτσι για να μ’ αφήσει ήσυχο, αλλά που να μ’ αφήσει αυτός.
– Καλά είπα εγώ ότι είσαι εγωιστής. Δεν πειράζει ρε συ, που δεν βγάλαμε ψάρια σήμερα. Θα βγάλουμε αύριο. Είναι όμως αυτός λόγος να σε κάνει να ντρέπεσαι; Έλα λοιπόν και πάρε τον κουβά σου κι άφησε κατά μέρος τα καμώματά.
Αυτά μου έλεγε όπως πάντα επιτακτικά κι αφού όντως δεν μπορούσα να κάνω διαφορετικά, σήκωσα τον κουβά μου μέσα από την βάρκα του κι όσο μου ήταν εύκολο αυτό τον έκρυψα κάπως, μη τυχών και παρατηρήσει αυτός ότι ήταν γεμάτος από ψάρια και στεναχωρηθεί. Πρόσεξε όμως ότι δυσκολεύτηκα να τον βγάλω έξω από την βάρκα του λόγω του βάρους του, οπότε πλησίασε να δει τον λόγο που τον έκανε να βαραίνει τόσο πολύ και βλέποντάς τον γεμάτο, έκπληκτος πια μου έλεγε με δυνατή φωνή.
– Που τα βρήκες αυτά ρε;
Από εχθές τα είχα στον κουβά μου του είπα, έτσι για να τον μπερδέψω, αλλά που να το χάψει αυτός.
– Με κοροϊδεύεις ρε; Κρατάει κανείς ψάρια στον κουβά του από χθες;
– Επίτηδες το είπα αυτό κύριε Αλέκο, για να μη σε στεναχωρήσω, αφού όπως βλέπω, εσύ δεν έχεις ούτε δέκα ψάρια στον δικό σου κουβά. Κι αφού δεν καταδέχεσαι να πάρεις από άλλον ψαρά τα ψάρια που σου λείπουν, τι μπορούσα να κάνω;
– Καλά τα λες. Αλλά απορώ όμως με εσένα. Πού και το πότε τα έπιασες όλα αυτά ρε παιδί; Αφού στην ίδια βάρκα ήμασταν; Μήπως είσαι φακίρης ρε και με δουλεύεις;
– Δεν είμαι φακίρης κύριε Αλέκο. Κι όπου ήμουν εγώ εκεί ήσουν κι εσύ. Ότι έκανες έκανα λοιπόν κι αφού αυτό θα μου έδινε μεγάλη χαρά, πολύ σε παρακαλώ να δεχθείς τα μισά τουλάχιστον από τα δικά μου, έτσι όπως κάνουμε δηλαδή και με τους γείτονές μου όταν πάμε μαζί για ψάρεμα.
– Αφού ξέρεις ρε παιδί την ιδιοτροπία μου, γιατί μου το προτείνεις αυτό; Εκτός του ότι με δουλεύεις λοιπόν με τα φακιρικά σου, με προσβάλλεις κιόλας. Δικά μου είναι όσα έχω εγώ και δικά σου είναι όσα έχεις εσύ και να το θυμάσαι αυτό, από ξένο κουβά εγώ ψάρια δεν τρώω. Θα φάω από τα δικά μου, έστω κι αν αυτά είναι μόνον ένα ή δύο. Άντε γεια σου τώρα κι άλλη φορά δεν θέλω να έρθεις μαζί μου για ψάρεμα.
Το είπε και το έκανε αυτό ο παππούς, γιατί από τότε και μετά, έριχνε την βάρκα του εκατό μέτρα μακρύτερα από μένα, για να μην έχει πλέον σχέση μαζί μου, αλλά και για να μη βλέπει κανείς, πόσα ψάρια έβγαζε.
Εκτός από κείνο τον περίεργο παππού όμως, είχαμε κι έναν άλλον ψαρά εκεί, ο οποίος έριχνε καθημερινά τα δίχτυα του στον ίδιο παραλιακό χώρο κι όσα ψάρια έπιανε, τα πουλούσε στις ταβέρνες όπως ακούγαμε να μας λένε, όσοι από τους γνωστούς μας έλεγαν ότι τον ήξεραν καλύτερα από εμάς. Εμείς πάντως, ποτέ δεν τον είδαμε να βγάζει ψάρια. Ότι έβγαζε, το βλέπαμε κατ’ ανάγκη, αφού μπροστά μας ξεψάριζε τα δίχτυα του, αν μπορούμε να το πούμε αυτό κι αυτά που ξεσκάλωνε από πάνω τους, μονίμως τα ίδια ήταν.
Αστερίες δηλαδή, μέδουσες, δράκαινες, φύκια, ξύλα και ένα σωρό σκουπίδια που μετέφερε ο Στρυμόνας, όταν μετά από βροχές τα κατέβαζε από τις όχθες του και τα άδειαζε στην θάλασσα που απλωνόταν μπροστά του. Μια μέρα όμως και για πρώτη μου φορά έστω, τον είδα ένα πρωινό να βγάζει επιτέλους ψάρια από τα δίχτυα του και να τα βάζει με δυσκολία μάλιστα αυτά μέσα στον κουβά που είχε μαζί του.
Το μέγεθός τους ήταν αυτό που τον δυσκόλευε όπως έβλεπα, αλλά και το σχήμα τους, γοφάρια μου θύμιζαν. Πήγε το μυαλό μου σ’ αυτά, επειδή και τέτοια πιάναμε εκεί, αλλά ο όγκος τους, δεν δικαιολογούσε το είδος των ψαριών που μελετούσα, γι’ αυτό και πλησίασα να τα δω από κοντά.
Με πολύ περιέργεια ομολογουμένως, έσκυψα πάνω από τον κουβά του, αλλά κι αυτά που έβλεπα εκεί, όντως με ξάφνιασαν, για τον λόγο ότι δεν ήταν γοφάρια εκείνα τα ψάρια όπως φάνηκαν από την απόσταση που είδα τον ψαρά μας να τα ταχτοποιεί στον κουβά του.
Τέσσερις δράκαινες ήταν αυτές και ήταν τοποθετημένες με το κεφάλι κάτω και τις ουρές τους να προεξέχουν από το χείλος του κουβά του κι όντως απορούσα με το μέγεθός τους, δεδομένου ότι ποτέ μου δεν είχα δει εκεί τόσο μεγάλες και τόσο χοντρές δράκαινες, αλλά ούτε και κάπου αλλού είδα να υπάρχουν τέτοιες.
Βλέποντάς τες λοιπόν, μια ανησυχητική σκέψη πέρασε εκείνη την στιγμή από το μυαλό μου. Αν σε χτυπήσει έστω και μία από αυτές τις τεράστιες δράκαινες με το αγκάθι τους, στην προσπάθεια σου να τις πιάσεις, σε σκοτώνουν στο δευτερόλεπτο.
Οι μικρές δράκαινες που βλέπαμε να υπάρχουν εκεί αν και σπανίως στην περιοχή που αναφέρομαι, έκαναν τους ανθρώπους να φωνάζουν από τον πόνο όταν τους τσιμπούσαν στα πόδια, την ώρα που έκαναν αμέριμνοι το μπάνιο τους. Αλίμονο λοιπόν έλεγα μέσα μου, σ’ αυτόν που δεν ξέρει να ξεχωρίσει τα ψάρια και μέσα στον ενθουσιασμό για το μεγάλο ψάρι που σκάλωσε στο αγκίστρι του, τολμήσει να πιάσει μια τέτοια δράκαινα. Θαυμάζοντας λοιπόν για το μέγεθός τους, αυθόρμητα έλεγα στον ψαρά μας τις σκέψεις μου.
– Πρώτη μου φορά βλέπω τόσο μεγάλες δράκαινες κύριε Τάσο. Αν μου έλεγε κάποιος ότι πράγματι υπάρχουν τόσο μεγάλες εδώ ή κάπου αλλού, ποτέ μου δεν θα το πίστευα, όσο κι αν επέμενε αυτός να το υποστηρίζει.
– Η αλήθεια πάντως είναι Μιχάλη, ότι εγώ τουλάχιστον βγάζω συχνά τέτοιες και τόσο μεγάλες δράκαινες εδώ κι όπως καταλαβαίνεις τις τρώω. Κάνουν πολύ καλή και πολύ νόστιμη σούπα. Θέλεις να σου τις δώσω αυτές, ώστε να τις δοκιμάσεις κι εσύ;
– Όχι ρε αδελφέ. Του είπα φοβισμένος. Ούτε να τις φάω θέλω, αλλά ούτε και να τις πιάσω θέλω.
Αυτά του έλεγα λοιπόν ως απάντηση για την ευγενική του προσφορά κι όπως έκανα πάντα, έσπρωχνα κι εγώ την βάρκα του, προκειμένου να την ανεβάσουμε μαζί λίγο ψηλότερα στην αμμουδιά από την ακροθαλασσιά.
Αφήσαμε όμως τον κουβά με τις δράκαινες εκεί που αυτός τον είχε βάλει όταν τις ξεψάρισε από τα δίχτυα του, έως ότου επιστρέψει να τις πάρει κι αφού ικανοποίησα την περιέργεια μου, έκανα να ανέβω προς το σπιτάκι μας, αυτό δηλαδή που βρισκόταν πάνω στην υπερυψωμένη άμμο της παραλίας μας όπως σας το έχω αναφέρει, αλλά και δέκα βήματα μόνον από το κύμα απείχε.
Ενώ λοιπόν ανέβαινα σκεπτικός εγώ θα έλεγα την μικρή ανηφορίτσα της αμμουδιάς, μετά από όσα είδα στον κουβά του ψαρά μας, άκουσα πίσω μου την φωνή του μικρού μας Αλέξανδρου και κοκάλωσα, ο οποίος και μου έλεγε χαρούμενος.
– Μπαμπά, μπαμπά, ψαράκι.
Δεν κοκάλωσα μόνον, αλλά και ανατρίχιασα στην συνέχεια είναι αλήθεια ακούγοντας εκείνη την φωνή και προπαντός όταν την αναγνώρισα, για τον λόγο ότι ο μικρός μας Αλέξανδρος ήταν μόλις δυόμιση χρονών τότε και για κανένα λόγο δεν έπρεπε να βρίσκεται εκεί και μάλιστα εκείνη την ώρα, αφού ήταν πολύ πρωί ακόμη γι’ αυτόν.
Γύρισα να τον δω λοιπό, αν κι απορούσα μαζί του. Πως δηλαδή βρέθηκε στην παραλία, πως κατέβηκε από το κρεβατάκι του, πως βγήκε έξω αφού η πόρτα ήταν κλειστή και μάλιστα, πως ξύπνησε τόσο νωρίς, γιατί δεν ήταν καλά, καλά, έξι το πρωί κι αυτός έπρεπε να κοιμάται εκείνη την ώρα.
Βλέποντας τον εκεί όμως, πάγωσα στην θέα του. Ο μικρός μας Αλέξανδρος, μας έβαζε και πάλι σε πολύ μεγάλο μπελά κι αυτός από στιγμή σε στιγμή, θα ήταν κι ο τελευταίος του, γιατί με το παραμικρό άγγιγμα που θα του έκανε η δράκαινα που κρατούσε από την ουρά και την σήκωνε με το μικρό του χεράκι, θα τον σκότωνε ακαριαία.
Για την ακρίβεια της ανησυχίας μου, η ουρά της δράκαινας βρισκόταν στο ύψος του ώμου του και το κεφάλι της, ήταν δεν ήταν δέκα εκατοστά πάνω από την επιφάνεια της αμμουδιάς. Αυτή όμως στεκόταν ακίνητη και σαν ψόφια στο χέρι του Αλέξανδρου για κάποιο λόγο, ενώ λίγο πριν τραντάζονταν μαζί με τις άλλες, έχοντας κι αυτή το αγκάθι της τεντωμένο κι έτοιμο να κεντήσει μ’ αυτό, όποιον την απειλούσε, μα μικρός ήταν μα μεγάλος ήταν.
Η αγωνία μου λοιπόν ήταν μεγάλη και δεν ήξερα τι να επιλέξω από τα πολλά αν που γύριζαν γρήγορα μέσα στο μυαλό μου, προκειμένου να προστατέψω το παιδί μου από τον κίνδυνο που τον απειλούσε και τόσο κοντά του βρισκόταν. Αν φώναζα δηλαδή, θα τρόμαζε το παιδί. Αν την έριχνε αυτός τρομαγμένος κάτω, δεν ήξερα προς τα που θα έπεφτε και τι ζημιά θα μπορούσε να του προκαλέσει η δράκαινα πέφτοντας.
Αν πάλι αργούσα να κάνω κάτι, θα μπορούσε να αντιδράσει η δράκαινα από εκεί που βρισκόταν ασάλευτη και τότε το αποτέλεσμα θα ήταν πάλι το ίδιο κι ο πόνος που πιθανόν θα ένοιωθε ο μικρός μας Αλέξανδρος αν αυτή τον χτυπούσε, διαπερνούσε ήδη στο δικό μου σώμα.
Χωρίς να σπαταλώ με άλλες σκέψεις τον χρόνο μου λοιπόν, πετάχτηκα και με ένα μακρύ σάλτο θα έλεγα, χτύπησα με το δικό μου χέρι την δράκαινα. Με το χτύπημα που δέχτηκε αυτή, πετάχτηκε πέντε μέτρα μακριά από τον Αλέξανδρο κι όταν βρέθηκε εκεί, κουλουριάζονταν στην αμμουδιά σαν φίδι. Τινάζονταν δε και σπαρταρούσε συγχρόνως, έχοντας τα αγκάθια της τεντωμένα, στην προσπάθειά της μάλλον να υπερασπίσει τον εαυτό της, από αυτό που της συνέβη.
Ένα δυνατό ανακουφιστικό ούφ άκουσα πίσω μου εκείνη την στιγμή κι αυτό ξέφυγε από τον κύριο Τάσο αυθόρμητα, όταν είδε να φεύγει μακριά η δράκαινα από το παιδί, αφού κι αυτός πάγωσε όταν είδε τον Αλέξανδρο να την κρατά από την ουρά. Ανακουφισμένος λοιπόν κι αυτός από το αίσιο αποτέλεσμα, μου έλεγε με νόημα μετά από λίγο.
– Ποτέ δεν πρέπει να είναι κανείς σίγουρος με τα παιδιά. Μπορούν σου να κάνουν ότι δεν βάζει ο νους σου, τότε που εσύ θα νομίζεις, ότι τίποτε δεν μπορούν να σου κάνουν όταν αυτά είναι μικρά.
Αυτά βέβαια έλεγε ο κύριος Τάσος, αλλά εγώ είχα ακόμη τον νου μου, αλλά και τα μάτια μου στραμμένα προς τον μικρός μας Αλέξανδρος, ο οποίος έκλαιγε τρομαγμένος κι αυτός από την δική μου παρέμβαση στην δική του νηπιακή χαρά κι αφού έμεινα εκεί να τον κοιτώ με απορία για όσα κατάφερε να κάνει μέχρι να φτάσει στην αμμουδιά μόνος του, τον πήρα μετά από το χέρι κι έτσι κλαμένο τον πήγα στο κρεβατάκι του, όπου και τον έβαλα να ξαπλώσει.
Ξύπνησε και η γυναίκα μου εν τω μεταξύ από το κλάμα του, οπότε εξήγησα και σ’ αυτήν τα κατορθώματά του, αν και δεν μπορούσε να καταλάβει, πως έκανε μόνος του όλα εκείνα τα πράγματα, μέχρι να φτάσει στα ψάρια και μάλιστα στις έξι το πρωί κι επειδή εκείνος έκλαιγε ακόμη, έμεινε για λίγο μαζί του, προσπαθώντας να τον ησυχάσει. Όταν μετά από λύγο, ήρθε να με συναντήσει έξω από το σπιτάκι μας, της έλεγα κι εγώ με την σειρά μου.
– Είδες πόσο εύκολο είναι να γίνει το κακό; Όσο κι να λες εσύ, ότι προσέχεις, από τίποτε δεν μπορείς να προφυλαχτείς, αν δεν υπάρχει δίπλα σου φύλακας άγγελος.
Συμφώνησε βέβαια η γυναίκα μου αλλά και πρόσθεσε. Πρέπει να έχουμε συνεχώς στραμμένο τον νου μας προς τα παιδιά μας, αφού αυτά δεν είναι δυνατόν να ξέρουν από τι κινδυνεύουν κι από τι να προφυλαχτούν. Μετά κι από αυτήν την παρατήρηση, τυπώσαμε βαθιά μέσα στο μυαλό μας, ότι μάλλον εμείς πρέπει να επαγρυπνούμε για τα παιδιά μας κι όχι αυτά για την ασφάλειά τους.
Είπαμε τι είπαμε εκείνη την ημέρα με την γυναίκα μου κι όπως ήταν αναμενόμενο, ξεχάσαμε μεν το περιστατικό με τον μικρό μας Αλέξανδρο, αλλά ποτέ δεν ξεχάσαμε τις υποχρεώσεις που είχαμε προς τα παιδιά μας. Τα προσέχαμε περισσότερο από όσο θα έπρεπε είναι αλήθεια, αλλά κι αφού βρισκόμασταν σε διακοπές δεν έχανα την σειρά μου, δεδομένου ότι καθημερινά αρμάτωνα την βάρκα μου για το καθιερωμένο ψάρεμα
Το ίδιο έκανα και μετά από λίγες δηλαδή κι αφού στάθηκα κάπου εκεί στα βαθιά κι ανέβασα τα κουπιά της βάρκας μου στην θέση τους όπως έκανα πάντα, την άφησα μετά ελεύθερη και στην διάθεση των ρευμάτων της θάλασσας, προκειμένου να την οδηγήσουν αυτά επιστρέφοντας την προς την παραλία.
Μονίμως το έκανα αυτό, αφού, όταν κινείται η βάρκα με την δύναμη των ρευμάτων, το ψάρεμα με το τσαπαρί γίνεται πολύ πιο αποδοτικό. Έπιασα το τσαπαρί μου στην συνέχεια κι έτσι όπως καθόμουν, το έριξα από τα πλάγια της βάρκας κι αφού δεν είχα τα πανιά της να με εμποδίζουν αφέθηκα στο ψάρεμα μου.
Άφησα το τσαπαρί μου να πέσει μόνο του κι όπως αυτό ήθελε προς τα κάτω και στα βαθιά νερά με την βοήθεια του βαρίδιου που την συνόδευε κι όπου θα σταματούσε αυτή κατεβαίνοντας, εκεί θα ήταν βεβαιωμένη πια η ένδειξη, ότι σκάλωσε σε ψάρια κι ότι σ’ εκείνο το βάθος έπρεπε να εντείνω την προσοχή μου ψαρεύοντας.
Παρατηρώντας το μήκος της πετονιάς που εκτυλίχθηκε όμως, είδα ότι το τσαπαρί μου σταμάτησε στην επιφάνεια σχεδόν κι αυτό δήλωνε δύο πράγματα. Ή ότι τα ψάρια βρισκόταν επιφανειακά, ή ότι κόπηκε το βαρίδι της πετονιάς για κάποιο λόγο και χωρίς αυτό δεν μπορούσε αυτή να βυθιστεί.
Άρχισα να την μαζεύω λοιπόν στην προσπάθειά μου να δω τι ακριβώς συνέβαινε κι επειδή παρέμενε χαλαρή, υπέθεσα ότι μάλλον κόπηκε το βαρίδι της. Σκεφτόμουν να την τραβήξω έξω και να ρίξω στην θέση της μια εφεδρική που είχα, αλλά τίποτε δεν έκανα. Και δεν έκανα τίποτε, γιατί έβλεπα το πτερύγιο ενός μικρού μεν, αλλά καρχαρία να γυρίζει γύρο από την βάρκα μου.
Μόνον αυτό μας έλειπε τώρα. Έλεγα μέσα μου. Να παλεύω δηλαδή και με καρχαρίες στα καλά καθούμενα. Είδα βέβαια σκυλόψαρα στα όρια της συγκεκριμένης θαλάσσιας περιοχής κι από την τρομάρα που πήρα τότε βλέποντας τα, δεν ήθελα πλέον να ξανακάνω μπάνιο στην θάλασσα.
Το να υπάρχουν όμως και καρχαρίες εκεί, αυτό μου φάνηκε πολύ παράξενο. Γύριζα ωστόσο το κεφάλι μου να δω, πότε δεξιά και πότε αριστερά από την βάρκα, μήπως κι εντοπίσω περισσότερους από τον ένα, αφού φοβήθηκα στο ενδεχόμενο να με έχουν περικυκλώσει οι καρχαρίες.
Φοβισμένος λοιπόν μη δεχθώ καμιά επίθεση από καρχαρίες, μάζευα γρήγορα την πετονιά μου, αποφασισμένος να φύγω από κει το γρηγορότερο, αλλά κι ένιωσα το δυνατό τρέμουλο που κάνουν τα ψάρια όταν αυτά αγκιστρώνονται.
Θα πάρω μόνον αυτά που πιάστηκαν στο τσαπαρί μου, έλεγα και πάλι στον εαυτό μου και θα φύγω αμέσως από δω, χωρείς να ρίξω τη πετονιά για δεύτερη φορά στην θάλασσα. Αυτό βέβαια αποφάσισα να κάνω, αλλά το τρέμουλο που ένιωσα στην συνέχεια, δήλωνε άλλο πράγμα. Ότι μόνον ένα ψάρι μάλλον ήταν αγκιστρωμένο στο τσαπαρί κι ότι συμπεριφερόταν έτσι, όπως ακριβώς κάνει το πολύ μεγάλο σκουμπρί όταν πιαστεί.
Πότε τραβούσε δυνατά δηλαδή και πότε ερχόταν από μόνο του προς την φορά της πετονιάς, χωρίς καμία σχεδόν αντίσταση. Έχασα όμως προς στιγμή τον μικρό καρχαρία από τα μάτια μου κι αυτό με έκανε να ελπίζω ότι μάλλον έφυγε από την περιοχή που ψάρευα. Κι αφού αυτό ήλπιζα, έσυρα την πετονιά μου μέχρι και την κουπαστή της βάρκας, προκειμένου να δω τι ψάρι ήταν αυτό πιάστηκε και μετά να το ανεβάσω στο εσωτερικό της.
Εκείνο που έβλεπα όμως με παραξένεψε, γιατί το μικρό καρχαρίακι ήταν αυτό που τραβούσα. Ήταν πιασμένο δε αυτό σε ένα από τα μεσαία αγκίστρια του τσαπαρί και σκαλωμένο μάλιστα εξωτερικά κι από τα ρουθούνια του. Δεν πιάστηκε δηλαδή στην προσπάθειά του να φάει το δόλωμα, αλλά καθώς τραβούσε το βαρίδιο την πετονιά προς τα κάτω, σκάλωσε το αγκίστρι στην μουσούδα του.
Όπως κι αν είχε το πράγμα όμως, φοβήθηκα όπως σας είπα από το ενδεχόμενο να μπλέξω με καρχαρίες, γιατί αν ήταν ένας μικρός εκεί, μάλλον θα υπήρχαν και μεγάλοι όπως υπολόγιζα, γι’ αυτό και φωναχτά πια δήλωνα τον φόβο μου. Αμάν μπελά που βρήκα έλεγα με δύναμη και βιαστικά ανέβασα τον μικρό καρχαρία στην βάρκα. Καλά τον ανέβασα σκεπτόμουν στην συνέχεια, αλλά και τι μπορούσα να κάνω μαζί του, αφού επικίνδυνος μου φαινόταν έτσι όπως ανοιγόκλεινε απειλητικά τα σαγόνια του.
Παρ’ όλα αυτά όμως τον περιεργαζόμουν, οπότε έβλεπα ότι ήταν γνήσιος και γκρίζος μάλιστα καρχαρίας, αν και δεν ξεπερνούσε τα εξήντα εκατοστά σε μήκος. Και πάλι φοβισμένος από την ξαφνική εμφάνιση καρχαριών στον κόλπο που για χρόνια ψάρευα ανενόχλητος, έπλεκα μέσα μου περισσότερους φόβους. Κάνε πλάκα τώρα έλεγα, να είναι κάπου εδώ κοντά η μάνα του και να είδε ότι της πήρα το παιδί της. Μαύρο φίδι που με άφαγε.
Μ’ αυτήν την σκέψη στο μυαλό λοιπόν, άφησα τον μικρό καρχαρία να σπαρταράει πάνω στα ξύλινα μέρη της βάρκας μου κι αφού έπιασα τα κουπιά της, έφυγα τρέχοντας από εκείνο το σημείο. Έφευγα, αλλά από τον φόβο που είχα, όλο και κοιτούσα πίσω μου να δω, μη τυχόν και με ακολουθούσε η μάνα του μικρού καρχαρία.
Ήταν δε τέτοιος ο φόβος μου, που δεν κατάλαβα πότε βρέθηκα κοντά στην πρώτη σειρά ψαράδων που συνάντησα επιστρέφοντας, όπου και στάθηκα να ακούσω τι μου έλεγαν αυτοί και δεν καταλάβαινα.
– Τι έγινε ρε; Τι έπαθες και τρέχεις προ τα έξω; Φάντασμα είδες; Ακόμη νωρίς είναι, μείνε εδώ μαζί μας και μη φεύγεις από τώρα.
– Να, ρε σεις. Τους έλεγα κι εγώ αρκετά λαχανιασμένος από το γρήγορο κωπηλάτισμα. Έπιασα έναν μικρό καρχαρία και φοβάμαι μη τυχόν και με ακολουθεί η μάνα του, γι’ αυτό και φεύγω τρέχοντας.
– Αν σε κυνηγούσε η μάνα του. Έλεγαν αυτοί γελώντας μαζί μου. Δεν θα προλάβαινες να κάνεις ούτε βήμα από κει που ήσουν. Μη φοβάσαι όμως, γιατί αυτά δεν έχουν ούτε μάνα ούτε πατέρα. Αυγά γεννούν οι καρχαρίες κι αυτά τα παρατούν στα βράχια. Αν καταφέρουν να βγουν ψάρια από αυτά, σαν κι αυτό που έπιασες και τα συναντήσουν στον δρόμο τους οι μάνες που τα γέννησαν, τότε τα τρώνε ευχαρίστως, γιατί δεν ξέρουν ότι αυτά είναι τα δικά τους παιδιά.
Ανακουφίστηκα είναι αλήθεια από όσα άκουσα να μου λένε, γι’ αυτό και φωναχτά πια τους έλεγα.
– Ώ ρε σεις τι μαθαίνω σήμερα? Από τον φόβο που πήρα, καθόλου δεν σκέφτηκα ότι αυτά δεν είναι θηλαστικά.
Έτσι είναι. Βεβαίωναν αυτοί κι αμέσως ρωτούσαν να τους πω, τι θα έκανα εκείνον το μικρό γαλέο που τους έδειχνα κι αν ήξερα πώς να τον γδάρω. Εγώ βέβαια τίποτε δεν ήξερα από γαλέους, αλλά και πρώτη μου φορά βλέπω κάτι τέτοιο σ’ εκείνη την θάλασσα. Κι επειδή δεν ήξερα τι να τον κάνω, με συμβούλευαν αυτοί τι να κάνω. Άκου λοιπόν τι θα του κάνεις μου είπαν κι αφού μου εξήγησαν τον τρόπο που έπρεπε να ετοιμάσω τον μικρό καρχαρία για φαγητό, τους άφησα να συνεχίσουν το ψάρεμά τους κι εγώ βγήκα στην στεριά, προκειμένου να εφαρμόσω όσα μου υπόδειξαν να κάνω.
Είχαν δίκαιο όμως οι ηλικιωμένοι ψαράδες, γιατί όντως δυσκολεύτηκα να τον γδάρω, αλλά και πολύ καλός μεζές έγινε στο τηγάνι. Το κεφάλι του μικρού καρχαρία όμως το περιποιήθηκα ιδιαίτερα, το οποίο κι έστειλα δώρο στον πεθερό μου, έτσι ώστε να δει κι αυτός τον καρχαρία που έπιασα, έστω και κατά τύχη, έστω κι αν ήταν τόσο μα τόσο μικρός.
Μιχάλης Αλταλίκης