Δεύτερη πρόταση πρόσληψης, από την μεγάλη βιομηχανία.

  Πριν από ένα εξάμηνο μου έκαναν πρόταση οι διευθυντές της μεγάλης μονοπωλιακής βιομηχανίας να μεταπηδήσω ως εργαζόμενος στην δική τους εργασιακή ομάδα, από εκεί που μέχρι τότε προσέφερα τις υπηρεσίες μου, την οποία απέρριψα βέβαια όπως σας ανάφερα στα προηγούμενα. Και την απέρριψα τότε, για το λόγο ότι έπρεπε να δεχθώ μια οικονομική σχέση μαζί τους, η οποία περιορίζονταν στο εν τρίτο του μισθού που ήδη έπαιρνα στην πολυεθνική εταιρεία που εργαζόμουν.

 Αυτό βέβαια που θα έκανα εκεί, δεν είχε σχέση με την αυτό καθ’ εαυτό εργασία μου, αλλά με ένα μικρό μέρος αυτής, μπορούσα να καλύψω εγώ λόγω πείρας, κάποια διαχειριστική ειδικότητα που τους έλειπε από ένα τμήμα τους κι αυτός ήταν ο λόγος που σκέφτηκαν να με κάνουν συνάδελφό τους. Είναι αλήθεια όμως, ότι μελέτησα ην πρόταση τους τότε, αν και καθόλου δεν μου άρεσε η δημοσιοϋπαλληλικής νοοτροπίας εργασία που έπρεπε να δεχθώ, αλλά και δεν μπορούσα να εγκαταλείψω τα σαράντα χιλιάρικα τον μήνα και να περιοριστώ στα δεκαεπτά που θα έπαιρνα εκεί, έστω κι αν μου υποσχόταν μια θέση προϊσταμένου και αναγνώριση προϋπηρεσίας δώδεκα ετών.

 Κι αφού δεν μπορούσαν αυτοί να καλύψουν το οικονομικό κενό που μου προέκειπτε, βεβαίως και δεν επέμεναν στην πρόσληψη μου. Την ξέχασαν θα έλεγα, όπως έκανα κι εγώ άλλωστε. Ποτέ μου δεν το ξανασκέφτηκα. Τους είχα πελάτες μου όμως κι ως εκ τούτου, ταχτικά πήγαινα στα γραφεία τους. Εκτός αυτού, έδρευαν σε κάποιον από τους κεντρικούς δρόμους της πόλης μας, τον οποίο επίσης πολύ συχνά χρησιμοποιούσα, προκειμένου να κάνω τις επαγγελματικές μου επισκέψεις.

 Όποτε λοιπόν μου το επέτρεπε ο χρόνος και βρισκόμουν στην γειτονιά τους, ανέβαινα στον τρίτο όροφο της οικοδομής που βρισκόταν τα γραφεία τους και τους έλεγα μια καλημέρα. Σε μια απ’ αυτές τις απρογραμμάτιστες επισκέψεις μου λοιπόν, μου έκανε νόημα ο διευθυντής τους όταν με είδε να βαδίζω στον διάδρομο του ορόφου τους, ώστε να περάσω κι από το προσωπικό του γραφείο μετά.

 Όταν τελικά βρέθηκα εκεί, αμέσως σχεδόν μπήκε αυτός στο θέμα που τον απασχολούσε, προτείνοντάς μου και πάλι, να δεχθώ την ένταξή μου στο προσωπικό της μεγάλης τους βιομηχανίας κι αυτά μου έλεγε.

 – Δεν με άκουσες τότε. Θέλεις να κάνουμε και σήμερα μια προσπάθεια, μήπως και καταφέρουμε να σε κάνουμε τώρα τουλάχιστον συνάδελφο μας; Άλλωστε. Πέρασε ένα εξάμηνο σχεδόν από τότε που κουβεντιάσαμε αυτό το θέμα. Μας απέρριψες βέβαια εσύ, αλλά επειδή άλλαξαν πολλά εν το μεταξύ, νομίζω ότι πρέπει να εξετάσεις ξανά την πρόταση μας. Τι λες λοιπόν; Να το κάνουμε;

 – Άσε κύριε διευθυντά. Τώρα πια παίρνω σαράντα πέντε χιλιάρικα τον μήνα, πώς να έρθω σε σας και να πάρω μόνον δεκαεπτά και μισό;

 Άκουσε αυτός την οικονομική ανάλυση που του έκανα και κουνούσε το χέρι του επιδοκιμαστικά λέγοντας.

  – Ακόμη εκεί είσαι συ;

 Αφού μου είπε αυτό, σηκώθηκε από την θέση του κι αμέσως μου έκανε νόημα να τον ακολουθήσω. Ακολουθώντας τον λοιπόν, πήγαμε προς το γραφείο των συνδικαλιστών. Τους βρήκαμε συγκεντρωμένους, αλλά και ειρηνεύοντες πλέον, εφόσον σταμάτησαν να ασχολούνται με τα θέματα των εκλογών κι όπως όφειλαν, άκουγαν με προσοχή όσα τους έλεγε ο διευθυντής τους.

 – Τι λέτε; Να κάνουμε μια προσπάθεια ακόμη, μήπως και τον κάνουμε δικό μας;

 – Ας κάνουμε. Είπαν σύσσωμοι αυτοί. Αφού ούτως ή άλλως, χαίρει αυτός της αποδοχής όλων μας, αλλά και τον χρειαζόμαστε. Λοιπόν; Τι λες; Να το προχωρήσουμε;

 Αυτά μου έλεγαν κι αυτοί, οπότε περίμεναν την απάντηση μου. Μέχρι να τους πω κι εγώ κάτι όμως, επενέβη ο προϊστάμενος τους, ο οποίος και μου έκανε μια νέα οικονομική ανάλυση.

 – Το δεκαεπτά που ήξερες ότι θα έπαιρνες τότε που το κουβεντιάσαμε για πρώτη φορά, έγινε τώρα εκατόν εβδομήντα, δεδομένου ότι μας αναγνώρισαν τα εξτρά στον κανονικό μας μισθό. Σύμφωνα με τα νέα δεδομένα λοιπόν, μάλλον δεν θα είναι φρόνιμο για σένα, να αρνηθείς την πρόταση που σου κάνουμε.

 Νταμπλάς μου ήρθε όταν άκουσα τα νέα που τους προέκυψαν κι όπως ήταν λογικό, τους κοιτούσα αποσβολωμένος. Είδαν αυτοί την αντίδραση μου και για να βοηθήσουν την απόφαση μου, έλεγαν τα παρακάτω χαρούμενοι.

 – Έχεις κανένα βουλευτή γνωστό σου, ώστε να του πεις να σε φέρει εδώ;

 – Όχι. Τους είπα. Δεν έχω.

 Αφού με κοίταξαν καλά, καλά κι ερευνητικά για λίγο, έλεγαν μετά στον διευθυντή τους.

 – Δεν έχουμε παρά να κάνουμε εμείς αυτήν την κίνηση.

 – Ναι. Είπε εκείνος. Αλλά εγώ τώρα πια δεν έχω την δυνατότητα που είχα πριν. Μάλλον εσείς πρέπει να δείτε αυτό το θέμα.

  Δικαιολογημένα τους πέταξε εκείνο το υπονοούμενο, αφού αυτός ήταν τοποθετημένος εκεί από την προηγούμενη κυβέρνηση. Το διάστημα που αναφέρομαι όμως, διανύαμε τον έκτο μήνα του 1982, οπότε έκαναν κουμάντο πια εκεί, οι της νέας κυβέρνησης συνδικαλιστές.

 Με αυτό το σκεπτικό λοιπόν, έπρεπε να βρεθεί κάπου μια δική μου σχέση με τα πολιτικά κόμματα κι επειδή όντως και δεν είχα, με υποχρέωσαν να τρέχω, πότε μόνος μου και πότε συνοδευόμενος από τους συνδικαλιστές, στην προσπάθεια μας να βρούμε βοήθεια από τους βουλευτές των κομμάτων της περιοχής μας, αφού άλλος τρόπος δεν υπήρχε να προσληφθώ στην βιομηχανία τους, όσο κι αν τους ήμουν βεβαιωμένα χρήσιμος.

 Δυστυχώς για μένα λοιπόν, σε κανένα από τα κόμματα δεν μπόρεσαν να βρουν συμπαράσταση οι συνδικαλιστές, για τον λόγο ότι σε κανένα από αυτά δεν υπήρχα ως μέλος κι αφού έτσι είχε το πράγμα, αδυνατούσαν να με κάνουν συνάδελφός τους. Το πώς έγιναν όμως τα δικά τους δεκαεπτά χιλιάρικα, εκατόν εβδομήντα σε ένα εξάμηνο, αυτό δεν το ξέρω, αλλά και για να είμαι ειλικρινής, ποτέ δεν το κατάλαβα.

 Το γιατί έγιναν τόσα πολλά και μάλιστα πέντε φορές περισσότερα, από αυτά που έπαιρναν τότε όλοι οι άλλοι φορολογούμενοι πολίτες κι εργαζόμενοι γερά στον ιδιωτικό φορέα, από τους φόρους των οποίων ως γνωστόν και μόνον πληρώνονται όλοι οι δημόσιοι υπάλληλοι, χωρείς να παράγουν κάτι, δεν ξέρω τίνος οικονομολόγου πολιτικού έμπνευση μπορεί να ήταν.

 Το που βρήκε όμως τόσα πολλά λεφτά εκείνη η κυβέρνηση, αφού δεν υπήρχαν και είχε την δυνατότητα να κάνει μια τέτοια αλόγιστη σπατάλη στα ταμεία του κράτους, προκαλώντας συγχρόνως και την αθρόα προσέλευση στο δημόσιο, όσων ήθελαν να μισθοδοτούνται από αυτό έστω και χωρείς να κάνουν κάτι και μάλιστα κάτω από παρόμοιες οικονομικές συνθήκες, πάλι δεν το ξέρω. Όπως δεν ξέρω και με ποιο σκεπτικό επέτρεψε εκείνος ο πρωθυπουργός τότε, να ξοδεύει στο δημόσιο χώρο, ασύγκριτα περισσότερα από αυτά που μπορούσε να εισπράττει.

 Κανένας σώφρων άνθρωπος δεν ξοδεύει περισσότερα από τα έσοδα που μπορεί να έχει, γιατί ξέρει ότι θα καταστραφεί. Εκείνος ο πρωθυπουργός όμως ήταν οικονομολόγος, δεν ήταν καλλιτέχνης. Πως λοιπόν έκανε κάτι τέτοιο; Δεν ήξερε δηλαδή ως οικονομολόγος, ότι με αυτή την ενέργεια θα καταλήγαμε μέρα με την μέρα χρεοκοπημένοι; Αν πάλι το ήξερε; Πολύ θα ήθελα να μάθω, γιατί το έκανε.

 Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, δεν έτρεχα μόνον εγώ τότε να βρω μια θέση στο δημόσιο. Όλοι έτρεχαν. Και οι βουλευτές όπως πάντα, βόλευαν εκεί κι οπουδήποτε αλλού έβρισκαν όσους ήθελαν να βολέψουν. Μήπως με τα δικά τους χρήματα θα τους πλήρωναν; Η αλόγιστη συμπεριφορά των βουλευτών βέβαια, δεν ήταν πρωτόγνωρη σε μας αφού την ζούσαμε για αρκετά χρόνια πριν, από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.

 Αν και ήταν ηπιότερη όμως η δική τους οικονομική πολιτική, δεδομένου ότι οι εργαζόμενοι στο δημόσιο έπαιρναν λιγότερα κι από τα μισά, από αυτά που έπαιρναν οι εργαζόμενοι στον ιδιωτικό φορέα, εν τούτοις, δεν υπήρχαν πλέον χρήματα στα ταμεία του κράτους προκειμένου να καλυφθούν οι ανάλογες δαπάνες.

 Κι επειδή αυτή η οικονομική συμπεριφορά είχε άσχημες επιπτώσεις στις τσέπες των φορολογουμένων, με θάρρος ψήφισαν οι άνθρωποι την αλλαγή κυβέρνησης, ελπίζοντας βέβαια ότι θα γλίτωναν επιτέλους από εκείνα τα ατελείωτα ρουσφέτια, αλλά κι από αυτό το αδηφάγο θηρίο, που φέρει το όνομα δημοσιοϋπαλληλικός χώρος.

 Αν κι έγινε όμως η πολυπόθητη αλλαγή αφού υποστηρίχθηκε ένθερμα από τους ψηφοφόρους, αντί να σμικρύνει αυτό το θηρίο όπως όλοι μας περιμέναμε να δούμε, η νέα κυβέρνηση το μετάλλαξε τόσο, που το έκανε πλέον Λερναία Ύδρα. Και δεν το έκανε αυτό στην τύχη, αλλά για να μας κυβερνά ο νέος μας πρωθυπουργός, για πενήντα συνεχόμενα χρόνια όπως το διατυμπάνιζε αυτό στις εκάστοτε προεκλογικές του εξτρατίες, αν και ποτέ δεν μας εξήγησε, για ποιόν λόγο έπρεπε να κάνει κάτι τέτοιο.

 Από τότε και στο εξής όμως, αυτή η αδηφάγα και παντοδύναμη Λερναία Ύδρα που φωτογραφίζει τον δημοσιοϋπαλληλικό χώρο, μας τρώει όλους και κανείς δεν μπορεί πλέον να την κουμαντάρει, γιατί από το να τρώει ότι βρίσκει μπροστά της, μεγάλωσε υπερβολικά και τόσο πολύ μάλιστα, που την φοβούνται όλοι.

 Αυτή η παράλογη και άδικη οικονομική διαφορά που προέκυψε ανάμεσα στους εργαζομένους του ιδιωτικού φορέα και στους βολεμένους του δημοσίου, δεν έγινε βέβαια μόνον στην βιομηχανία που αναφέρομαι. Έγινε σε ολόκληρο τον κρατικοδίαιτο χώρο, με αποτέλεσμα να μεγαλώσουν τόσο πολύ οι οικονομικές υποχρεώσεις του κράτους μας, που αναγκαστικά πια δανειζόταν για να πληρώσει τους σπάταλους μισθούς.

 Αλλά και οι δημόσιοι υπάλληλοι έγιναν σπάταλοι από τότε και μετά, εφόσον απέκτησαν πλέον πολλή μεγάλη οικονομική ευχέρεια από τα ανέλπιστα κι εξαιτίας αυτού, εξυμνούσαν κι ακόμη εξυμνούν τον τότε πρωθυπουργό, ο οποίος δικαίως ευελπιστούσε να κυβερνά το κράτος μαζί τους, για πενήντα χρόνια όπως έλεγε.

 Όταν έλεγε πριν από καιρό, εκείνος ο πρωτοκλασάτος υπουργός του, ότι μαζί τα φάγαμε, λέτε να μην εννοούσε αυτό; Αυτός βέβαια, τις δικές του ευθύνες ήθελε να σκεπάσει με όσα έλεγε, αλλά και δεν είναι ψέμα αυτό που είπε. Από την αρχή ήξερε κι αυτός, ότι κάπως έτσι θα κατέληγε αυτή οικονομική συμπεριφορά, όπως το ήξεραν κ όλοι τους άλλωστε. Το γιατί το επέτρεψαν να γίνει όμως, είναι μια κατηγορία που προσωπικά τους ανήκει και με κανέναν δεν μπορούν να την μοιραστούν, όσο κι αν θέλουν να την φορτώσουν και σ’ εμάς.

  Από την στιγμή που αποφάσισαν να εφαρμόσουν αυτήν την πολιτική, με το δίκαιό τους την δέχτηκαν οι εργαζόμενοι στο δημόσιο, αφού όντως και δεν ήταν σε θέση να ξέρουν, αν τα ταμεία του κράτους είχαν, ή δεν είχαν την δυνατότητα να την υποστηρίξουν ανώδυνα για όλους. Αν όμως τους ρωτούσαν να απαντήσουν στο ερώτημα. Θέλετε να σας αυξήσουμε τον μισθό σας δέκα φορές επάνω σήμερα και εις αντάλλαγμα αυτού, να ξεπουληθεί η πατρίδα σας αργότερα, εσείς τι λέτε; Θα το δεχόταν;

 Εγώ προσωπικά, δεν πιστεύω ότι θα προτιμούσαν να δουν την πατρίδα τους να σέρνεται αυτή ως υπαίτια και να εξευτελίζεται μπροστά στα μάτια τους, από όλους αυτούς τους αιμοχαρείς που μας παρουσιάζονται ως δανειστές μας, για το οικονομικό αδιέξοδο που ούτως ή άλλως θα κατέληγε αυτή να αντιμετωπίσει, από εκεί που την οδηγούσε ό ίδιος της ο πρωθυπουργός και μαζί με αυτόν, όλοι εκείνοι που ανεύθυνα συμμετείχαν στην κυβέρνησή του.

 Αυτοί οι αδίσταχτοι πολιτικοί όμως, κανέναν δεν ρώτησαν. Μονομερώς αποφάσισαν να το κάνουν, αν και ήξεραν το αποτέλεσμα και για να μας φτάσουν στην προσχεδιασμένη χρεοκοπία, από τότε υποστήριζαν ότι λεφτά υπάρχουν κι ότι οι προηγούμενοι πολιτικοί, δεν ήθελαν να μας τα δώσουν. Πάρτε τα λεφτά που σας δίνουμε λοιπόν και καθόλου μη νοιάζεστε. Λεφτά υπάρχου. Εμείς σας αγαπάμε, γι’ αυτό και σας τα δίνουμε. Αυτά με λίγα λόγια τους έλεγαν.

  Κι αφού έτσι έλεγε ο πρωθυπουργός μας, τα πήραν οι άνθρωποι. Κι αφού τους φάνηκε δίκαιη αυτή η συμπεριφορά, άρχισαν να ζουν πλέον με την ευχέρεια που τους παραχωρήθηκε, αλλά και δεν μπορούσαν να την αρνηθούν. Κανίς τους δεν υποψιάστηκε τον λάκκο που ετοίμαζαν σε όλους μας και κανίς από αυτούς, όπως κι από εμάς άλλωστε, δεν ήταν δυνατόν να φανταστεί έναν τόσο πονηρό δόλο.

 Κι αφού έτσι είχαν τα πράγματα, λογικά ο καθένας κοίταζε πως και που θα βολευτεί και κανείς δεν ανησυχούσε αν με την δική του οικονομική ευχέρεια, προκαλούσε οικονομικό αδιέξοδο σ’ όλους τους εργαζομένους της χώρας, αφού λόγω της αλόγιστη ζήτηση προϊόντων, ανέβηκαν και οι τιμές αυτών στα ύψη.

 Κλήθηκαν δηλαδή να αντιμετωπίσουν άνισα έκτοτε την ζωή τους, όλοι οι υπόλοιποι εργαζόμενοι, οι οποίοι δεν τα έβγαζαν πλέον πέρα. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε που αναπολούσαν την εποχή που δούλευε ένας στην οικογένεια και συντηρούσε τους υπόλοιπους. Τότε δηλαδή, που οι στο δημόσιο διορισμένοι, δούλευαν δύο για να τα βγάλουν πέρα, όπως ακόμη γίνεται σε όλα τα άλλα κράτη του κόσμου.

  Όταν δούλευαν λοιπόν δύο στο δημόσια για να τα βγάλουν πέρα, το κράτος μας έμπαινε μέσα και τα ταμεία του ήταν άδεια. Με την αλλαγή που μας έγινε μετέπειτα όμως, οι εργαζόμενοι έχασαν τις δουλειές τους κι αν δεν τις έχασαν, συνέχισαν να δουλεύουν πάλι ένας στο κάθε σπίτι κι αυτός έπαιρνε από είκοσι έως και σαράντα χιλιάρικα τον μήνα. Οι στο δημόσιο διορισμένοι όμως ήταν και πάλι δύο, μόνον που τότε έφερναν στο σπίτι τους τριακόσιες και πλέον χιλιάδες δραχμές στον ίδιο μήνα.

 Από τότε και μετά κι αφού πέρασαν κοντά δέκα χρόνια, τα δικά μου μηνιαία έσοδα μετά βίας πλησίαζαν τα εκατόν σαράντα χιλιάρικα, ενώ όσοι ήταν βολεμένοι και υπεράριθμοι σε εκείνη την βιομηχανία που αναφέρομαι, έπαιρναν πλέον εξακόσια πενήντα χιλιάρικα.

 Ήταν και πάλι δέκα φορές περισσότεροι από όσους ενδεχομένως χρειαζόταν να είναι εκεί κι όσοι ήθελαν να βγουν στην σύνταξη αν και δεν είχαν το όριο ηλικίας, προκειμένου να πάρουν την θέση τους άλλοι βολεμένοι, πήραν από εξήντα εκατομμύρια δραχμές εφάπαξ και σύνταξη όμοια με τον προϋπάρχοντα μισθό τους κι έφυγαν ευχαριστημένοι για όσα τους έκανε το κόμμα τους.

  Αν ένα εξάμηνο πριν, έκανα εκείνη την αλλαγή και πήγαινα στο πόστο που ήθελαν να με τοποθετήσουν, θα έφευγα κι εγώ από εκεί με την οικειοθελή μου σύνταξη στο χέρι. Και θα έφευγα ως συνταξιούχος από τα σαράντα μου, με εξακόσια πενήντα χιλιάρικα τον μήνα σύνταξη, έχοντας κάτω από την μασχάλη μου και το εφάπαξ πακέτο των εξήντα εκατομμυρίων δραχμών.

  Θα αδιαφορούσα ενδεχομένως κι εγώ, για το πόσες γενιές αργότερα θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να πληρώνουν τον λογαριασμό που κι εγώ θα επιβάρυνα, ο οποίος από τότε μας προέκυψε κι ακόμη είναι αβάσταχτος κι όντως δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις που θα τον κάνουν κάποτε εξοφλητέο.

 Τώρα που κι εγώ πια είμαι συνταξιούχος, αλλά των χιλίων ευρώ, καλούμαι όπως κι όλοι εσείς οι εργαζόμενοι και μη, να πληρώσω με τους φόρους που μου βάζουν, με την μείωση της σύνταξης μου, με τις αυξήσεις των προϊόντων όλων των αναγκών μου, την οικονομική πολιτική που προσδιόρισε από τότε και ακόμη ισχύει, ένας πρωθυπουργός που αν μη τι άλλο ήταν με πτυχίο οικονομολόγος και μάλιστα καλός όπως μας έλεγαν.

 Ως καλός οικονομολόγος λοιπόν, υποτίθεται ότι ήξερε τι έπρεπε να κάνει προκειμένου να μας προστατέψει από το σπάταλο κράτος, το οποίο οι προηγούμενες κυβερνήσεις βέβαια μας κληροδότησαν. Αυτός όμως δεν το έκανε και το ερώτημα είναι ξεκάθαρο. Γιατί άραγε;

  Όλο αυτό όμως, δεν μας προέκυψε τυχαία. Οργανωμένο ήταν και το οργάνωσαν τέλεια οι πίσω από όλους κι από όλα ευρισκόμενοι, αφού όπως πολύ καλά ξέρουν αυτοί να κάνουν, αυτόν τον τρόπο αντιμετώπισης συμβούλεψαν και σ’ εκείνο το πρωθυπουργό να εφαρμόσει, για να μας στείλει μια ώρα αρχύτερα στην χρεοκοπία, την οποία από χρόνο, σε χρόνο, στόχευαν να μας την κάνουν αβάσταχτη. Δήθεν τυχαία δηλαδή, αλλά κι από δική μας ασυδοσία τάχα.

 Έτσι κάνουν αυτοί. Σκάβουν τον δικό μας λάκκο, με την βοήθεια των πολιτικών που αυτοί ξέρουν πώς να μας τους μοστράρουν κι όταν καταφέρνουν να μας χώσουν μέσα, μας βοηθούν να κατηγορούμε εμείς τον εαυτό μας κι ο ένας τον άλλον, ως να είμαστε άχρηστοι, μη ξέροντας πώς να διοικηθούμε και ποιό κόμμα να ψηφίσουμε. Με απώτερο σκοπό βέβαια, να μην καταλάβουμε ποτέ, ότι όποιο κόμμα κι αν ψηφίζουμε, στον λάκκο που αυτοί ετοιμάζουν για μάς, σ’ αυτόν να πέφτουμε.

 Ωστόσο όμως. Βολεύτηκαν πολλοί τότε και βολεμένοι όπως ήταν, με το δίκαιό τους υποστήριζαν ότι καλά έκανε εκείνος ο πρωθυπουργός. Μετά από τριάντα χρόνια όμως, όντως χρεοκοπήσαμε, γιατί και οι μετέπειτα πολιτικοί, για να μην αφήσουν να πάει χαμένη η όλη προσπάθεια του πρώτου διδάξαντος, έκαναν ότι μπορούσαν, ώστε να επισπεύσουν την χρεοκοπία μας. Και δεν αρκέστηκαν μόνον σ’ αυτό, αλλά πέτυχαν και μεγαλύτερο ποσό χρέους να μας φορτώσουν και κανείς από μας τους πολιτικά τοποθετημένους χρεώστες, δεν θέλει να ξέρει, γιατί γίνονται σ’  εμάς όλα αυτά τα περίεργα.

 Μετά από τόσα χρόνια πάντως και μετά από όσα μας προέκυψαν εν τω μεταξύ, αισθάνομαι ευτυχής κατά κάποιον τρόπο, που δεν κατάφερα να διοριστώ τότε στο δημόσιο, γιατί έτσι όπως βρεθήκαμε χρεωμένοι, θα βασανιζόμουν τώρα ως συνένοχος και συμμέτοχος στην καταστροφή της πατρίδας μου και των συμπατριωτών μου.

 Και πάλι βασανίζομαι όμως, αφού βλέπω τον εαυτό μου όπως και τους συμπατριώτες μου να ψάχνουν στις άδειες τσέπες τους μήπως και βρουν τα χρήματα που τους χρειάζονται, προκειμένου να πληρώσουν αυτοί, όσα σπατάλησαν κι ακόμη σπαταλούν αλόγιστα οι κάθε λογής πολιτικοί και βολεμένοι, οι οποίοι εξακολουθούν να ζουν ανάμεσα μας ασυνείδητα και να καμαρώνουν μάλιστα, για όσα εδώ και τριάντα χρόνια απέκτησαν, κλέβοντας την πατρίδα τους και τους συμπατριώτες τους.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *