Ο Γείτονας Βγαίνει Στο Μπαλκόνι Του Μαζί Με Την Τζαμαρία

  Δεν πέρασαν όμως περισσότερες από δέκα μέρες από τότε που καλούσε σε βοήθεια και νυχτιάτικα μάλιστα ο διευθυντής των ΜΑΤ κι ακούσαμε ένα απόγευμα να φωνάζει, κάποιος άγνωστος από τον δρόμο της γειτονιάς μας και να καλεί τον Γιάννη.

– Γιάννη. Γιάννη. Γιάννη.

Γιάννη βέβαια έλεγαν τον γείτονα μας, αυτόν δηλαδή που έμενε στο απέναντι ρετιρέ από το δικό μας, αλλά αυτόν να ζητούσαν άραγε; Με αυτήν την σκέψη στο μυαλό, βγήκα στο μπαλκόνι να δω τον λόγο που τον καλούσε κάποιος, όπως έκαναν άλλωστε μαζί μ’ εμένα και πολλοί άλλοι από τους γείτονές μας, ανάμεσα στους οποίους ήταν κι ο διευθυντής των ΜΑΤ.

Όπως και το βλέπαμε όμως αυτό, κανένας δεν ήταν στον δρόμο, γι’ αυτό και υποθέσαμε ότι μάλλον έφυγε αυτός που τον καλούσε, αλλά ούτε κι ο Γιάννης βγήκε στο μπαλκόνι του να δει ποιος τον ζητούσε. Ήταν κάπου απασχολημένος αυτός εκείνη την στιγμή κι αφού άκουσε να τον καλούν με το όνομά του, παράτησε την δουλειά του και κάπως αργά βέβαια, αλλά και λίγο βιαστικά, επιχείρησε τελικά να βγει στο μπαλκόνι του, δεδομένου ότι δεν ξέραμε να υπάρχει άλλος Γιάννης στην γειτονιά μας.

Ξέχασε όμως ότι είχε μεγάλες συρταρωτές μπαλκονόπορτες στο ρετιρέ του, ή δεν πρόσεξε ότι ήταν κλειστές αυτές, γι’ αυτό και με την φόρα που είχε, έπεσε με δύναμη πάνω στην μία από αυτές, με αποτέλεσμα να σπάσει το μεγάλο τζάμι της στο πέρασμά του. Σπάζοντας όμως το τζάμι του, κομματιάστηκε αυτός από τα άτσαλα σπασμένα τζάμια κι έτσι όπως ήταν αιμόφυρτος, έσκυψε  πάνω από τα κάγκελα και ρωτούσε.

– Ποιος είναι; Ποιος είναι;

Δεν ήταν βέβαια αστείο αυτό που έπαθε ο Γιάννης, αλλά εμείς γελούσαμε με το πάθημά του αντί να στεναχωρηθούμε και ποιο πολύ από όλους μας, γελούσε ο διευθυντής των ΜΑΤ, ο οποίος και του έλεγε ευχαριστημένος.

– Καλά να πάθεις ρε. Για να μάθεις άλλη φορά, να μη γελάς με τα παθήματα των άλλων.

Ο Γιάννης όμως ήταν αιμόφυρτος όπως το έβλεπε και δεν είχε όρεξη για κουβέντες, γι’ αυτό και γρήγορα κατέβηκε στον δρόμο, από όπου πήρε το αυτοκίνητο του και κατευθύνθηκε προς το εφημερεύον νοσοκομείο. Είδαμε βέβαια εμείς τον Γιάννη να φεύγει, αλλά αυτόν που πριν από λίγο τον καλούσε, πουθενά δεν τον εντοπίσαμε, όσο κι αν τον ψάξαμε, αν και μερικοί από τους γείτονές μας, κατέβηκαν στον δρόμο για τον ίδιο λόγο.

Μετά από ένα δίωρο περίπου επέστρεψε ο Γιάννης και ήταν φασκιωμένος ολόκληρος σχεδόν, αφού σε όλο του σώμα είχε δεσίματα με γάζες που του έβαλαν στο νοσοκομείο που επισκέφτηκε. Δεν πέρασαν όμως πολλές μέρες από τότε και πριν καλά, καλά επουλωθούν οι πληγές του, πάλι ήρθε κάποιος ένα απόγευμα και τον καλούσε από τον δρόμο.

– Γιάννη. Γιάννη. Γιάννη.

Αφού και πάλι άκουσε να καλούν πολλές φορές το όνομά του, όπως κι εμείς άλλωστε, έτρεχε προς το μπαλκόνι του να δει, ποιος επιτέλους είναι αυτός που τον καλεί, σίγουρος βέβαια ότι άλλον Γιάννη δεν είχαμε στην γειτονιά μας όπως σας είπα.

Για να μην πάθει τα ίδια όμως, τέντωσε το χέρι του προκειμένου να πιάσει το τζάμι, αν βέβαια ήταν κλειστή η μπαλκονόπορτά του, ή για να  βεβαιωθεί ότι ήταν ανοιχτή, πριν ορμίσει προς τα έξω. Για κακή του τύχη όμως, η μπαλκονόπορτα του ήταν πάλι κλειστή και για λίγα χιλιοστά μόνον δεν ακούμπησε ο Γιάννης το τζάμι της. Υποθέτοντας τελικά ότι μάλλον ήταν ανοιχτή αυτή, όρμισε τελικά προς τα έξω.

Ναι. Αλλά βιαστικός καθώς ήταν, έπεσε με δύναμη πάνω στο τζάμι, με αποτέλεσμα να το σπάσει για δεύτερη φορά κι ως εκ τούτου, βρέθηκε και για δεύτερη φορά χαρακωμένος. Αιμόφυρτος και πάλι, αναζητούσε επίμονα από το μπαλκόνι του αυτόν που τον καλούσε, αλλά πουθενά δεν τον έβλεπε.

Θυμωμένος μαζί του όμως, έτρεχε κατεβαίνοντας τις σκάλες προκειμένου να τον βρει και αλίμονο του. Δυστυχώς όμως, πουθενά δεν τον εύρισκε, οπότε πάλι πήγε μόνος στο νοσοκομείο για τα περαιτέρω. Επέστρεψε πάλι φασκιωμένος από εκεί βέβαια και για να γλυτώσει από τα πειράγματα που του έκαναν οι γείτονες μας, κρύφτηκε για λίγες μέρες μέσα στο σπίτι του.

Μετά από αυτές όμως, ξεθάρρεψε ο Γιάννης οπότε πάλι τον βλέπαμε στο μπαλκόνι του, αλλά κι ακόμη γελούσαμε μαζί του, αφού για δεύτερη φορά έπαθε την ίδια ζημιά και δεν ήταν λίγα τα πειράγματα που του κάναμε. Εγώ ιδικά που και αντικριστά του βρισκόμουν στο δικό μας μπαλκόνι, του έκανα τα περισσότερα πειράγματα από τους υπόλοιπους, αλλά και μαζί με αυτά τον συμβούλευα κιόλας.

– Βάλε ένα χαρτί στην πόρτα σου βρε Γιάννη και γράψε πάνω σ’ αυτό, το τζάμι είναι εδώ, για να μη βγεις πάλι έξω και γίνεις για τρίτη φορά κομμάτια.

Άκουγε υπομονετικά ο Γιάννης τα πειράγματά μου, αλλά και μου έλεγε με κάποια πικρία στην φωνή του.

– Δεν θα πάθεις κι εσύ ρε κάτι; Τότε να δεις τι γέλιο θα κάνω εγώ.

Έλα όμως που πριν καλά, καλά, κλείσουν και πάλι οι πληγές του, για τρίτη φορά εμφανίστηκε αυτός και πάλι φώναζε από τον δρόμο.

– Γιάννη. Γιάννη. Γιάννη.

Θυμωμένος ο Γιάννης με αυτόν που τον καλούσε και δεν τον έβλεπε κι εξαιτίας του δύο φορές έσπασε το τζάμι της μπαλκονόπορτάς του με κίνδυνο να σφαχτεί, έτρεχε και πάλι βιαστικά προς το μπαλκόνι του.

Όπως ήταν επόμενο όμως, δεν έδωσε σημασία στην ταινία που ο ίδιος έβαλε στο τζάμι του προκειμένου να προφυλαχτεί από τρίτη σφαγή, γι’ αυτό και πάλι βγήκε μαζί με το τζάμι έξω και χαρακωμένος μάλιστα.

Μαζί με αυτόν όμως, βγήκαν κι όλοι οι γείτονες στα μπαλκόνια τους, αποφασισμένοι να δουν επιτέλους αυτόν που τον καλούσε και να του πούμε να σταματήσει πια να κάνει το ίδιο, γιατί έτσι όπως το πήγαινε, θα γινόταν αυτός αιτία, ώστε να χάσουμε εμείς τον γείτονας μας.

Δυστυχώς όμως, ούτε κι κείνη τη φορά τον εντοπίσαμε και δυστυχώς για τον Γιάννη, γέμισε για τρίτη φορά με ράμματα κι επιδέσμους και ευτυχώς γι’ αυτόν θα λέγαμε, δεν σφάχτηκε. Όπως ήταν λογικό πια κι αυτό, πήρε όρκο ο Γιάννης, ώστε να μη βγει ποτέ ξανά έξω από το σπίτι του, μακάρι αυτός που τον καλούσε, να επέμενε φωνάζοντας έναν ολόκληρο χρόνο.

Προβληματισμένοι οι γείτονες μας από τα περιστατικά του Γιάννη, ρωτούσαν ο ένας τον άλλον στην γειτονιά να μάθουν, αν είδε κάποιος αυτόν που τον καλούσε, αλλά δυστυχώς για όλους μας, κανείς τους δεν τον είδε να υπάρχει κάπου εκεί κοντά.

Μείναμε να απορούμε λοιπόν με την περίπτωση του, γι’ αυτό και μετά από λίγες μέρες πάλι ακούσαμε να καλεί αυτός τον Γιάννη κι όπως είχαμε συμφωνήσει, πεταχτήκαμε όλοι μαζί έξω, άλλοι στα μπαλκόνια τους κι άλλοι στον δρόμο, ώστε να τον πιάσουμε επιτέλους όποιος κι αν ήταν. Έκπληκτοι όμως διαπιστώσαμε τότε, ότι αυτός που τον καλούσε, δεν ήταν περαστικός όπως το υπολογίζαμε, αλλά ένοικος του υπογείου της οικοδομής που έμενε ο Γιάννης.

Κανείς από εμάς δεν ήξερε, ότι το υπόγειο είχε ενοικιαστεί πρόσφατα κι ότι κάποιος βιοτέχνης το χρησιμοποιούσε. Αφού τον εντοπίσαμε όμως, τον ρωτούσαμε κι εμείς να μας πει, γιατί καλούσε συνεχώς τον Γιάννη και με τις φωνές του, έβαζε σε κίνδυνο την ζωή του.

– Όχι ρε παιδιά. Έλεγε αυτός δικαιολογώντας τον εαυτό του. Εγώ έχω έναν συνεργάτη, τον οποίο λένε Γιάννη. Όταν του μιλώ από το τηλέφωνο, μου βγάζει τον λάρυγγα φωνάζοντας, γιατί δεν ακούει σχεδόν καθόλου. Έχει σειρήνα στο τηλέφωνό του, προκειμένου να ακούει τις κλήσεις που του γίνονται κι όταν πάλι καταφέρει να σηκώσει το ακουστικό, δεν ακούει την φωνή του συνομιλητή του, γι’ αυτό και συνεχώς ρωτάει. Ποιος είναι; Ποιος είναι;

Φωνάζω εγώ. Γιάννη. Γιάννη. Γιάννη. Μπας και αναγνωρίσει ή ακούσει την φωνή μου κι όταν πάλι με ακούσει, μου την λέει κι από πάνω. Γιατί φωνάζεις ρε; Κουφός είμαι; Αυτόν τον Γιάννη λοιπόν καλώ εγώ. Τον Γιάννη που εσείς μου αναφέρετε και μένει στο ρετιρέ, δεν τον γνωρίζω.

Μετά από εκείνες τις εξηγήσεις, σταμάτησε ο βιοτέχνης να φωνάζει τον δικό του Γιάννη κι έτσι, γλιτώσαμε εμείς τον δικό μας γείτονα. Αυτά λοιπόν μας συνέβησαν τότε κι επειδή ήταν όντως τρανταχτά επεισόδια, τα διηγήθηκα μια μέρα στους συναδέλφους μου, οι οποίοι βέβαια γέλασαν μεν για όσα έπαθε ο γείτονας μας, αλλά και κανένας τους δεν τα πίστεψε.

Και για να μη μου πουν ευθέως, ότι τους παραμύθιαζα, μου έλεγε κάποιος από αυτούς που από σύμπτωση τον έλεγαν Γιάννη.

– Καλά ρε συ; Πως γίνεται και συμβαίνουν όλα αυτά τα παράξενα σε σένα; Δεν είναι λογικό λοιπόν, να απορεί κανείς μαζί σου;

– Είναι. Του έλεγα εγώ. Αλλά τι να κάνω; Μήπως εγώ τα προκαλώ; Μόνα τους γίνονται αυτά κι εγώ απλώς τα βλέπω και σας τα μεταφέρω και μάλιστα όπως ακριβώς έγιναν, χωρείς καμιά προσθήκη σάλτσας, όπως σας ακούω να λέτε ότι βάζω.

Τίποτε άλλο βέβαια δεν μου πρόσθεσαν αυτοί, αλλά και δεν σταμάτησαν να γελούν, όχι τόσο με τα παθήματα του Γιάννη που τους ανέφερα, όσο από την δική μου σύμπτωση, να βρίσκομαι συνεχώς ανάμεσα σε τέτοια απίστευτα επεισόδια.

Πέρασε λίγος καιρός ακόμη από τότε που έγιναν αυτά και ήρθε ο δικός μας Γιάννης στα γραφεία μας μια μέρα γεμάτος ράμματα. Απέφυγε να με καλημερίσει όταν πέρασε μπροστά από το προσωπικό μου γραφείο κι όταν κάποια στιγμή του ζήτησα να μου δώσει εξηγήσεις, για τον λόγο που με προσπέρασε χωρείς να με καλημερίσει, όπως και γιατί τον έβλεπα να είναι ραμμένος, εκείνος, δεν ήθελε να το κάνει.

– Όχι. Δεν σου λέω.

– Γιατί ρε δεν μου λες; Μήπως μάλωσες πάλι με κανέναν; Βρέθηκε άνθρωπος να σε δείρει; Τι έγινε ρε; Πες μου.

– Ώ, ρε συ? Άμα βάλεις κάτι στον νου, δεν σταματάς να ρωτάς. Ντρέπομαι ρε και δεν θέλω να σου το πω.

– Άσε τις ντροπές λοιπόν και λέγε.

– Να ρε. Ήρθε κάποιος κάτω από την οικοδομή μας εχθές και φώναζε. Γιάννη, Γιάννη, Γιάννη. Κάνε πλάκα είπα κι εγώ, να ήρθε σε μένα αυτός που φώναζε στην γειτονιά του Μιχάλη κι αμέσως άρχισα να σκέπτομαι τι να κάνω. Αφού θυμήθηκα αυτά που έπαθε ο γείτονα σου, είπα στον εαυτό μου ότι δεν θα βγω έξω για κανένα λόγο κι ας φωνάζει αυτός όσο θέλει.

Στην απέναντι από την δική μας πολυκατοικία όμως, μένει ένας άλλος Γιάννης. Έβαλα λοιπόν με το μυαλό μου ότι μπορεί να καλούσαν αυτόν, οπότε έκανα κι εγώ το κορόιδο. Ναι. Αλλά δεν απαντούσε ούτε εκείνος. Ο κουμπάρος μου όμως, αυτός δηλαδή που σου είπα ότι μένει πια κάτω από το δικό μας διαμέρισμα, νόμισε ότι εμένα ζητούσε κάποιος, γι’ αυτό και βγήκε στο δικό του μπαλκόνι κι από εκεί μου ζητούσε να απαντήσω στο κάλεσμα του ονόματός μου, αν και δεν έβλεπε αυτόν που με καλούσε.

Βγες έξω επιτέλους ρε Γιάννη. Δεν ακούς που σε φωνάζουν; Μετά απ’ αυτό, σιγουρεύτηκα κι εγώ ότι όντως εμένα ζητούσαν κι αφού εμένα φώναζαν, βγήκα κάπως βιαστικά έξω να ησυχάσω αυτόν που για αρκετή ώρα τάραζε την γειτονιά με τις φωνές του.

Μέσα στην βιασύνη μου όμως, δεν είδα ότι η πόρτα ήταν κλειστή και έδωσα μια γερή κουτουλιά στο τζάμι της, με αποτέλεσμα να γίνει κι αυτό μαζί με μένα κομμάτια κι αφού κατακόπηκα όπως βλέπεις, βγήκα στο μπαλκόνι αιμόφυρτος και ρωτούσα. Ποιος είναι; Ποιος είναι; Ποιος είναι ρωτούσα εγώ. αλλά κανείς δεν απαντούσε.

Αφού γέμισα αίματα όμως, κατέβηκα κάτω τρέχοντας τις σκάλες να πάω στο νοσοκομείο κι επειδή δεν μπορούσα να το κάνω μόνος μου, με πήγαν οι γείτονες. Όταν επέστρεψα από το νοσοκομείο, έμαθα από τους υπόλοιπους, ότι κάποιος άλλος από την γειτονιά μας φώναζε το γιο του να ανέβει στο σπίτι τους, τον οποίο από σύμπτωση τον έλεγαν Γιάννη, δεδομένου ότι έκανε πως δεν ακούει το παιδί, προκειμένου να παρατείνει λίγο ακόμη το παιχνίδι του.

Αφού άκουσα και την ιστορία του δικού μας Γιάννη, του έλεγα κι εγώ απορώντας με την συμπεριφορά του.

– Αυτό ήταν όλο; Αφού μόνον αυτό ήταν, τότε γιατί ντρεπόσουν να μου πεις την ιστορία σου;

– Γιατί ρε συ, θυμήθηκα αυτά που σου είπα. Πως γίνεται και συμβαίνουν όλα αυτά σε σένα; Τώρα την πάτησα κι εγώ και τι μπορώ να σου πω;

– Μη δίνεις σημασία ρε, αλλά πρόσεχε. Βάλε καλού κακού ένα χαρτί στην μπαλκονόπορτα σας, το οποίο να λέει με μεγάλα γράμματα:’’ Πόρτα κλειστή’’. Αν το βλέπεις αυτό, ποτέ ξανά δεν θα βγεις στο μπαλκόνι μαζί με το τζάμι.

Μιχάλης Αλταλίκης

 

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *