Όπως μου το είχε πει ο Τάσος όμως, σε τρεις μέρες μετά από την διπλή επέμβαση που μου έκανε στην χολή και στο στομάχι, πράγματι με έστειλε στο σπίτι, αλλά κι όντως ερχόταν κάθε μέρα εκεί όπως έκανε και στο νοσοκομείο, προκειμένου να παρακολουθεί ο ίδιος προσωπικά την μετεγχειρητική μου κατάσταση.
Μου το υποσχέθηκε αυτό άλλωστε, αλλά κι εφόσον όλα πήγαιναν καλά, ούτε αυτός, ούτε κι εγώ ανησυχούσαμε για κάτι. Το μόνο κακό για την περίπτωση μου όμως ήταν, ότι η δίαιτα που μου επέβαλε να συνεχίσω, ήταν η ίδια με αυτήν που είχα και πριν προχωρήσουμε στην χειρουργική μου επέμβαση.
Παρέμενε άλυπος δηλαδή αυτή εβδομαδιαία, αλλά και για να είμαι δίκαιος, με την προσθήκη δύο αχνιστών μπιφτεκιών. Από παξιμάδια δε, όσα κι αν ήθελα. Πολλά δημητριακά όμως, προκειμένου να αντιμετωπίσω με την βοήθειά τους και την χρόνια δυσκοιλιότητα που με ταλαιπωρούσε.
Φοβόμουν όπως καταλαβαίνετε, μη τυχόν και μου έκανε κάποιο κακό αυτή, γιατί εγχειρισμένος όπως ήμουν, δεν θα ήταν καλό για μένα να σφίγγομαι τόσο, όσο αναγκαζόμουν να κάνω τότε, προκειμένου να αντεπεξέλθω αυτήν την φυσική μου ανάγκη, η οποία μου ήταν εφιαλτική όπως σας έχω πει, αφού από μικρό παιδάκι με βασάνιζε.
Αυτόν τον φόβο θέλοντας να ησυχάσει ο Τάσος, μου έλεγε ότι δεν έπρεπε να ανησυχώ, γιατί δεν θα είχα τέτοιο πρόβλημα στο εξής, αλλά εγώ όντως πολύ το φοβόμουν. Όπως μου το βεβαίωσε όμως, πράγματι γλίτωσα από αυτόν τον εφιάλτη, αφού από τότε και μετά, ποτέ δεν αντιμετώπισα παρόμοιο πρόβλημα κι έτσι, απαλλάχτηκα μια για πάντα από την δυσκοιλιότητα μου.
Γλίτωσα από αυτόν τον εφιάλτη, αλλά εξαντλήθηκα τρώγοντας μόνον τις άλυπες σούπες, γι’ αυτό και του έλεγα με παράπονο πια μια μέρα. Πότε επιτέλους θα με αφήσεις να φάω σαν άνθρωπος; Κάνε υπομονή έλεγε εκείνος. Θα γίνεις πρώτα καλά και μετά θα τρως από όλα κι όσο θέλεις.
Είναι καλύτερα για σένα όμως, να χάσεις αρκετά κιλά ακόμη τώρα, γιατί αν αρχίσεις να τρως σύμφωνα με την όρεξη που θα αποκτήσεις μετέπιπτα, θα μεγαλώσει το στομάχι σου τόσο πολύ, που όταν θα στρίβεις από τις γωνίες, θα φαίνεται πρώτα αυτό και μετά εσύ.
Μ’ αυτά και μ’ αυτά όμως, ήταν Χριστούγεννα όταν έφαγα για τελευταία φορά και τότε ζύγιζα εβδομήντα πέντε κιλά. Αφότου μεσολάβησαν τα νοσοκομεία όμως, οι θεραπείες, οι επεμβάσεις και οι άλυπες σούπες, μετά βίας ακουμπούσα στα εξήντα κι ο Τάσος επέμενε να μου λέει, ότι θα ήταν καλλίτερα για μένα να χάσω κι άλλα κιλά.
Πέρασε και το Πάσχα στην συνέχεια κι εγώ ακόμη έτρωγα δημητριακά, άλυπες σούπες, παξιμάδια και δύο αχνιστά μπιφτέκια βέβαια την εβδομάδα κι αυτός, δεν μου επέτρεπε ούτε και να δοκιμάσω κάτι άλλο.
Μαζί με όλα αυτά όμως, τελείωσε και η αναρρωτική άδεια που μου έδωσαν από το νοσοκομείο κι έτσι, έπρεπε να πάω στην δουλειά μου πια, έστω κι αν είχα να πατήσω σ’ αυτήν από την παραμονή της πρωτοχρονιάς.
Οι περισσότεροι από τους συναδέλφους μου βέβαια από τότε είχαν να με δουν, αλλά οι ποιο παλιοί από αυτούς, ήρθαν και με είδαν τόσο στο νοσοκομείο όσο και στο σπίτι μου κι όντως μου ευχήθηκαν την γρήγορη ανάρρωσή μου.
Παρ’ όλα αυτά όμως, φοβήθηκαν βλέποντας την ασθενική μου όψη κι όπως μου το είπαν αυτό αργότερα, μάλλον επίστεψαν ότι δεν θα την έβγαζα ζωντανός εκείνη την χρονιά. Όταν με είδαν όμως να μπαίνω στα γραφεία της εταιρείας μας μια μέρα και να βαδίζω με πολύ δυσκολία από την αδυναμία, τρόμαξαν ακόμη περισσότερο από το θέαμα που παρουσίαζα, γι αυτό κι αμέσως έτρεξαν να με βοηθήσουν.
Σερνόμουν για την ακρίβεια εκείνη την ημέρα, αλλά και για αρκετό καιρό ακόμη το ίδιο έκανα. Δεν ήταν δε λίγες οι φορές, που πολύ καθαρά τους άκουσα να λένε πίσω από την πλάτη μου, ότι, σίγουρα πια δεν θα την έβγαζα την χρονιά.
Εργαζόμουν ωστόσο, αλλά και δεν ήμουν σε θέση να κάνω πολλά ως εργαζόμενος στην κατάσταση που βρισκόμουν. Απέφευγα δηλαδή να κάνω επισκέψεις σε πελάτες όπως είχα υποχρέωση, γι’ αυτό και κάλυπτα αυτή την ανάγκη από το γραφείο μου, συνομιλώντας μαζί τους από το τηλέφωνο.
Όταν ήρθε το καλοκαίρι όμως, έστω και κάτω από αυτήν την κατάσταση ευρισκόμενος, πήρα την νόμιμη άδεια μου, προκειμένου να ολοκληρώσω την μακρόχρονη ανάρρωση μου κι αφού είχα άδεια, πήρα την οικογένειά μου και πήγα ξανά στην Πελοπόννησο και στο γνώριμο σε μας χώρο κι εκεί όπου θα περνούσα τον Ιούλιο μήνα ήσυχος και χωρείς ιδιαίτερο κόπο.
Οι πληγές που είχα στην κοιλιά μου από τις επεμβάσεις στομάχου και χολής είχαν κλίση βέβαια, αλά για λόγους ασφαλείας δεν έκανα μπάνιο στην θάλασσα. Φαινόταν πολύ έντονα όμως αυτές λόγο τις δερματικής μου ιδιαιτερότητας, γι’ αυτό και φορούσα πάντα μια μπλούζα επάνω μου, προκειμένου να τις κρύψω από την κοινή θέα, γιατί το μήκος της τομής και το πλάτος της επέμβασης του στομάχου ήταν τόσο, που άρχιζε από το στέρνο μου και κατέληγε στον αφαλό μου κι αυτό, για κανέναν δεν θα μπορούσε να είναι ωραίο θέαμα.
Εγώ βέβαια δεν έκανα μπάνιο, αλλά καθώς έπρεπε, καθόμουν κάτω από την ομπρέλα και στην αμμουδιά, παρατηρώντας τα παιδία μου, μέχρι να τελειώσουν το δικό τους μπάνιο. Όταν τελείωναν όμως, επιστρέφαμε ευχαριστημένοι στο σπίτι μας, έστω κι αν εγώ προσωπικά, κουραζόμουν υπερβολικά βαδίζοντας τετρακόσια μέτρα απόστασης, μέχρι να φτάσουμε στο σπίτι μας.
Παρ’ όλα αυτά, το ίδιο ακριβώς έκανα καθημερινά. Ένα πρωινό όμως και καθώς έκανα παρέα στα παιδιά που κολυμπούσαν, με πλησίασαν δύο μικροί, τεσσάρων έως πέντε ετών δηλαδή και με πολύ περιέργεια ρώτησαν να τους πω, γιατί δεν έκανα κι εγώ μπάνιο.
Απαντώντας τους λοιπόν, τους είπα ότι δεν ήξερα να κάνω μπάνιο και τους το είπα αυτό επίτηδες, θέλοντας να δω πως θα αντιδρούσαν. Αφού με κοίταξαν καλά, καλά οι μικροί για λίγο, είπαν και οι δύο μαζί σαν να είχαν συνεννοηθεί. Εμείς ξέρουμε μπάνιο. Εσύ τόσο μεγάλος, δεν ξέρεις;
Δεν ξέρω τους είπα, αλλά αν με βοηθήσετε εσείς, τότε ίσως να μπω στην θάλασσα και μπορεί να δοκιμάσω να κολυμπήσω. Έλα μου είπαν αυτά αυθόρμητα και πρότειναν τα χεράκια τους να με βοηθήσουν, προκειμένου να σηκωθώ από την άμμο.
Σηκώθηκα με την βοήθεια τους κι έτσι όπως με κρατούσαν, πήγαινα μαζί τους προς την θάλασσα. Ο ένας όμως, μου έλεγε με απορία. Έτσι θα κάνεις μπάνιο; Δεν θα βγάλεις την μπλούζα σου; Όχι του είπα, δεν θέλω να την βγάλω, γιατί φοβάμαι μην κρυώσω.
Επίτηδες του το είπα κι αυτό, γιατί δεν ήθελα να δουν τα παιδιά τις πληγές μου κι εξαιτίας της θέας τους τρομάξουν. Ναι, αλλά επενέβη ο δεύτερος μικρός, ο οποίος πολύ λογικά μου έλεγε να βγάλω την μπλούζα μου, γιατί αν βρεχόταν αυτή στην θάλασσα, τότε θα κρύωνα ακόμη περισσότερο.
Έχεις δίκαιο του είπα και για να του το δώσω, έβγαλα το μπλουζάκι που φορούσα κι όπως έπρεπε πια μετά από τόσα που τους έκανα, αποφάσισα να μπω τελικά στην θάλασσα, αλλά κι ετοιμαζόμουν να πιάσω τα παιδιά από τα χεράκια τους ώστε να τους κάνω το χατίρι μπαίνοντας μαζί τους μέσα, η οποία ήταν πολύ ρηχή εκεί και τόσο ρηχή μάλιστα, που για να βραχούν τα γόνατα μου, έπρεπε να περπατήσω τουλάχιστον πενήντα μέτρα προς τα μέσα.
Μόλις είδαν όμως τα παιδιά, τις ουλές που μου άφησαν ως ενθύμιο οι επεμβάσεις, τράβηξαν γρήγορα τα χεράκια τους από κει που με κρατούσαν και από τον φόβο της θέας που αντίκριζαν, το έβαλαν στα πόδια τρέχοντας.
Άδικα βέβαια τους καλούσα να γυρίσουν πίσω. Κι όσο αυτά άκουγαν την φωνή μου, τόσο έτρεχαν πάνω στην άμμο κατευθυνόμενα προς τους γονείς τους, οι οποίοι όπως έβλεπα, ήταν καθισμένοι εκατό μέτρα ποιο πέρα, οι οποίοι και σηκώθηκαν να δουν τον λόγο που τρόμαξαν τα παιδιά τους τόσο πολύ από μένα.
Όταν πήγα κοντά τους, προκειμένου να δείξω στους γονείς τον λόγο που έκανε τα παιδιά τους να τρομάξουν τόσο πολύ, εκείνα είχαν σκαρφαλώσει στις αγκαλιές τους κι όχι μόνον αυτό έκαναν, γιατί στρέφοντας τα κεφάλια τους, δεν ήθελαν ούτε και να με βλέπουν, αν και φορούσα εκείνη την στιγμή το μπλουζάκι μου.
Μετά από αυτό το επεισόδιο, εκείνα τα μικρά παιδάκια, ποτέ ξανά δεν τόλμησαν να με πλησιάσουν κι έτσι, έκανα μόνος μου παρέα στα δικά μου παιδιά όταν τους πήγαινα στην θάλασσα.
Πέρασε όμως γρήγορα ο καιρός κι αφού πέρασε μαζί με αυτόν κι ο χρόνος των διακοπών μας, επιστρέψαμε στην έδρα μας και στα καθημερινά μας.
Επιστρέφοντας βέβαια μετά από την πολυήμερη και ανέμελη άδεια στην δουλειά μου, προσγειώθηκα αμέσως στην πραγματικότητα που με περίμενε να την αντιμετωπίσω και να την αντιμετωπίσω μάλιστα με ένα σώμα, που καθόλου δεν ωφελήθηκε από τις διακοπές που έκανε.
Και πως να ωφεληθεί αλώστε, αφού και σ’ αυτές, την ίδια άλυπη δίαιτα ακολουθούσα. Αυτός ήταν κι ο λόγος δηλαδή που το σώμα μου παρέμενε αδύναμο και δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει το βάρος των εργασιακών μου υποχρεώσεων.
Αν και ήμουν πολύ ταλαιπωρημένος όμως από την πίνα, όταν μπήκα στην ρουτίνα της δουλειάς, μπήκα με πολύ καλή διάθεση, γιατί με όλα όσα μου συνέβησαν εκείνη την χρονιά, στερήθηκα για αρκετό καιρό τις εργασιακές μου δραστηριότητες κι εγώ χωρείς αυτές, δυσκολευόμουν να ζήσω.
Και είχα διάθεση να κάνω πολλά γι’ αυτόν τον σκοπό, αλλά η αδυναμία του σώματος μου, όπως και η αδυναμία της εταιρείας μας να καλύψει τις ανάγκες των πελατών μας με καθήλωναν κι αυτό ήταν κάτι που με τίποτε δεν μπορούσα να το ανατρέψω.
Παρ’ όλες τις δυσκολία όμως, πολλά επιχειρούσα να κάνω εκείνο το διάστημα προκειμένου να βοηθήσω την εταιρεία μας, αλλά κι εμένα ως προέκταση. Από όσα έκανα βέβαια, τίποτε δεν ήταν δυνατόν να φέρει το επιθυμητό αποτέλεσμα, γιατί οι διευθυντές μου δεν μπορούσαν να καταλάβουν, αυτό που δεοντολογικά είναι τόσο απλό, όσο κι αυτονόητο.
Ότι, το δικό μας καλό δηλαδή, είναι συναφές με το καλό των πέριξ υμών ευρισκομένων κι ότι η εξασφάλιση του δικού μας καλού, εξαρτάτε από την δική μας πρόθεση να προστατεύσουμε πρωτίστως το δικό τους καλό.
Όπως είναι λογικό λοιπόν, όταν αδιαφορεί κανείς για το συμφέρων των συνεργατών του, μοιραία αδιαφορεί και για το δικό του συμφέρων κι όταν αγνοεί κανείς αυτόν τον κανόνα, δεν μπορεί παρά από άκρατο εγωισμό και μόνον, να σκάβει τον λάκκο του, με τα ίδια του τα χέρια.
Κάτι παρόμοιο έκαναν και οι διευθυντές μου τότε. Ήθελαν δηλαδή να εισπράττουν δυσανάλογα έσοδα σε σχέση με όσα μπορούσαν να κάνουν, αδιαφορώντας για το αν αυτά, επιβάρυναν αδικαιολόγητα την τσέπη των πελατών μας.
Μοιραία λοιπόν κι εγώ ως αποδέκτης εκείνης της άδικης πολιτικής πωλήσεων που από καιρό εφάρμοζαν, έτρωγα την πόρτα των πελατών μας στα μούτρα, όχι γιατί αυτοί είχαν απογοητευθεί από μένα, αλλά γιατί είχαν απογοητευθεί από την αδιαφορία της εταιρεία μας για τα δικά τους συμφέροντα.
Πολλές φορές είναι αλήθεια αναφέρθηκα στην αδιαλλαξία των διευθυντών μου κι αυτό το έκανα, παρασυρόμενος από την δυσφορία που αισθάνομαι για την νοοτροπία όσων είναι σε θέσεις εξουσίας και νομίζουν ότι εφόσον είναι σε τέτοια θέση, τους επιτρέπετε, ή τους δίνετε το δικαίωμα να εφαρμόζουν ότι θέλουν, ή ότι νομίζουν, στην πλάτη όσων θα πληρώσουν τις δικές τους φαντασίες, αγνοώντας, ότι η θέση που τους δόθηκε να κατέχουν, επιβάλει στους κατέχοντες να διαθέτουν και την ανάλογη γνώση, ώστε να μην κινδυνεύει κανείς από τις φαντασίες τους.
Εγώ βέβαια το είχα εμπεδώσει αυτό, αλλά δεν ήμουν σε τέτοια θέση, που να μου δίνει το δικαίωμα να βάλω σε τάξη τους διευθυντές μου, γι’ αυτό και υπέμεινα μεν τις αποφάσεις τους, αλλά κι έψαχνα όπως και οι πελάτες μας να φύγω μια ώρα αρχύτερα από εκεί, που δεν μπορούσα ποια να περιμένω τίποτε καλό για μένα.
Επειδή όμως δεν μπορούσα να βρω άλλη θέση εργασίας υπέφερα κι ως εκ τούτου, μεγάλωνε το άγχος μου, το οποίο επιδρούσε πολύ άσχημα με την σειρά του στην ήδη βεβαρημένη κατάσταση της υγεία μου.
Μ’ αυτό το άγχος λοιπόν στην πλάτη, έφτασα με πολύ κόπο μέχρι και τα Χριστούγεννα εκείνης της χρονιάς, οπότε, μου επέτρεψε επιτέλους κι ο Τάσος ως χειρούργος να τρώω ότι κι όσο ήθελα.
Πήρα μια βαθιά ανάσα βέβαια μ’ αυτήν την αλλαγή στην ζωή μου, αφού η δίαιτα που ακολουθούσα με κράτησε ένα ολόκληρο χρόνο νηστικό κι εξαιτίας αυτού, δεν είχα δύναμη ούτε και να μιλήσω πια.
Δυνάμωσα αρκετά μεν, ενισχύοντας το μενού μου με ότι ήθελα να φάω, αλλά κι όπως μου είπε ο Τάσος, είχα τέτοια όρεξη πια, που όσο κι αν έτρωγα, ποτέ δεν σηκωνόμουν χορτάτος από το τραπέζι.
Φοβήθηκα από αυτό στην συνέχεια, μη τυχόν και σαν τον γείτονα μας τον Σταύρο, έχασα κι εγώ το αισθητήριο του χορτασμού. Από μια περίεργη ασθένεια αυτός, έχασε το εν λόγω αισθητήριο, με αποτέλεσμα να τρώει χωρείς να χορταίνει, μέχρι που να πέφτει ξερός στο πάτωμα.
Τρώγοντας λοιπόν ακατάπαυστα ο γείτονάς μας, γέμιζε το στομάχι του τόσο πολύ, που δεν μπορούσε πλέον αυτό να κάνει τις απαιτούμενες συσπάσεις, προκειμένου να χωνέψει τα εισερχόμενα.
Τον άφηνε αναίσθητο δηλαδή στο πάτωμα, θέλοντας θαρρείς να τον εκδικηθεί για όσα το ταλαιπωρούσε και τον άφηνε αναίσθητο όπου κι αν βρισκόταν τρώγοντας. Κι όπως ήταν λογικό, ξυπνούσε στα νοσοκομεία μετά από αρκετή ώρα, αλλά και μετά από την σχετική πλύση στομάχου που του έκαναν.
Ανάφερα και στον Τάσο την πάθηση του γείτονά μας, όπως και τους δικούς μου φόβους βέβαια, γι’ αυτό και πολύ καθησυχαστικά αυτός μου έλεγε ότι δεν έπρεπε να φοβάμαι κι ότι δεν κινδύνευα να χάσω εξαιτίας της όρεξής μου το σχετικό αισθητήριο.
Πρέπει να προσέχεις όμως έλεγε και να κουμαντάρεις κάποια στιγμή την όρεξή σου, γιατί θα περπατάς στον δρόμο σαν να είσαι έγκυος από το πολύ φαγητό κι αυτό, καθόλου ωραίο θέαμα δεν θα είναι.
Να τρως λιγότερο λοιπόν έλεγε και μην ανησυχείς για τίποτε. Όπως μου είπε όμως, έτσι κι έκανα εγώ. Ακολουθώντας τις οδηγίες του δηλαδή τίποτε δεν έπαθα κι από τότε μέχρι και σήμερα, ποτέ δεν με ενόχλησε κάτι από την χολή ή από το στομάχι μου.
Μιχάλης Αλταλίκης