Διανύαμε Το 1992 Πια Και Βρέθηκε Η Γυναίκα Μου Στο Νοσοκομείο

  Να τρως λιγότερο λοιπόν ήταν οι οδηγίες του χειρούργου που έπρεπε να ακολουθήσω και στην επόμενη χρονιά, οπότε, διανύοντας το πρώτο της εξάμηνου του 1992, καθόλου δεν ξέφυγα από τους στόχους μου. Αφού του το υποσχέθηκα δηλαδή, τηρούσα κατά γράμμα την εντολή του, όσο κι αν η όρεξή μου με έσπρωχνε να αθετήσω την υπόσχεσή μου.

  Κάτω από αυτές τις συνθήκες διαβιώνοντας λοιπόν, περάσαμε σχεδόν ήσυχα θα λέγαμε το πρώτο εξάμηνο εκείνης της χρονιάς και καθόλου δεν περνούσαν από το μυαλό μου, αυτά που έμελε να αντιμετωπίσουμε οικογενειακός πια εμείς, στο επόμενο εξάμηνο της ίδια χρονιάς.

Μέχρι τότε όμως, μόνον δύο θέματα με απασχολούσαν. Το ένα ήταν αυτό που προερχόταν από την ανησυχία του χειρούργου, ο οποίος δεν ήθελε να με βλέπει έχοντα όψη εγκύου από το πολύ φαγητό όπως έλεγε, αφού όντως δυσκολευόμουν να τιθασεύσω την όρεξή μου.

Το δεύτερο πάλι, ήταν αυτό που προερχόταν από τον χώρο της εργασίας μου, οι συνθήκες της οποίας παρέμεναν απελπιστικά οι ίδιες, αφού καμιά αλλαγή προς το καλύτερο δεν μας προέκυπτε, αλλά κι έτσι αδύναμος όπως ήμουν ακόμη, δεν μπορούσα να επιχειρήσω καμιά αλλαγή πορείας σε άλλο χώρο εργασίας, όπως από πολύ καιρό πριν το έψαχνα.

Υπέμεινα δηλαδή κι εκείνο το εξάμηνο την όλη κατάσταση, αλλά και περίμενα να δω, μήπως και μου παρουσιαστεί από μόνο του κάποιο σχετικό ενδιαφέρον, επιτρέποντας στα αισθητήρια μου να αντιδράσουν αυτά, όταν κι αν έβλεπαν να γίνετε κάποια σχετική με την επαγγελματική μου αποκατάσταση κίνηση.

Κάπως έτσι με λίγα λόγια πορευόμουν εκείνο το διάστημα, αλλά κι αυτός που ήθελε να με βλέπει συνεχώς ταλαιπωρημένο, έκανε την εχθρική του κίνηση λίγο πριν την λήξη του πρώτου εξαμήνου αφού του επετράπη και με έφερε εκ νέου σε πολύ, μα πάρα πολύ δύσκολη θέση.

Έμμεσα βέβαια το έκανε αυτό, δεδομένου ότι ξέσπασε στην γυναίκα μου εκείνη την φορά, προκαλώντας της πολύ σοβαρό πρόβλημα υγείας, μέσω του οποίου βρέθηκα κι εγώ σε πλήρη απόγνωση, αφού δεν ήξερα πώς να της φανώ χρήσιμος.

Για την ακρίβεια, στα μέσα Ιουνίου αποφάσισε αυτός να ταράξει την ζωή μας και το έκανε στις δώδεκα του μηνός και την ημέρα που έπρεπε να πάρει η γυναίκα μου τους ελέγχους των δύο μικρότερων παιδιών μας, από τους δασκάλους του δημοτικού σχολείου.

Εκεί λοιπόν θα πήγαινε εκείνη την ημέρα και μέχρι να πάει στο σχολείο, είχε έντονη αγωνία. Και είχε όντως πολύ αγωνία, γιατί δεν περίμενε και πολύ καλά αποτελέσματα, αν και δεν είχε λόγους να σκέπτεται κάτι τέτοιο. Αυτή όμως διατηρούσε την αγωνία της, πράγμα βέβαια που την υποχρέωνε να φαίνετε πολύ σκεπτική και μάλιστα από τις πρώτες πρωινές ώρες.

Βλέποντάς την έτσι όμως, της έλεγα κι εγώ πριν φύγω από το σπίτι για το γραφείο μου, ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί τόσο πολύ, γιατί τα παιδιά κάνουν ότι κι όσα θέλουν κι όπως αυτά μπορούν κι ότι εμείς, τίποτε δεν μπορούμε να διορθώσουμε με το να αγωνιούμε για τα σχολικά τους αποτελέσματα.

Καλά, καλά έλεγε αυτή πίσω μου καθώς την χαιρετούσα, αλλά και για δεύτερη φορά της τόνισα τα ίδια, πριν βγω τελικά από το σπίτι μας. Όταν έφτασα στο γραφείο μου βέβαια, είναι αλήθεια ότι έπιασα αμέσως δουλειά και καθώς ήταν επιβεβλημένο, προγραμμάτιζα τις επισκέψεις που είχα να κάνω προς τους πελάτες μας.

Μ’ αυτό το θέμα απασχολημένος όμως, δεν κατάλαβα πότε πέρασε η ώρα, γιατί είχα σκοπό να καλέσω την γυναίκα μου, προκειμένου να μάθω κι εγώ από τηλεφώνου τουλάχιστον τι έκαναν τα παιδιά μας, αλλά και πριν προλάβω να της κάνω εγώ την κλήση που σκεπτόμουν, δέχτηκα από την ίδια τηλεφώνημα στο γραφείο μου.

Από το κουδούνισμα και μόνο, ήξερα ότι η γυναίκα μου βρισκόταν στην γραμμή, μόνον που πριν ακόμη σηκώσω το ακουστικό του, ανησύχησα για κάποιον ανεξήγητο λόγο κι ανησύχησα μάλιστα πάρα πολύ. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που δίσταζα να πιάσω το ακουστικό, αν και δεν μπορούσα να υπολογίσω εκείνη την στιγμή, τι άραγε θα μπορούσε να ήταν αυτό που με προκαλούσε ανησυχία.

Το σήκωσα ωστόσο, αλλά και με το που είπα διστακτικά εμπρός, άκουσα την γυναίκα μου να μου λέει με πολύ αλλοιωμένη την φωνή της κάτι που δεν το κατάλαβα και τόσο καλά. Δικαιολογημένα εστίασα την προσοχή μου στην φωνή της, γιατί αυτή είχε πολύ καθαρή και δυνατή φωνή, οπότε, με το δίκαιό μου ρωτούσα να μου πει γιατί μιλούσε έτσι, αλλά και της ζήτησα να επαναλάβει αυτό που μου είπε, αφού όντως και δεν το κατάλαβα.

Αδιαφορώντας για την δική μου ανησυχία, έλεγε αυτή αγχωμένη μ’ εκείνη την αλλοιωμένη φωνή, η οποία και μου έφερνε ρίγος. Έλα γρήγορα στο σπίτι, γιατί δεν είμαι καλά. Αυτό μόνο μου είπε και μου έκλεισε το τηλέφωνο.

Ακούγοντας καθαρά πια το αίτημά της, κρύος ιδρώτας με έλουσε, αλλά κι αμέσως ενεργοποιήθηκα. Κάλεσα δηλαδή την ιδιωτική εταιρεία που τότε ήμουν ασφαλισμένος, για παροχή ιατρικής περίθαλψης στο σπίτι, από την οποία και ζητούσα την βοήθεια που χρειαζόμουν. Και για να επισπεύσω την δική τους συμμετοχή, πολύ γρήγορα έλεγα στην κοπέλα που σήκωσε το ακουστικό.

Η γυναίκα μου είναι μόνη της στο σπίτι και κάτι έπαθε. Δεν ξέρω τι μπορεί να της συμβαίνει. Μου ζήτησε απλώς βοήθεια κι αμέσως μετά μου έκλεισε το τηλέφωνο. Άκουσα την φωνή της πολύ αλλοιωμένη κι αυτό με κάνει να ανησυχώ πολύ για την υγεία της.

Σας παρακαλώ πολύ λοιπόν, να στείλτε αμέσως ένα γιατρό στο σπίτι μου να δει τι γίνεται κι εγώ τώρα κιόλας ξεκινώ από το κέντρο της πόλης, ελπίζοντας να φτάσω έγκαιρα εκεί και πριν από εσάς μάλιστα αν τα καταφέρω.

Αμέσως θα το κάνω μου υποσχέθηκε η κοπέλα, αλλά κι εγώ, δεν έκανα παραπάνω από δέκα λεπτά μέχρι να φτάσω στο σπίτι μας με αναμμένα τα φώτα του αυτοκινήτου μου, υποδηλώνοντας μ’ αυτόν τον τρόπο, την ανάγκη που με υποχρέωνε να τρέχω τόσο πολύ μέσα στην πόλη.

Τρέχοντας όμως μπήκα και στο ασανσέρ όταν έφτασα εκεί και πριν ακόμη ανοίξω την πόρτα του ορόφου μας, άκουσα την γυναίκα μου να μιλάει με τον γιατρό, ο οποίος έφτασε πριν από εμένα κι όπως όφειλε, της έκανε διάφορες ερωτήσεις προκειμένου να μάθει τι ακριβώς της συνέβαινε.

Με μια αλλοιωμένη φωνή όμως αυτή, του έλεγε πολύ δύσκολα, ότι δεν ήξερε τι ακριβώς τις συνέβη. Του εξηγούσε όμως, ότι εκεί που βάδιζε στο πεζοδρόμιο προκειμένου να βρεθεί στο σχολείο, δέχτηκε ξαφνικά ένα δυνατό κτύπημα στο πίσω μέρος του κεφαλιού της, το οποίο μάλιστα ήταν τέτοιο κι έτσι, που της φάνηκε ότι κάποιος της χτύπησε στο κεφάλι με έναν νταμπλά.

Τον βεβαίωνε δε, ότι κανείς δεν την χτύπησε κι ότι από εκείνη την στιγμή και μετά, αισθανόταν πολύ ζαλισμένη. Ότι είχε τάση για εμετό κι ότι ήθελε να ξαπλώνει, αφού δεν είχε πια δύναμη να κάνει τίποτε από όσα είχε στις υποχρεώσεις της.

Κι ενώ έδινε αναφορά στον γιατρό, άπλωσε τα χέρια της κάποια στιγμή κι έψαχνε από πού να στηριχθεί πριν πέσει κάτω, αφού όπως έβλεπα κι εγώ, με πολύ δυσκολία στεκόταν όρθια. Βλέποντας κι ο γιατρός την αδυναμία της όμως, της πρότεινε να ξαπλώσει, αλλά και της έλεγε με κάποιο φόβο κι αυτός στην φωνή του.

Δεν μπορώ να σας πω με βεβαιότητα κυρία μου, τι θα μπορούσε να είναι αυτό που σας συνέβη, αλλά καλύτερα θα ήταν να σας πάμε αμέσως σε κάποιο νοσοκομείο. Θα σας εξετάσουν εκεί, αλλά και θα σας πουν με σιγουριά οι γιατροί τους τί είναι αυτό που σας συνέβη, όπως και τί θα πρέπει να κάνετε στην συνέχεια. Εγώ πάντως, το μόνο που μπορώ να σας πω τώρα για όσα μου αναφέρατε, είναι ότι το πρόβλημά σας είναι αρκετά σοβαρό.

Αυτά μόνον της είπε παρουσία μου ο γιατρός, αλλά και χωρείς να χρονοτριβούμε, αμέσως την κατεβάσαμε από το σπίτι στον δρόμο, όπου και την βάλαμε να ξαπλώσει στο ασθενοφόρο που ήταν εκεί και περίμενε.

Αμέσως μετά ρωτούσα εγώ τον γιατρό να μου πει που θα την μετέφερε, ώστε να τους βρω ακολουθώντας πίσω τους, αλλά και να μου εξηγήσει του ζήτησα, τι ακριβώς ήταν αυτό το πολύ σοβαρό που μας ανάφερε.

Απαντώντας αυτός, έλεγε ότι περίμενε από το κέντρο τους να του πουν πρώτα ποια νοσοκομεία εφημέρευαν εκείνη την ήμερα και μετά θα μου έλεγε σε ποιο από αυτά θα την μετέφερε. Όσο για το τι έχει η γυναίκα μου, δεν ήξερε τι να υποθέσει, αφού έτσι όπως του περιέγραψε το συμβάν, μάλλον για κάτι πολύ σοβαρό το υπολόγιζε, χωρίς όμως να μπορεί να το προσδιορίσει επακριβώς.

Ενώ λοιπόν μου έδινε ακόμη εξηγήσεις ο γιατρός, άκουσα να τον ενημερώνουν από την υπηρεσία του, ότι για παθολογικά αίτια, δύο νοσοκομεία εφημέρευαν εκείνη την μέρα. Το ένα νοσοκομείο ήταν το Παπανικολάου, το οποίο βρίσκεται αρκετά έξω από την πόλη μας και το άλλο ήταν το Άγιος Παύλος, αυτό δηλαδή που τότε έδρευε στο κέντρο της πόλης μας και στην οδό φράγκων.

Μόλις άκουσε ο γιατρός την ενημέρωση που του έκαναν, έλεγε σ’ εμένα ανήσυχος, ότι επειδή το περιστατικό είναι σοβαρό, είναι καλύτερα να πάμε στο ποιο κοντινό νοσοκομείο, προκειμένου να κερδίσουμε χρόνο.

Ακούγοντας τον να παίρνει μια τόσο πρόχειρη απόφαση, του έλεγα κι εγώ με το δίκαιό μου. Μα αφού δεν ξέρεις βρε γιατρέ τί ακριβώς πρόβλημα έχει η γυναίκα μου, πως ξέρεις αν είναι καλύτερα γι’ αυτήν να την πάμε στο κέντρο, ή στο απόκεντρο; Όντως και δεν ξέρω απαντούσε αυτός, τί είδους περιστατικό είναι αυτό, αλλά προτείνω να την μεταφέρουμε στο κέντρο, για τον λόγο και μόνο, ότι αυτό είναι το πλησιέστερο προς εμάς.

Μετά από αυτήν την γρήγορη στοιχομυθεία μας, ζητούσε και πάλι ο γιατρός από το κέντρο της υπηρεσίας του να ενημερώσουν το νοσοκομείο του Αγίου Παύλου πια, ότι είχε πρόθεση να τους μεταφέρει κάποια ασθενή εκεί κι ότι μάλλον έπρεπε να υπάρχει διαθέσιμο φορείο στην είσοδό τους.

Αφού λοιπόν έκανε ο γιατρός τα απαραίτητα για την περίπτωση, μπήκε στο ασθενοφόρο τους και έφυγε πολύ βιαστικά για τον προορισμό του. Πίσω τούς ακολούθησα κι εγώ με το δικό μου αυτοκίνητο και τρέχοντας στον δρόμο όσο ποιο γρήγορα μπορούσα, τους πρόλαβα την στιγμή που έκαναν έξω από την είσοδο του νοσοκομείου την αλλαγή της γυναίκας μου από φορείο, σε φορείο, προκειμένου να την ανεβάσουν σε κάποιον από τους θαλάμους τους.

Αργότερα κι όταν πια τελείωσα μ’ εκείνες τις απαραίτητες διατυπώσεις εισαγωγής της στο εν λόγω νοσοκομείο, την βρήκα να είναι ξαπλωμένη σε κάποιο κρεβάτι ενός δίκλινου δωματίου και δίπλα από μια άλλη ασθενή.

Ήταν δεν ήταν όμως δέκα, ή έντεκα η ώρα όταν την βρήκα ξαπλωμένη και μέχρι να κάνουν οι γιατροί του νοσοκομείο την ιατρική τους επίσκεψη στους θαλάμους τους, έγινε δώδεκα το μεσημέρι. Και μέχρι να πάρω κάποια απάντηση από αυτούς, για το τι ακριβώς έχει η γυναίκα μου, έγινε πέντε το απόγευμα.

Η απάντηση που πήρα όμως, ήταν και πάλι αινιγματική. Είχε κάτι δηλαδή η γυναίκα μου κι επειδή αυτό ήταν πολύ σοβαρό, το νοσοκομείο τους δεν είχε την δυνατότητα να το αντιμετωπίσει. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που τους ανάγκαζε όπως έλεγαν έως κι εκείνη την ώρα να ψάχνουν, σε ποιο άλλο νοσοκομείο θα μπορούσαν να την μεταφέρουν.

Όπως καταλαβαίνετε λοιπόν, με το δίκαιό μου ρωτούσα τους γιατρούς να μου πουν. Μα τί επιτέλους είναι αυτό το τόσο σοβαρό που έχει η γυναίκα μου βρε παιδιά και δεν μπορείτε να το αντιμετωπίσετε εδώ; Αλλά και γιατί δεν βρήκατε μέχρι στιγμής, ποιο άλλο νοσοκομείο είναι σε θέση να την αναλάβει;

Η απάντηση που μου έδινα όμως, ήταν στερεότυπη, όσο και περίεργα συμφωνημένη από όλους τους γιατρούς του νοσοκομείου, αφού όλοι τους τα ίδια ακριβώς μου έλεγαν. Αν σου πούμε ρε συ εμείς το όνομα της βλάβης που έχει η γυναίκα σου, τί μπορείς να καταλάβεις από αυτήν και που μπορεί το όνομα της να σε βοηθήσει; Για σένα λοιπόν, είναι αρκετό και μόνον να ξέρεις, ότι είναι σοβαρά η γυναίκα σου κι ότι όλοι εμείς ψάχνουμε να βρούμε με ποιόν τρόπο να την βοηθήσουμε.

Με ενοχλεί πολύ είναι αλήθεια, όταν καλούμε να αντιμετωπίσω αυτήν την απαξιωτική συμπεριφορά των γιατρών προς τους ανθρώπους και πολύ θα ήθελα εκείνη την στιγμή να τους πω κι εγώ πόσο πολύ τους εκτιμούσα, αλά όπως όλοι οι συνοδοί που θέλουν να βοηθήσουν τους ασθενείς τους, κάνοντας πως δεν ακούν και δεν βλέπουν την συμπεριφορά τους, έκανα κι εγώ εκείνη την μέρα το ίδιο και τίποτε κακό δεν είδα και δεν άκουσα.

Και για να μην ερεθίζω τον άκρατο εγωισμό τους, έμεινα εκεί βουβός να περιμένω, πότε επιτέλους θα μεριμνούσαν αυτοί για την αποκατάσταση του περιστατικού που κρατούσε την γυναίκα μου κλινήρη και δεν ήξερα τι ακριβώς είχε.

Όταν σουρούπωσε πια, με κάλεσαν στο γραφείο τους οι γιατροί κι εκεί μου έλεγαν με πολύ επισημότητα ομολογουμένως, ότι η γυναίκα μου ήταν όντως πάρα πολύ σοβαρά κι ότι κάποιο πρόβλημα έχει στο κεφάλι της.

Για να δουν όμως το μέγεθος αυτού του προβλήματος, έπρεπε να της κάνουν μια εξέταση σε αξονικό, αλλά τέτοιο μηχάνημα δεν είχαν στο νοσοκομείο τους. Κι επειδή δεν είχαν ούτε διαθέσιμο ασθενοφόρο εκείνη την στιγμή, μου πρότειναν να την μεταφέρω εγώ και με το δικό μου αυτοκίνητο στην διεύθυνση που μου έδωσαν, προκειμένου να της κάνουν εκεί την απαραίτητη εξέταση.

Και βέβαια θα το κάνω τους είπα, αλλά, πέστε μου πρώτα πού πρέπει να πάω και θα πάω αμέσως. Εσείς όμως από το πρωί μου λέτε, ότι λόγο του προβλήματος της, δεν πρέπει ούτε και να κουνηθεί αυτή από εκεί που βρίσκετε ξαπλωμένη. Αν την μετακινήσω εγώ και με το αυτοκίνητο μου όπως μου το ζητάτε, δεν θα είναι επικίνδυνο γι’ αυτήν;

Θα είναι, απαντούσαν αυτοί. Αλλά, άλλο τόσο επικίνδυνο γι’ αυτήν θα είναι, αν δεν μάθουμε σύντομα, ποιό επακριβώς είναι το πρόβλημα της. Πάρε λοιπόν την διεύθυνση και το όνομα της εταιρείας που θα κάνει την εξέταση στον αξονικό τους και πήγαινε αμέσως την γυναίκα σου εκεί. Κοίταξε μόνον, να μην κάνεις απότομες κινήσεις και μη τυχόν τρακάρεις με κάποιον, γιατί τότε δεν θα ζήσει η γυναίκα σου.

Αυτά μου είπαν οι γιατροί κι αφού πήρα στα χέρια μου την διεύθυνση που μου έδωσαν, έβαλαν αυτοί την γυναίκα μου στο δικό μου αυτοκίνητο και φορτωμένος με όλους τους παραπάνω φόβους, την πήγα τελικά εκεί όπου με έστειλαν.

Φτάσαμε σύντομα στο εξεταστικό κέντρο που έπρεπε κι όταν μπήκαμε μέσα, χρειάστηκε να περιμένουμε τριάντα ολόκληρα λεπτά, έως ότου έρθει η σειρά μας να την εξετάσουν. Έως ότου έρθει όμως αυτή, ξάπλωνε στα γόνατα μου η γυναίκα μου, προκειμένου να μετριάσει κάπως την ναυτία που αισθανόταν.

Κάναμε ωστόσο την εξέταση κι αφού πλήρωσα την αξία της, πήρα και τα αποτελέσματα της. Παίρνοντάς τα όμως, μου έλεγαν από το γραφείο κίνησης του εξεταστικού κέντρου, ότι ο φάκελος ήταν σφραγισμένος κι ότι μόνον στους γιατροί επιτρεπόταν να τον ανοίξουν.

Πήρα λοιπόν την γυναίκα μου κι όπως έκανα πριν φτάσω εκεί, την έβαλα πάλι να ξαπλώσει στο πίσω κάθισμά του προκειμένου να αποφύγω τα πολλά κουνήματα. Σκεφτόμουν όμως και πως θα μπορούσα να ανοίξω εκείνο τον φάκελο, χωρείς να το καταλάβουν οι γιατροί, προκειμένου να δω τί επιτέλους έλεγαν εκείνες οι εσώκλειστες εξετάσεις, μήπως και καταλάβαινα δηλαδή, τί είχε τελικά η γυναίκα μου, την οποία άκουσα να με ρωτά.

Δεν θα δεις τί λένε οι εξετάσεις, ώστε να ξέρω κι εγώ, γιατί πονάει τόσο πολύ το κεφάλι μου; Αφού τις πλήρωσα της απαντούσα, βεβαίως και θα τις δω. Κι όπως το αποφάσισα, πριν βάλω μπροστά το αυτοκίνητο μου, άνοιξα με προσοχή τον φάκελο κι εσκεμμένα διάβασα φωναχτά αυτά που αναφερόταν, γιατί μου έκανε εντύπωση η λακωνική τους διατύπωση. Ρήξη ανευρύσματος και πλήρης κατάσχεση εγκεφάλου από αίματος.

Αφού σταμάτησα να διαβάζω, ρώτησε και με το δίκαιό της η γυναίκα μου να της πω. Τι είναι αυτό; Δεν λέει τίποτε άλλο; Όχι. Της είπα. Αυτό μόνον γράφει κι όπως το άκουσες. Ας πάμε όμως πίσω στο νοσοκομείο κι εκεί σίγουρα θα μας πουν οι γιατροί, τί άραγε να είναι αυτό που αναφέρουν οι εξετάσεις.

Έως ότου φτάσουμε στο νοσοκομείο όμως, έψαχνα μέσα μου να βρω κάποια ερμηνεία, για το τι θα μπορούσε να είναι αυτό το ανεύρυσμα, αλλά και τίποτε δεν κατάφερνα, αφού πρώτη μου φορά άκουγα αυτήν την λέξη.

Όταν έφτασα λοιπόν στο νοσοκομείο, έβαλα και πάλι την γυναίκα μου να ξαπλώσει στο κρεβάτι της κι αμέσως μετά καθώς έπρεπε, πήγα να παραδώσω τις εξετάσεις στους γιατρούς, τους οποίους βρήκα να είναι συγκεντρωμένοι στο γραφείο τους.

Όταν με είδαν όμως να μπαίνω μέσα και με τις εξετάσεις στα χέρια μου μάλιστα, πολύ παραξενεύτηκαν, λες κι ότι καθόλου δεν περίμεναν να επιστρέψω από εκεί που με έστειλαν.

Με έκανε εντύπωση αυτό, αλλά επειδή είχα μεγάλη αγωνία να μάθω, τι συνέβαινε στην γυναίκα μου, παρέκαμψα την αντίδρασή τους και πολύ λογικά τους ρώτησα να μου πουν τελικά, ποια επιτέλους ήταν η πάθηση της γυναίκας μου.

Σημασία δεν έδωσαν αυτοί στις δικές μου ερωτήσεις κι αφού είδαν όλοι όσοι ήταν εκεί κι ένας, ένας μάλιστα τις εξετάσεις του αξονικού κι αφού διάβασαν και την έγγραφη διάγνωση, έλεγαν και σ’ εμένα πολύ νωχελικά αλλά και αδιάφορα στο τέλος, εκείνο το ίδιο στερεότυπο.

Όπως σου το είπαμε όντως πολλές φορές σήμερα, η γυναίκα σου είναι πράγματι πολύ σοβαρά. Μετά από εκείνη την δήλωση, άρχισα να φωνάζω πια εγώ. Τι είναι αυτό που μου λέτε βρε γιατροί; Είναι απάντηση αυτή που μου δίνετε; Τι είναι αυτό το σοβαρό που μου λέτε και τι θα κάνετε εσείς γι αυτό; Θα στέκεστε εδώ παράλυτοι και δεν θα κάνετε τίποτε, εκτός από το να μου διατυπώνετε την άποψη σας;

Και τί θέλεις να κάνουμε ρε συ; Απαντούσε ο μεγαλύτερος σε ηλικία από αυτούς. Εμείς ήμαστε μικρό νοσοκομείο και δεν διαθέτουμε χειρουργείο. Πώς λοιπόν και πού να εγχειρίσουμε την γυναίκα σου;

Όπως καταλαβαίνετε κι εσείς, τρελάθηκα όταν άκουσα εκείνον τον γιατρό να μου αναφέρει την ανάγκη ύπαρξης χειρουργείο, δεδομένου ότι εγώ δεν ήξερα τί ακριβώς έχει η γυναίκα μου και αυτοί οι αδιάφοροι προς την ασθενή τους, μου έλεγαν πολύ απλά και μετά από δέκα ώρες αφότου την δέχτηκαν στο νοσοκομείο τους, ότι έπρεπε να μπει σε χειρουργείο, αλλά δυστυχώς για την γυναίκα μου, αυτοί δεν είχαν τέτοιο.

Αφού δεν έχετε χειρουργείο εδώ ρ’ εσείς τους έλεγα κι εγώ πολύ θυμωμένος πια μαζί τους, γιατί κρατήσατε την γυναίκα μου στο νοσοκομείο σας; Κι αφού πρέπει να εγχειριστεί όπως λέτε, γιατί μου το λέτε τώρα; Σηκωθείτε τώρα κιόλας από τις καρέκλες σας και τρέξετε να μου δώσετε λύση, γιατί κι εγώ δεν ξέρω τί μπορώ να κάνω αυτή την στιγμή.

Μετά από το δικό μου ξέσπασμα, ήρθε από το διπλανό γραφείο μια γυναίκα γιατρός, η οποία και παίρνοντάς με από το χέρι, με έβγαλε έξω από το γραφείο των γιατρών κι εκεί μου έλεγε με πολύ συγκατάβαση.

Δεν ήμαστε αδιάφοροι όπως νομίζεις. Από το πρωί ψάχνω να βρω χειρούργο σε κάποιο από τα νοσοκομεία της πόλης μας, ώστε να σας στείλω εκεί, αλλά κανείς από όσους νευροχειρούργους ρώτησα, δεν έδειξε να ενδιαφέρεται. Εμείς εδώ δεν έχουμε χειρουργείο και το ασθενοφόρο κακώς σας έφερε εδώ το πρωί. Έπρεπε να σας πάει στο Παπανικολάου.

Αν σας πήγαινε εκεί, τώρα θα ήταν και χειρουργημένη ενδεχομένως η γυναίκα σου. Αυτοί έχουν πολλούς νευροχειρούργους εκεί και μάλιστα καλούς. Εμείς εδώ όμως, δεν έχουμε. Κατάλαβες;

Μα τι έχει η γυναίκα μου ρε παιδιά; Από το πρωί σας ρωτώ κι εσείς μου λέτε μόνον ότι είναι πολύ σοβαρά. Γιατί θέλει χειρουργείο και γιατί δεν την αναλαμβάνουν οι χειρούργοι που τους το ζητήσατε όπως μου λέτε;

Άκουσε να σου πω. Έλεγε και πάλι αυτή συγκαταβατικά. Όπως είχαμε υποχρέωση να κάνουμε, ενημερώσαμε όλα τα νοσοκομεία της πόλης μας, όπως και όλους τους εφημερεύοντες νευροχειρούργους. Πέραν αυτού όμως, δεν μπορούμε και να τους υποχρεώσουμε ώστε να ανταποκριθούν.

Αν θέλεις όμως να βοηθήσεις κι συ την γυναίκα σου, πάρε αυτές τις εξετάσεις που μας έφερες και πήγαινε τες τώρα κι αμέσως μάλιστα στο Παπανικολάου. Ψάξε να βρεις εκεί τον εφημερεύοντα νευροχειρούργο κι από όσα γνωρίζουμε εμείς, σήμερα εφημερεύει ο ίδιος προσωπικά ο καθηγητής της νευρολογικής κλινικής.

Συνεννοήσου εσύ προσωπικά μαζί του και για όσα συμφωνήσετε οι δυό σας, έλα εδώ να μας τα πεις κι εμείς θα κάνουμε ότι μας πείτε. Κατάλαβες; Μη χασομεράς όμως με άλλες ερωτήσεις, αφού σε τίποτε και πουθενά δεν θα σας ωφελήσουν. Τρέχα λοιπόν να βρεις τον καθηγητή και πες του ότι η γυναίκα σου είναι στο κρεβάτι κι ότι την έχουμε στον ορό με την σχετική για την περίπτωση αγωγή.

Αυτά μου είπε η γιατρός εκείνη την στιγμή κι όπως έπρεπε, αμέσως ανταποκρίθηκα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *