Η Γιαγιά Καλλιόπη

    Στο χωριό μας λοιπόν βρισκόμασταν όταν παρουσιάστηκε η πρώτη πληγή στο δεξί πόδι της γυναίκας μου κι όταν πια άρχισε να φωνάζει αυτή από τους πόνους που την ακολούθησαν και τους γείτονές μας ανάγκαζε κατά κάποιο τρόπο να στεναχωρούνται για το κακό που της βρήκε.

Η γιαγιά Καλλιόπη όμως, δεν περιοριζόταν στην στεναχώρια. Έκλαιγε όταν άκουγε τις φωνές της, αφού μέχρι το σπίτι της ακουγόταν και μάλιστα πολύ δυνατά όπως έλεγε.

Την συμπαθούσε ιδιαίτερα είναι αλήθεια, όχι μόνον γιατί της είχε κρατημένη θέση κάθε μέρα στο τραπέζι μας, αλλά και γιατί με πολύ χαρά και ειλικρινή αγάπη την δεχόταν στο σπίτι μας, αφού σαν δικό της συγγενή την περιποιόταν.

Το καταλάβαινε αυτό η γιαγιά Καλλιόπη, γιατί κι αυτή αγάπης άνθρωπος ήταν και από μακριά μπορούσε να ξεχωρίσει την αγάπη που έβλεπε στην προσφορά της γυναίκας μου, αν και δεν μπορούσε να πει σωστά το όνομά της. Αντί να την αποκαλεί Ιάνθη όπως είναι το βαφτιστικό της όνομα, Λιάνη την ονόμαζε.

Όπως κι αν την ονόμαζε όμως, σε όλους έλεγε με ποιο τρόπο την συμπεριφερόταν κι αφού ήταν ηλικιωμένη η γιαγιά Καλλιόπη και μάλιστα πάνω από τα ογδόντα, την όποια προσφορά της γυναίκας μου, πολλαπλάσια την έβλεπε.

Για να κάνει κι αυτή όμως κάτι για την Λιάνη της, κάθε μέρα της έλεγε και μια ιστορία από την ζωή της. Και την έλεγε έτσι, που να φαίνεται πολύ αστεία, ώστε να γελάει η γυναίκα μου με τις περιπέτειές της.

Επαναλάμβανε βέβαια τις ιστορίες της, αλλά επειδή το αποτέλεσμα παρέμενε συνεχώς το ίδιο, όλοι γελούσαμε με τον τρόπο που τις ανάφερε, γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές, από μόνοι μας ζητούσαμε να μας τις επαναλάβει.

Ανάμεσα σ’ αυτές όμως, μας εξιστορούσε και πως, από πολύ μικρή ακόμη διάλεξε τον άντρα της ζωής της. Και για να φτάσει σ’ αυτό το συμβάν, από τα δεκαοχτώ της ξεκινούσε την ιστορία  της κι αυτά μας έλεγε.

Εγώ που λες Λιάνη, δεκαοχτώ χρονών ήμουν όταν ήρθαν οι αντάρτες ένα απόγευμα στο σπίτι μας και ζητούσαν από τον πατέρα μου να με πάρουν μαζί τους. Στο βουνό δηλαδή κι εκεί που είχαν αυτοί την έδρα τους.

Επειδή συνήθιζαν αυτοί να κάνουν τέτοιου είδους μαζώματα εκείνο το διάστημα, με έκρυβε ο πατέρας μου όταν εμφανιζόταν στην γειτονιά μας κι έτσι, ποτέ δεν μπόρεσαν να με βρουν.

Πότε μέσα στο κοτέτσι με τις κότες δηλαδή με έκρυβε, πότε ανάμεσα στις αρμαθιές με τα καπνά με έβαζε να ξαπλώνω και πότε στο ταβάνι του σπιτιού μας. Κάτω από τα κεραμίδια δηλαδή κι εκεί που κρεμούσαμε τα σαντάλια με τα καπνά τότε.

Εκεί που λες τα κρεμούσαμε αυτά μέχρι να ξεραθούν και έμεναν κρεμασμένα κάτω από το ταβάνι, μέχρι να έρθει η ώρα να τα κάνουμε παστάλια στην συνέχεια. Ανάμεσα σ’ αυτά δηλαδή κρυβόμουν.

Και οι αντάρτες έμπαιναν εκεί πάνω ψάχνοντας να με βρουν, αλλά και ποτέ δεν με έβρισκαν, όπως και ποτέ δεν σταματούσαν να μας επισκέπτονται για τον ίδιο λόγο. Ήξεραν βλέπεις από τους γνωστούς καλοθελητές του χωριού μας, ότι υπήρχε ένα νέο κορίτσι στο σπίτι του πατέρα μου, γι’ αυτό κι επαναλάμβαναν τις προσπάθειές τους.

Από φόβο μη με βρουν κάποια στιγμή, με πείρε ένα πρωί ο πατέρας μου και με πήγε στο διπλανό χωριό, όπου και με άφησε να ζω ως φιλοξενούμενη, σε κάποιου φίλου του το σπίτι.

Εκεί λοιπόν κρύφτηκα από τους αντάρτες, αλλά κι έμαθα εξαιτίας αυτού, την ραπτική από την κυρία Φρόσω, που σαν παιδί της με είχε, μια και δικά τους παιδιά δεν είχαν. Όταν όμως τέλειωσε πια ο ανταρτοπόλεμος, αμέσως επέστρεψα στο σπίτι μας.

Επέστρεψα βέβαια, αλλά και που επέστρεψα, άλλο κακό με βρήκε, αφού με κάθε τρόπο προσπαθούσε να με παντρέψει ο πατέρας μου. Πότε με τον έναν και πότε με τον άλλον δηλαδή με προξένευε και με όποιον αυτός βέβαια ήθελε, αφού με αυτόν τον τρόπο πάντρευαν τότε οι γονείς κορίτσια τους.

Εγώ όμως είχα κάνει από μικρή την επιλογή μου για το ποιόν θα παντρευόμουν, γι’ αυτό κι όλες τις προξενιές του πατέρα μου τις απέρριπτα με κάποια δικαιολογία. Έτσι που λες κατάφερνα να μένω ελεύθερη και το έκανα συνεχώς, μέχρι να παντρευτώ τελικά αυτόν που εγώ ήθελα.

Πρέπει να ξέρεις όμως ότι ήμουν κι εγγράμματη εγώ σε σχέση με τους άλλους της ηλικίας μου, αφού είχα τελειώσει το δημοτικό σχολείο και μάλιστα με άριστα. Κι επειδή ήμουν καλή μαθήτρια, έλεγαν οι δάσκαλοι στον πατέρα μου ότι έπρεπε να με στείλει στο γυμνάσιο.

Δεν μπορούσε όμως να το κάνει κι επειδή εκείνο τον καιρό ήταν μορφωμένος κανείς, όταν είχε το ενδεικτικό της έκτης τάξης του δημοτικού στα χέρια του, με το δίκαιό του έψαχνε κι αυτός να με παντρέψει με κάποιον ισόβαθμό μου τουλάχιστον.

Ναι, αλλά εγώ όπως σου είπα, από μικρή είχα βάλει στο μυαλό μου, ώστε τον Γιώργη να παντρευτώ. Ο Γιώργης όμως ήταν αγράμματος, αφού δεν είχε πάει ούτε στην δευτέρα τάξη του δημοτικού. Κι όταν αναφερόταν το όνομά του για κάποιον λόγο, παραπάνω από άχρηστο δεν τον ανέβαζε ο πατέρας μου.

Κι εγώ βέβαια ήξερα ότι ήταν άχρηστος, αφού στην γειτονιά μας ήταν το σπίτι τους. Τα αδέλφια του δε, από το πρωί μέχρι το βράδυ τον μάλωναν και πολλές φορές τον χτυπούσαν, γιατί τίποτε δεν μπορούσε να κάνει σωστά ο φουκαράς.

Όποια δουλειά κι αν του εμπιστευόταν δηλαδή, μαντάρα την έκανε, γι’ αυτό και συνεχώς τον έβριζαν. Για την ακρίβεια πάντως, ένας συνηθισμένος άνθρωπος του χωριού μας ήταν από πλευράς εμφάνισης και δεν μπορώ να σου πω τώρα ότι τον ερωτεύτηκα, γιατί και ασχημούλης ήταν.

Από το να ακούω όμως συνεχώς να τον κακομεταχειρίζονται όλοι, συγγενείς και γείτονες, άρχισα να τον λυπάμαι. Εντάξει έλεγα μέσα μου μια μέρα, όταν πλησίαζα τα δέκα μου χρόνια. Άχρηστος είναι, αλλά είναι σωστό να τον μαλώνουν και να τον βρίζουν συνεχώς; Δεν μπορεί να κάνει τίποτε σωστά βέβαια, αλλά και δίκαιο δεν είναι να τον αποπαίρνουν, γιατί έτσι όπως τον συμπεριφέρονται, γίνεται χειρότερος αντί να διορθωθεί.

Αφού κανείς λοιπόν δεν τον βοηθάει, ώστε να κάνει σωστά τα πάντα, εγώ θα τον παντρευτώ κι αφού τον κάνω νοικοκύρη, θα σταματήσουν πια να τον χλευάζουν.

Θα τον παντρευτώ εγώ λοιπόν έλεγα κι εγώ θα τον βοηθήσω να γίνει νοικοκύρης και μάλιστα τέτοιος, που όλο το χωριό να τον επαινεί. Αυτό που λες έβαλα στο μυαλό μου και περίμενα να έρθει η ώρα, ώστε και στον πατέρα μου πω αυτό που σκεφτόμουν, αφού μεγάλωσα πια και ο ίδιος με πάντρευε.

Πέθανε εν τω μεταξύ αυτός κι έτσι, δεν πρόλαβα να του πω τίποτε. Κι ο Γιώργης χάθηκε εκείνο το διάστημα, γιατί πήγε να υπηρετήσει την στρατιωτική του θητεία. Ότι κι αν έκανε αυτός όμως, εγώ είχα πάρει πια την απόφασή μου, οπότε, με μισόλογα προσπαθούσα να πω κάτι καλό γι’ αυτόν και στον θείο μου, αυτόν δηλαδή που ανέλαβε να με προστατεύει, αφού δεν είχα πια τον πατέρα μου.

Η αλήθεια είναι ότι κι αυτός με απογοήτευε, γιατί και αγράμματος είναι έλεγε και άχρηστος είναι, αφού τίποτε δεν μπορεί να κάνει. Αν έρθει από τον στρατό όμως και μας δείξει καλό πρόσωπο, τότε, θα τον δούμε από την αρχή και βλέπουμε αν μας κάνει.

Αυτά έλεγε ο θείος μου και για να μη χασομερώ εγώ όπως επέμενε να λέει, περιμένοντας έναν άχρηστο να γίνει χρήσιμος, άρχισε κι αυτός να με προξενεύει. Εγώ όμως, δεν ήθελα να αλλάξω την στάση μου. Θα περιμένω να έρθει ο Γιώργης έλεγα μέσα μου κι αν δω ότι έστω και για λίγο πείρε προς το καλύτερο, τότε άφοβα θα τον παντρευτώ κι όπως το υποσχέθηκα στον εαυτό μου, θα τον κάνω νοικοκύρη.

Δεν είχαμε βέβαια κάποια σχέση με τον Γιώργη, αλλά ούτε και του είπα ποτέ ότι ήθελα να τον παντρευτώ. Την στεναχώρια μου μόνο του έλεγα, όταν τον έβλεπα να στέκεται παράμερα και να είναι δαρμένος από τα αδέλφια του.

Άρχισε όμως να μου γράφει γράμματα από τον στρατό και βλέποντας τα γραπτά του, έμεινα. Καλογραμμένα κείμενα δηλαδή μου έστελνε και με άριστο συντακτικό γραμμένα, οπότε, άρχισα να σκέφτομαι πια, ότι μάλλον τον μόρφωσε ο στρατός.

Δεν έγραφε βέβαια ερωτικά λόγια, αφού τίποτε δεν είχαμε, αλλά έτσι όπως μου ανέφερε την καθημερινότητά του, εύκολα μάθαινα κι εγώ πως περνούσε ως στρατιώτης. Τέτοια θέματα δηλαδή είχαν τα γράμματα που μου έστελνε.

Αυτά λοιπόν πήρα μια μέρα και στον θείο μου πήγα να τα δείξω. Διαβάζοντας κι αυτός όμως τα γράμματα του Γιώργη, με ενθουσιασμό μου έλεγε, ότι μάλλον λάθος κάναμε όλοι μας και τον αποπαίρναμε, αφού από τα γραφόμενα και μόνο, έδειχνε ότι ήταν μορφωμένος, έστω κι αν ξέραμε ότι δεν τελείωσε την δευτέρα τάξη του δημοτικού.

Αν είναι έτσι βρε παιδί μου αυτός ο άνθρωπος, όπως μέσα από αυτά τα γράμματα μας παρουσιάζεται, τότε καλά θα κάνεις να τον παντρευτείς κι εύκολα θα μπορέσεις να τον κάνεις νοικοκύρη όπως μου είπες.

Αυτά που λες μου είπε ο θείος μου τότε κι αφού τον βρήκα σύμφωνο με την ιδέα μου, περίμενα μετά πότε θα απολυθεί ο Γιώργης, ώστε να ολοκληρώσω τελικά τον σκοπό μου. Να τον παντρευτώ δηλαδή.

Κι αφού ήμουν αποφασισμένη όπως σας είπα, να κάνω εγώ πολλά, σε περίπτωση που αυτός δεν θα μπορούσε να κάνει τίποτε σωστό, ήδη άρχισα να ράβω φουστάνια για τις γυναίκες του χωριού, αφού μοδίστρα ήμουν και πολύ καλή μάλιστα.

Με το που επέστρεψε λοιπόν ο Γιώργης από στρατιώτης, αμέσως του είπα την σκέψη μου να τον παντρευτώ κι αφού το δέχτηκε αυτός, μετά από λίγο καιρό πράγματι παντρευτήκαμε, έστω κι αν από όλους άκουγα την απογοήτευσή τους, αφού όλοι το ίδιο μου έλεγαν. Τί πήγες κι έκανες βρε κορίτσι μου; Αυτόν τον άχρηστο πήγες να παντρευτείς;

Αυτόν ήθελα τους έλεγα κι αυτόν πήρα κι εγώ θα τον κάνω έτσι και τέτοιον νοικοκύρη, που όλοι εσείς θα τρίβετε τα μάτια σας. Αυτά τους έλεγα που λες Λιάνη και την πρώτη νύχτα του γάμου μας, πάνω σε μια κουρελού κοιμηθήκαμε, αφού τίποτε δεν είχαμε στο σπίτι που μας έδωσαν οι γονείς του να μείνουμε.

Το πρωί όμως, από τα χαράματα σήκωσα τον Γιώργη να πάμε στο χωράφι προκειμένου να μάσουμε  καπνό, αλλά κι όπως τον έβλεπα να συμπεριφέρεται, τίποτε δεν μπορούσε να κάνει ο καημένος. Μη στεναχωριέσαι του έλεγα. Βλέπε τι και πως κάνω εγώ κι έτσι, εύκολα θα μπορέσεις να κάνεις το ίδιο.

Αυτά λοιπόν του έλεγα, νομίζοντας κι εγώ ότι απλώς δεν ήξερε τι ακριβώς έπρεπε να κάνει. Αυτός όμως, δεν ήταν ότι δεν ήξερε τι να κάνει, αφού από ότι φάνηκε στο τέλος, δεν μπορούσε να συγχρονιστεί, ούτε μ’ εμένα, ούτε με τα χέρια του, αλλά ούτε και με το μυαλό του.

Θυμωμένος από την αδυναμία του να κάνει κάτι σωστά έστω, άρχισε να βρίζει εμένα μια μέρα. Απόρησα που λες με την συμπεριφορά του, γι’ αυτό και με το δίκαιό μου του έλεγα, ότι δεν ήταν σωστός τρόπος αυτός και μάλιστα από έναν μορφωμένο άνθρωπο σαν και του λόγου του.

Τί μορφωμένος μας λες απαντούσε αυτός, αφού εγώ ούτε την δευτέρα τάξη του δημοτικού δεν έβγαλα. Μα τότε του έλεγα, πως έγραφες τόσο ωραία γράμματα, όταν μου τα έστελνες από τον στρατό; Δεν μορφώθηκες εκεί δηλαδή;

Ξέρεις τι μου απάντησε Λιάνη; Δεν τα έγραφα εγώ αυτά τα γράμματα. Ο λοχίας τα έγραφε αντί για μένα. Ήταν δάσκαλος αυτός, γι’ αυτό και ήξερε τι να γράψει. Εγώ του ζήτησα να το κάνει, γιατί ήθελα να με εκτιμήσεις.

Όπως καταλαβαίνεις Λιάνη, από τα σύννεφα έπεσα, αλλά και καθόλου δεν απογοητεύτηκα. Δεν πειράζει του είπα πάλι. Εγώ θα σε βοηθήσω, ώστε να γίνεις καλός άνθρωπος, όπως και καλός νοικοκύρης.

Εκείνο που θέλω από εσένα όμως, είναι να προσέχεις μόνον αυτά που θα σου δείχνω κι όλα θα τα κάνεις σωστά από εδώ και μετά, για να μη φαίνεται από κανέναν πια, ότι δεν ξέρεις να κάνεις τίποτε κι έτσι, θα σταματήσουν να μας κοροϊδεύουν οι συχωριανοί.

Αυτά που λες ορμήνευα τότε τον Γιώργη να κάνει, αλλά όπως σου είπα, τίποτε δεν μπορούσε να αποδώσει. Όλα λάθος κι όλα ανάποδα τα έκανε, με αποτέλεσμα να γίνεται καθημερινά αιτία για πολλά γέλια από τους γείτονές μας.

Την δεύτερη κιόλας μέρα του γάμου μας που λες, τον κάλεσαν οι γείτονες να πάει μαζί τους στο βουνό, με σκοπό να κόψουν ξύλα για τον χειμώνα, αφού από το καλοκαίρι φροντίζαμε αυτήν την υποχρέωση.

Πήρε λοιπόν τον γάιδαρό μας και μαζί με τους υπόλοιπος, πράγματι πήγε κι αυτός στο βουνό και με ένα τσεκούρι προσπαθούσε να κόψει τέτοια ξύλα και τόσο πολλά μάλιστα, που να μπορεί να τα σηκώσει μεν ο γάιδαρος, αλλά και πολλά δρομολόγια να μην κάνει, πήγαινε έλα από το βουνά στο σπίτι.

Ότι κι αν έκανε εκεί ο Γιώργης όμως, τίποτε δεν ήταν σωστά καμωμένο. Όλοι μάζευαν χοντρά ξύλα για τις ανάγκες τους, ενώ αυτός διάλεγε τα ποιο ψιλά, αφού όπως τους έλεγε, τα χοντρά δεν μπορούσε να τα κόψει.

Κι όταν πάλι ήρθε η ώρα να φορτώσει τα ξύλα του στον γάιδαρό μας, δεν ήξερε να πως να το κάνει, με αποτέλεσμα να παιδεύεται ό ίδιος, αλλά και το ζώο. Του έδειχναν βέβαια οι άνθρωποι τι και πως να κάνει, αλλά αυτός δεν μπορούσε να τους μιμηθεί.

Τον άφησαν λοιπόν να παιδεύεται μόνος του μέχρι να τα καταφέρει και στο ίδιο χρονικό διάστημα, τρείς φορές πήγαν και ήρθαν αυτοί με ξύλα από το βουνό στο σπίτια τους.

Ο Γιώργης όμως, ακόμη προσπαθούσε να φορτώσει τα πρώτα που κατάφερε να κόψει και μη μπορώντας να τα δέσει σωστά στο σαμάρι του γαϊδάρου, συνεχώς του έπεφταν πότε από την μια και πότε από την άλλη πλευρά του.

Πολύ θυμωμένος με τον γάιδαρό του στην συνέχεια, γιατί του έπεφταν τα ξύλα που αυτός του έδενε όπως, όπως, έβγαλε το μαχαίρι του κάποια στιγμή και του έκοψε τα αυτιά.

Όταν καμιά φορά ήρθε επιτέλους στο σπίτι, απόγευμα έγινε και με τα μισά του ξύλα ήρθε, γιατί όπως αποδείχτηκε, του έπεφταν στον δρόμο και χαμπάρι δεν πήρε.

Απόρησα βέβαια για την μικρή ποσότητα των ξύλων που μου έφερε, αλλά ποιο πολύ απόρησα, για τον λόγο που έβλεπα να φοράει κορδέλες στα αυτιά του γαϊδάρου μας, αφού αυτό υπολόγισα εκείνη την στιγμή.

Όταν λοιπόν του ζήτησα να μου εξηγήσει, γιατί του φόρεσε κορδέλες, θυμωμένος απαντούσε, ότι δεν ήταν κορδέλες, αλλά κομμάτια από το πουκάμισό του, γιατί όπως το σκέφτηκε, έδεσε τα αυτιά του γαϊδάρου για να μην αιμορραγούν.

Σκεπτόμενη τον πόνο που θα ένιωθε ο γάιδαρός μας, με το δίκαιό μου πια του έλεγα. Γιατί το έκανες αυτό βρε Γιώργη; Τί θα κάνουμε τώρα αν μας ψηφίσει αυτός και άλλον γάιδαρο δεν έχουμε; Να μάθει να στέκεται σωστά είπε μόνον αυτός και αμέσως πήγε να ξεφορτώσει το ζώο.

Και τί λέω τώρα ότι το ξεφόρτωσε, αφού όπου βρήκε καθαρό χώρο μέσα στην αυλή μας, εκεί τα άφησε. Πήγε τον γάιδαρο στον στάβλο στην συνέχεια και μόλις επέστρεψε, στο σπίτι μπήκε κι αφού φόρεσε άλλο πουκάμισο, έβαλε την ρεπούμπλικά του και στο καφενείο πήγε όπως το συνήθιζε.

Αυτά που λες Λιάνη. Και μήπως κατάφερα να διορθώσω κάτι από την αδυναμία του; Μέχρι που πέθανε, ο ίδιος ήταν και ένα καλό λόγο ποτέ δεν άκουσα από τα χίλια του.

Από το πρωί μέχρι το βράδυ με έβριζε και όταν θύμωνε με την αχρηστία του, εμένα χτυπούσε. Αρρώστησε που λες στο τέλος και για μεγάλο χρονικό διάστημα ξαπλωμένος στο κρεβάτι την έβγαλε.

Εγώ όμως, ποτέ δεν τον άφησα μόνο του και αβοήθητο. Πάντα ήμουν δίπλα του κι αφού όλα εγώ τα έκανα, πράγματι τον παρουσίασα νοικοκύρη και μάλιστα από τους καλλίτερους του χωριού μας.

Και δεν σου κρύβω Λιάνη, ότι πολύ στεναχωρήθηκα όταν τον έχασα. Μακάρι να ζούσε κι ας με έβριζε αυτός όταν τον έτριβα τις πλάτες. Από το να είναι συνεχώς ξαπλωμένος που λες, πιανόταν ο φουκαράς, γι’ αυτό και χρειαζόταν το τρίψιμο.

Επειδή πονούσε όμως, το μπαστούνι του έπιανε και με αυτό με χτυπούσε. Όσο για τις βρισιές, μ’ αυτές κοιμόταν και μ’ αυτές στο στόμα του ξυπνούσε. Μακάρι να τον είχα ακόμη όμως, γιατί άντρας μου ήταν κι εγώ τον διάλεξα.

Παρόλα αυτά, κανείς δεν μπορεί να πει ότι δεν ήταν καλός νοικοκύρης. Κι όταν έβγαινε στο καφενείο, στολισμένο τον έστελνα, ώστε όλοι να τον σέβονται.

Όταν έφτανε εδώ η κουβέντα της, πάντα έβλεπα να τρέχει ένα δάκρυ από τα μάτια της και δεν ήταν από αγανάκτηση, ή θυμό, ή κι από υπερηφάνεια για την δική της προσφορά.

Από λύπη ήταν, για την απουσία του άντρα της. Και για να διασκεδάσω κάπως την λύπη της εγώ, πάντα την πείραζα όταν της έλεγα. Κι εμένα τα ίδια μου κάνει η Ιάνθη. Κι επειδή δεν μπορώ να την αντέξω άλλο, άμα περάσει κανένας γύφτος από την γειτονιά μας, μη διστάσεις να την πουλήσεις και όσα σου δώσει πάρε τα.

Όχι. Όχι, έλεγε η γιαγιά Καλλιόπη. Εγώ δεν την δώνω. Αλλά, ούτε κι εσένα θ’ αφήσω να την δώσεις, γιατί και καλή είναι και πολλά κάνει για όλους μας.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *