Η γυναίκα που ζητούσε να της αναγνωρίσω το παιδί της

   Βεβαίως και σας αναφέρω πολλά περιστατικά από την προσωπική μου ζωή, αλλά κι εσείς, συνεχώς απορείτε μαζί μου όταν ακούτε να σας τα διηγούμαι και συνεχώς μου λέτε χαμογελώντας δύσπιστα, πώς γίνεται και μου συμβαίνουν τόσα πολλά και τόσα περίεργα, όπως και πως συμβαίνουν όλα σ’ εμένα.

Μαζί μ’ εσάς όμως κι εγώ απορώ γι’ αυτήν την σύμπτωση, ή την συγκυρία αν θέλετε, του να μου συμβαίνουν τόσα πολλά δηλαδή, αλλά και ποιός μπορεί να επιλέξει τα δεδομένα της ζωής του, ώστε να διάλεγα κι εγώ αυτά που θα ήθελα να μου συμβούν και μάλιστα να είναι τέτοια που και λίγα να είναι και κάποιο όφελος να μου αποδίδουν;

Σας κάνω κι αυτήν την αναφορά τώρα, γιατί από τις πρώτες μέρες του χρόνου που διανύαμε, πολύ συχνά με ενοχλούσαν μερικοί άνθρωποι κι από τηλεφώνου μάλιστα με την συμπεριφορά τους. Αυτούς όμως, ούτε τους γνώριζα, ούτε ήθελα να με ενοχλούν, αλλά ούτε και τους επέλεξα να με ταλαιπωρούν με τα δικά τους θέματα, ώστε να έχω τώρα να σας περιγράφω αυτά που αντιμετώπιζα μαζί τους.

Από την Πρωτοχρονιά λοιπόν ξεκινώντας, μια γιαγιά όπως εκτιμούσα από την φωνή της με ενοχλούσε με τα τηλεφωνήματά της και δεν σταμάτησε να κάνει το ίδιο, μέχρι που μπήκαμε εν τω μεταξύ στον Αύγουστο της χρονιάς που ακολουθούσαμε.

Κι αυτό που έκανε συνεχώς η γιαγιά, ήταν να μου λέει από τηλεφώνου, ότι έπρεπε να της δώσω λύση επιτέλους στο πρόβλημά της, χωρίς να μου αναφέρει τίποτε σχετικό που να με οδηγεί στην λύση του.

Από τον τρόπο που μιλούσε δε, σε χωριό με παρέπεμπε, αλλά κι από την προφορά που χρησιμοποιούσε, την Πελοπόννησο μου θύμιζε. Την υπέμεινα είναι αλήθεια και την υπέμεινα από σεβασμό στην ηλικία της. Αυτή όμως, με κανένα τρόπο δεν ήθελε να δεχθεί, ότι σε κάποιον άγνωστο μιλούσε.

Κι αυτό που μου έλεγε στης αρχές του Αυγούστου πια, ήταν ότι δεν έπρεπε να την κουράζω περισσότερο, γιατί και γριά γυναίκα ήταν και βασανισμένη ήταν. Βεβαίως και δεν ήξερα τι ακριβώς ήθελε από αυτόν που έπρεπε να την ακούει, αλλά κι όταν από σεβασμό ρωτούσα να μου αναφέρει το πρόβλημά της, με μια λέξη μόνον μου απαντούσε. Ξέρεις εσύ.

Εγώ βέβαια τίποτε δεν ήξερα και το μόνο που θα ήθελα αν μπορούσα να το πω κι αυτό, ήταν να την βοηθήσω κάπου κι όχι να μάθω τα μυστικά της, που ούτως ή άλλως, καθόλου δεν με ενδιέφεραν.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που πάρα πολλές φορές της είπα, ότι μάλλον έγραψε λάθος τον αριθμό που τις έδωσε αυτός που όφειλε να την ακούει, ή ότι από σύμπτωση, έμοιαζε με τον δικό μου και για ένα λάθος αριθμό προφανώς, καλούσε εμένα στο τηλέφωνο, αντί αυτόν που έπρεπε.

Ότι κι αν της έλεγα όμως, ποτέ δεν το δεχόταν. Ξέρω, ξέρω, έλεγε. Έτσι μου είπες να κάνω κι αυτό κάνω. Εσύ θα λες ότι δεν με ξέρεις κι εγώ συνεχώς θα σου θυμίζω πια είμαι και τι είναι αυτό που εσύ πρέπει να κάνεις κι επειδή ξέρεις τι είναι, μου είπες να μην το αναφέρω. Έτσι δεν μου είπες να κάνω;

Αυτά μου έλεγε η γιαγιά κάθε φορά κι επειδή συναισθηματικά κινούμενος, δεν μπορούσα να της κόψω την γραμμή, ανεχόμουν τα τηλεφωνήματά της όπως καταλαβαίνετε και το έκανα σαν να εξυπηρετούσα την δική μου γιαγιά.

Μερικές φορές μάλιστα, που τύχαινε να έχω δουλειά την στιγμή που με καλούσε, ή με κάτι άλλο ήμουν πολύ σοβαρά απασχολημένος και δεν είχα χρόνο να την ακούσω, την απέφευγα θα έλεγα και με καλό τρόπο το προσπαθούσα είναι αλήθεια κι όπως το δεχόμουν όλο αυτό το σχοινικό σαν δική μου υποχρέωση απέναντί της, πάλι εύρισκα κάτι να τις πω στα γρήγορα, μήπως και καταλάβαινε επιτέλους, ότι κάποιο λάθος έκανε στο τηλέφωνο που καλούσε.

Παρ’ όλα αυτά όμως, η γιαγιά ήταν ανυποχώρητη. Και δεν ήταν απλώς ανυποχώρητη, γιατί στα μέσα του Αυγούστου, έβαλε και τον άντρα της να με καλεί για τους δικούς τους λόγους, οπότε, ήθελα δεν ήθελα, με δύο είχα να συνδιαλέγομαι από εκεί και μετά χωρίς αποτέλεσμα.

Αυτόν αντιμετωπίζοντας λοιπόν μια μέρα, μπόρεσα τελικά να καταλάβω, ή να ξεδιαλύνω αν θέλετε, ότι σε κάποιον δήμαρχο της περιοχής τους απευθυνόταν, γιατί αυτός ήταν που ξεχνούσε την συμφωνία που έκανε με τους ηλικιωμένους.

Σ’ αυτόν απευθυνόμενος λοιπόν ο παππούς, έλεγε μια μέρα σ’ εμένα με χαμηλωμένη την φωνή του, προφανώς για να μη τον ακούσουν άλλοι. Δήμαρχε; Εγώ είμαι, έλεγε. Πήρα κι εγώ να σου θυμίσω την υπόσχεσή σου. Εσύ βέβαια μας είπες να μη λέμε πολλά στο τηλέφωνο, αλλά πολύς καιρός πέρασε και τίποτε δεν έκανες.

Πρέπει να καταλάβεις λοιπόν, ότι μας κούρασες κι ότι πρέπει να μας δώσεις λύση επιτέλους, γιατί κι εμείς ηλικιωμένοι άνθρωποι ήμαστε. Κατάλαβες; Κατάλαβα, του έλεγα κι εγώ. Αλλά κι εσύ πρέπει να καταλάβεις παππού, ότι σε λάθος τηλέφωνο καλείς. Εγώ δεν είμαι ο δήμαρχος που θέλεις να μιλήσεις μαζί του. Πρέπει να σου πω ακόμη, ότι από την Θεσσαλονίκη σου μιλώ.

Αυτός που περιμένεις να δώσει λύση στο πρόβλημά σας, θα πρέπει να βρίσκετε κάπου στην Πελοπόννησο. Ψάξε λοιπόν ξανά τα νούμερα και θα δεις ότι σε άγνωστο άνθρωπο μιλάς κι όσο επιμένεις να κάνεις το ίδιο, λύση στο πρόβλημά σου δεν θα βρεις, αν και πολύ πιστεύω ότι αυτός που σας έδωσε αυτό το νούμερο, μάλλον σας εξαπάτησε.

Πήγαινε λοιπόν να τον βρεις ξανά κι από κοντά να του πεις αυτά που λες σ’ εμένα, γιατί όσο κι αν επιμένεις να κάνεις το ίδιο, τον χρόνο σου χάνεις κι εμένα που δεν γνωρίζεις, από λάθος με απασχολείς.

Ξέρω, ξέρω, έλεγε κι αυτός. Όπως μας είπες να κάνουμε, σου θυμίζουμε το πρόβλημά μας, έτσι που να μην καταλαβαίνουν οι άλλοι τι λέμε. Εσύ θα λες αυτά που θέλεις να ακουστούν δηλαδή κι εμείς θα λέμε αυτά που εσύ πρέπει να θυμηθείς. Κουραστήκαμε όμως να περιμένουμε λύση, γι’ αυτό και σου το θυμίζουμε τόσο συχνά.

Αυτά έλεγαν λοιπόν μια ο παππούς και μια η γιαγιά και τελειωμό δεν είχαν οι τηλεφωνικές τους κλήσεις στο δικό μου τηλέφωνο. Δεν θύμωνα μαζί τους όπως θα ήταν λογικό, γιατί κι αυτοί θύματα του ανθρώπου πού ήθελε να είναι δήμαρχος ήταν και σίγουρα τους εξαπάτησε κι αυτός ήταν που με θύμωνε, γιατί δυό ηλικιωμένους κι εύπιστους ανθρώπους βρήκε να κοροϊδέψει.

Όπως κι αν είχε το πράγμα όμως, πουθενά δεν μπορούσα να τους φανώ χρήσιμος, αλλά κι αυτοί, δεν καταλάβαιναν ότι εξαπατήθηκαν. Ένα ολόκληρο χρόνο έκλεισαν όμως με αυτήν την κατ’ ανάγκη, όσο και άκαρπη γι’ αυτούς συνομιλία μαζί μου.

Μπόρεσα όμως να απαλλαγώ τελικά από την ενόχλησή τους, όταν τον επόμενο χρόνο έγιναν εκλογές. Μετά από τις εκλογές λοιπόν, πάλι με κάλεσαν εναλλάξ μια η γιαγιά και μια ο παππούς, οπότε, τότε τους είπα πια, ότι έγινε βουλευτής πλέον ο δήμαρχος κι ότι δεν θα μπορούσε να ασχοληθεί με το θέμα τους.

Έτσι μόνον κατάφερα να τους σταματήσω από το να με καλούν κάθε τόσο, αλλά κι ένα αναπάντητο ερώτημα έμεινε κρεμασμένο στο μυαλό τους. Τι θα έκαναν δηλαδή και πως θα εύρισκαν λύση στο πρόβλημά τους αφού θα γινόταν άλλος δήμαρχος στην θέση του.

Ξεμπέρδεψα βέβαια με τους ηλικιωμένους, αλλά την νεαρή γυναίκα που στο ίδιο χρονικό διάστημα με καλούσε κατά διαστήματα και μου ζητούσε να της αναγνωρίσω το παιδί που απέκτησε με κάποιον, με τίποτε δεν μπορούσα να αποφύγω, ότι κι αν της έλεγα σχετικά.

Κι αυτό που μου έλεγε ανελλιπώς κι αυτή στις κλήσεις της, ήταν το ίδιο ακριβώς. Τί θα γίνει ρε αλήτη; Θα μου αναγνωρίσεις επιτέλους το παιδί; Αυτό έλεγε και τίποτε δεν άκουγε από αυτά που της απαντούσα.

Την πρώτη φορά που την άκουσα να μου ζητά την αναγνώριση του παιδιού της, είναι αλήθεια ότι πολύ θορυβήθηκα, αλλά και η φωνή της παντελώς άγνωστη μου ήταν. Σαστισμένος δηλαδή της απαντούσα, ότι εγώ τουλάχιστον, θα αναγνώριζα ένα παιδί αν ήταν δικό μου.

Εσένα όμως βρε κοπέλα μου. Πού και πότε σε γνώρισα και δεν το θυμάμαι, γιατί και τύφλα στο μεθύσι να ήμουν, σίγουρα θα ήξερα αν έκανα ή όχι ένα παιδί μαζί σου. Πώς λοιπόν μου προέκυψε τώρα ένα τέτοιο αποτέλεσμα; Μπορείς να μου εξηγήσεις σε παρακαλώ, πώς έκανα κάτι τέτοιο και μάλιστα με μια άγνωστη γυναίκα;

Το ποιο σίγουρο λοιπόν είναι, ότι αυτός με τον οποίο έκανες το παιδί, μάλλον σου έδωσε να κρατάς λάθος νούμερο τηλεφώνου, ή κι εξεπίτηδες μπορεί να σου έδωσε ένα τυχαίο νούμερο κι αυτό συνέπεσε να είναι το δικό μου, οπότε, άδικα τον αδίκων απευθύνεσαι σ’ εμένα.

Ανένδοτη όμως αυτή, με θράσος απαντούσε όταν έλεγε. Κι εμένα ξέρεις ρε αλήτη και το παιδί μας ξέρεις κι ας κάνεις τώρα τον ανήξερο. Μου υποσχέθηκες ότι θα το αναγνωρίσεις και τώρα χωρίς να ντρέπεσαι τέτοιο καθήκι που είσαι, μου λες ότι σε λάθος τηλέφωνο καλώ. Φτού σου παλιοτόμαρο.

Αυτά μου είπε θυμωμένη η γυναίκα και μου έκλεισε την γραμμή. Όπως μπορείτε να καταλάβετε λοιπόν, άφωνος έμεινα για όσα με κατηγορούσε αλλά και τίποτε δεν πρόλαβα να της πω απολογούμενος.

Κι αυτή καημένη είναι έλεγα στον εαυτό μου, δικαιολογώντας κατά κάποιο τρόπο την συμπεριφορά της και μέσα στην σύγχυση που έχει για όσα της συνέβαιναν, μάλλον πάτησε λάθος αριθμό και χωρίς να θέλει, κάλεσε άγνωστο αποδέκτη.

Το κακό όμως ήταν, ότι αυτός που έπρεπε να τα ακούσει, τίποτε δεν άκουσε. Για σύμπτωση λοιπόν προσέλαβα το περιστατικό, έστω κι αν μου καταλόγισε πολλά άσχημα λόγια η πληγωμένη γυναίκα, αλλά και υπέθετα όπως ήταν λογικό, ότι θα έβλεπε κάποια στιγμή το λάθος της και θα πρόσεχε μετά σε ποιόν καλούσε, ώστε να μην έπεφταν στον βρόντο τα παράπονά της, γιατί και δίκαιο είχε, για όσα έπρεπε να πει στον υπαίτιο του προβλήματός της.

Αυτό υπέθετα εγώ βέβαια, αλλά η νεαρή γυναίκα κάθε τόσο με καλούσε κι όπου με έβρισκε, με στόλιζε για τα καλά. Μα στον δρόμο ήμουν, μα στα καταστήματα, μα στο σπίτι μου, άκουγα ένα σορό από τέτοιες εκφράσεις.

Ωστόσο όμως, με καλό τρόπο και με υπομονή προσπαθούσα να της πω ότι έπρεπε να προσέχει που και σε ποιόν τηλεφωνούσε, γιατί εκτός του ότι έβριζε άγνωστο άνθρωπο, δεν άκουγε κι αυτός που έπρεπε, αυτά που με το δίκαιό της ήθελε να του πει.

Και στην γυναίκα μου που υποχρεώθηκα να αναφέρω, ότι κάποια νεαρή ζητούσε να της αναγνωρίσω ένα παιδί κι αυτή με συμβούλευε να μην την μαλώνω για όσα με καταλόγιζε, αν και γελούσε με την διάθεση της, να θέλει να φορτώσει ένα παιδί σε όποιον εύρισκε διαθέσιμο.

Κι επειδή πολλές φορές άκουγε να της μιλώ όταν ήμουν στο σπίτι και να προσπαθώ μάλιστα να την καλμάρω, προτρέποντάς την να δει ξανά και με πολύ προσοχή το τηλέφωνο που καλούσε, αρκετές ήταν οι φορές που αυτή πήρε το τηλέφωνο από τα χέρια μου κι αυτή αντί για μένα άκουγε τις βρισιές που μου έριχνε η άγνωστη.

Παρ’ όλα αυτά όμως, συμμεριζόταν την αγονία της νεαρής κι όχι μόνον ζητούσε να την υπομένω, αλλά και να μην την αποπαίρνω μου ζητούσε, μέχρι που να βρει επιτέλους λύση στο πρόβλημά της από αυτόν που έπρεπε.

Ναι αλλά το πράγμα άρχισε να γίνεται αρκετά ενοχλητικό, οπότε, με καλό τρόπο πάλι της έλεγα μια μέρα. Καλά βρε κοπέλα μου. Είσαι σίγουρη ότι εγώ είμαι αυτός που ψάχνεις; Η φωνή που ακούς να σου μιλά δηλαδή, είναι του ανθρώπου που σε κατέστησε έγκυο; Εσύ είσαι ρε αλήτη, έλεγε αυτή και δική σου είναι η φωνή που ακούω, γιατί αρκετό χρόνο βρίσκομαι κοντά σου και πολύ καλά την γνωρίζω.

Σύνελθε βρε κοπέλα μου της έλεγα, γιατί εγώ είμαι κοντά στα εξήντα μου χρόνια. Μ’ εμένα δηλαδή έκανες το παιδί που θέλεις να σου αναγνωρίσω; Τέτοιος που είσαι ρε παλιοτόμαρο, απαντούσε αυτή και εκατόν εξήντα θα πεις ότι είσαι, προκειμένου να αποφύγεις τις υποχρεώσεις σου. Φτού σου, παλιάνθρωπε.

Αυτά μου είπε την τελευταία φορά κι όταν ποια διανύαμε τον Νοέμβριο εκείνης της χρονιάς, ξέσπασα στο επόμενο τηλεφώνημά της και της είπα τόσο πια, που κι εγώ έλεγα στον εαυτό μου ότι δεν έπρεπε να της τα πω.

Και με θυμό της τα είπα βέβαια, γιατί με βρήκε σε πολύ δύσκολη θέση, λόγω του ότι με βασάνιζε ένας πολύ δυνατός πονόδοντος εκείνο το διάστημα και δεν μπόρεσα να τον υπομείνω. Από αυτόν θέλοντας να απαλλαγώ λοιπόν, στον οδοντίατρο πήγαινα μετά από ραντεβού που μου έκλεισε και σε ΤΑΧΙ βρισκόμουν όταν δέχτηκα το τηλεφώνημά της.

Πριν προλάβω να πάρω ανάσα και πριν ακόμη προλάβω να απαντήσω στην κλήση που μου έκανε, αυτή άρχισε να μου μιλά. Κι αυτά που έλεγε, ήταν τα ίδια όπως πάντα με τα προηγούμενα. Γιατί ρε αλήτη, δεν ήρθες στο δικαστήριο όπως μου το υποσχέθηκες; Σαν χαζή σε περίμενα μαζί με τον δικηγόρο μου και δεν ήρθες. Πότε επιτέλους ρε απατεώνα θα έρθεις να κάνεις το χρέος σου; Έλα ρε ανεπρόκοπε να μου αναγνωρίσεις το παιδί και μετά πήγαινε στα κομμάτια. Ούτε να σε δω ξανά θέλω, ούτε να σε ακούσω. Το παιδί μας θέλω να αποκαταστήσω και τίποτε άλλο. Κατάλαβες ρε αλήτη;

Αυτά λοιπόν μου έλεγε θυμωμένη και μπορεί να ήθελε να του πει περισσότερα του δράστη, αλλά εγώ δεν άντεξα και ξέσπασα όπως καταλαβαίνετε. Κι αυτά που της έλεγα δεν ήταν και τόσο καλά, αφού κι ο ταξιτζής που τα άκουγε, έτριβε τα γένια του και σιγά τον άκουγα να λέει. Πω?, Πω?.

Μην έχοντας άλλη υπομονή λοιπόν κι ενώ έπιανα το μάγουλό μου, πολύ δυνατά της έλεγα. Όχι κυρία μου. Ούτε ήρθα, αλλά ούτε και θα έρθω ποτέ να σου αναγνωρίσω το παιδί. Εγώ τρία παιδιά έκανα και τα αναγνώρισα με όλους τους τύπους. Το δικό σου παιδί λοιπόν, που δεν ξέρω με ποιόν το έκανες, δεν πρόκειται, αλλά ούτε και θέλω να το αναγνωρίσω.

Κανόνισε την πορεία σου λοιπόν και μη με ενοχλήσεις ξανά, γιατί θα σε πάρει και θα σε σηκώσει. Θα έρθω να σε βρω και κομμάτια θα σε κάνω παλιό βρόμα. Άκουσες; Αυτά της είπα δηλαδή κι αφού άφησα εμβρόντητο τον ταξιτζή, τον πλήρωσα και κατέβηκα εκεί που του ζήτησα, έξαλλος από θυμό.

Κουνούσε το κεφάλι του ο ταξιτζής για όσα άκουγε και αυθόρμητα εξέφραζε την σκέψη του όταν έλεγε πολύ σιγά. Καλός είσαι του λόγου σου. Αυτά έλεγε ο άνθρωπος για μένα και δεν σταμάτησε να μουρμουρίζει βλέποντας να βαδίζω νευρικά στο πεζοδρόμιο, μέχρι να μπω στην είσοδο του οδοντιατρείου.

Όπως καταλαβαίνετε, ούτε και στον ταξιτζή μπορούσα να δικαιολογήσω την αντίδρασή μου. Ανεβαίνοντας όμως στον όροφο του οδοντιατρείου, υποχρεώθηκα να περιμένω την σειρά μου, πίσω από μια κυρία που βρήκα να κάνει το ίδιο.

Μετά από λίγο ήρθαν και δύο ακόμη μέχρι να βγει ο οδοντίατρος και να πει στην κυρία να περάσει, ενώ έλεγε σ’ εμένα να κάνω υπομονή κι ότι δεν θα αργούσε πολύ με την πελάτισσά του. Άργησε όμως κι άργησε πολύ, γιατί άλλος ένας ήρθε και κάποιος ακόμη χτυπούσε το θυροτηλέφωνο να του ανοίξει.

Όταν τελικά κάλεσε κι εμένα να περάσω αφού είχα σειρά, με καλό τρόπο με ξάπλωσε στην καρέκλα του, ζητώντας μου συγγνώμη πρώτα για την καθυστέρηση που μου προέκυψε.

Απαντώντας τον λοιπόν, του έλεγα κι εγώ, ότι ένα σωρό υπομένουμε και δεν δυσανασχετούμε, θα θυμώσω λες τώρα με την καθυστέρηση που μου αναφέρεις, γνωρίζοντας μάλιστα ότι δεν το έκανες από πρόθεση;

Αλλά μια και το θυμήθηκα τώρα, του πρόσθεσα, μπορώ να σου αναφέρω κάτι, όσο εσύ ετοιμάζεις τα εργαλεία σου; Βεβαίως είπε ο οδοντίατρος αυθόρμητα, οπότε, του ανάφερα το πρόβλημα που μου φόρτωσε η άγνωστη γυναίκα, με το παιδί που ήθελε να της αναγνωρίσω δηλαδή.

Ακούγοντας αυτός την ιστορία μου, με το δίκαιό του έλεγε. Μα γίνονται τέτοια πράγματα; Κι όχι μόνον απορούσε, αλλά και γελούσε μαζί μου, νομίζοντας ότι μάλλον του έλεγα ψέματα κι ότι για να γελάσουμε του τα είπα.

Τώρα θα γελάσουμε περισσότερο του έλεγα κι εγώ, γιατί σήμερα την έβρισα πια κι όπως έπρεπε, της είπα ότι μάλλον πρέπει να βρει αυτόν που την κατέστησε έγκυο κι από αυτόν να ζητήσει την αναγνώριση του παιδιού της.

Καλά έκανες είπε ο οδοντίατρος, αλλά κι εγώ, δεν σταμάτησα. Καλά έκανα λες εσύ, αλλά αυτή η γυναίκα, σε λάθος αριθμό καλεί, ή σε παραπλήσιο. Μόλις τώρα όμως συνειδητοποιώ, ότι ο δικός σου αριθμός είναι τέτοιος, οπότε, μάλλον εσύ πρέπει να αναγνωρίσεις το παιδί της.

Ακούγοντας αυτός την τοποθέτησή μου, ξαφνιασμένος απαντούσε. Τί λες βρε Μιχάλη; Είναι δυνατόν να έκανα εγώ τέτοιο πράγμα, παντρεμένος άνθρωπος; Κι εγώ παντρεμένος είμαι, του έλεγα, αλλά η γυναίκα δεν έκανε πίσω κι επειδή δεν ήμουν εγώ ο δράστης, τότε, εσύ μάλλον πρέπει να είσαι.

Ταραγμένος αυτός, με το δίκαιό του έλεγε. Σε παρακαλώ βρε Μιχάλη. Μη λες τέτοια πράγματα για μένα, γιατί και η γυναίκα μου ακούει αυτά που μου λες και οι πελάτες μου ακούν.

Και η δική μου γυναίκα άκουγε τις βρισιές που με στόλιζε η παθούσα και οι καταστηματάρχες άκουγαν να απολογούμαι για κάτι που δεν έκανα κι όμως, αυτή επέμενε να με στολίζει με τις βρισιές της ένα χρόνο σχεδόν.

Μα τί είναι αυτά που μου λες τώρα; Σοβαρός άνθρωπος είμαι εγώ, μπορεί να έκανα τέτοια πράγματα; Κι εγώ δηλαδή δεν είμαι σοβαρός; Πώς λοιπόν μου προέκυψε μια τέτοια κατηγορία; Όποιος κι αν είναι αυτός που άφησε ένα παιδί και δεν θέλει να το αναγνωρίσει, θα πρέπει να το κάνω εγώ δηλαδή;

Σταμάτα βρε Μιχάλη να κατηγορείς εμένα, έλεγε αυτός, γιατί σου ορκίζομαι ότι εγώ δεν έχω κάνει κάτι τέτοιο. Κι επειδή με μπαρούτιασες τώρα, μάλλον πρέπει να δεχθώ, ότι ο πόνος του δοντιού σου είναι αυτός που σου έβαλε τέτοιες σκέψεις στο μυαλό. Θα κάνω όμως ότι είναι δυνατόν τώρα, ώστε να τον καλμάρω. Μη μου πεις όμως περισσότερα, γιατί δεν θα μπορέσω να συνεχίσω.

Άφησα βέβαια τον οδοντίατρο να κάνει την δουλειά του κι αφού έλιξε το πρόβλημά μου, τον ευχαρίστησα κι έφυγα από το ιατρείο του εκείνη την ώρα. Κι αν με ρωτήσετε τώρα να σας πω, τι έγινε με την άγνωστη γυναίκα, θα σας πω ότι δεν ξέρω για ποιόν λόγο ακριβώς, αλλά σταμάτησε να με ενοχλεί.

Δεν πιστεύω βέβαια ότι ο οδοντίατρος ήταν ο υπαίτιος και μάλλον καταλήγω να δεχθώ τώρα, ότι βαρέθηκε η γυναίκα να καλεί κάποιον άγνωστο, ή βρήκε το σωστό τηλέφωνο επιτέλους κι έτσι, μπόρεσε πιθανόν να δώσει λύση στο πρόβλημά της.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *