Ακλουθώντας λοιπόν την εντολή του έχοντα αυξημένες υποχρεώσεις, πάλι βρέθηκα στο μετόχι μας κατά τις δώδεκα και κάτι τα μεσάνυχτα μιας Τετάρτης στα μέσα του Οκτώβριου μήνα κι όπως έπρεπε, φόρτωνα εκεί διάφορες προμήθειες στο φορτηγάκι μου, μαζί με αρκετές κασέλες από σουπιές και χταπόδια.
Στους καταψύκτες μας τα είχα αποθηκευμένα όλα αυτά κι όταν τα θέλησαν οι πατέρες για την περίοδο της νηστείας, πήγα να τα πάρω κι όλα μαζί να τους τα πήγαινα με το γνωστό τρόπο.
Την ώρα που τακτοποιούσα της κασέλες με τα χταπόδια και τις σουπιές μέσα στο φορτηγάκι μου όμως, ήρθε να με επισκεφτεί ένα γεροντάκι μοναχός κι αφού με χαιρέτησε πρώτα, μου ζήτησε μετά να τον πάρω μαζί μου όταν θα τελείωνα με την υποχρεώσεις μου.
Ασφαλώς και του το υποσχέθηκα, αλλά εργατικός κι αυτός καθώς ήταν μέχρι και τα ογδόντα του, προθυμοποιήθηκε να με βοηθήσει. Παππούλη του έλεγα, εδώ μέσα, ούτε εγώ δεν χωρώ. Μάλλον θα είναι δύσκολο να χωρέσουμε οι δυό μας.
Γι’ αυτό λοιπόν, πήγαινε πάρε τα πράγματά σου και σε μισή ώρα έλα πάλι εδώ, οπότε, μόλις τελειώσω θα φύγουμε. Δεν έχω αποσκευές απαντούσε ο παππούλης κι όπως τον οδηγούσε η εργατικότητά του να κάνει, μου ζήτησε να φέρει κι αυτός μερικές κασέλες με σουπιές στο φορτηγάκι μου, γνωρίζοντας όπως έλεγε, πόσο κουράζομαι κάνοντας παρόμοιες φορτώσεις κι αυτός ήταν ο λόγος που ήθελε να με βοηθήσει.
Απαντώντας τον κι εγώ όμως, του έλεγα με κατανόηση. Το ξέρω παππούλη μου ότι με αγαπάς. Το ξέρω. Αλά εσύ από γιατρό επέστρεψες κι από ότι έμαθα, χοντρό πρόβλημα έχεις. Κάθισε λοιπόν ήσυχος κι εγώ βεβαίως μπορώ να εκτιμήσω την προσφορά σου, όπως ξέρω πολύ καλά και πόσο καλός και φιλότιμος μοναχός είσαι.
Αυτά είπαμε με τον παππούλη κι όταν πια τελείωσα την δουλειά μου κατά τις μία και μισή δηλαδή, τον έβαλα να καθίσει δίπλα μου κι αμέσως σχεδόν ξεκινήσαμε με την ευχή του, αλλά και με τους χαιρετισμούς της Παναγίας μας όπως πάντα να συνοδεύουν το ταξίδι μας.
Με καλό καιρό ξεκινήσαμε βέβαια και στον δρόμο μας τίποτε το ανησυχητικό δεν παρατηρήσαμε. Όταν βρεθήκαμε στην Ουρανούπολη όμως, βλέπαμε την θάλασσα να χτυπά με αγριεμένα κύματα την προβλήτα της και το καράβι της γραμμής να λείπει από την θέση του.
Δεν ήταν εκεί δηλαδή όπως μου το υποσχέθηκε ο καπετάνιος, αλλά και δεν θα μπορούσε να είναι με τον αέρα που παρουσιάστηκε εντονότερα από τα προβλεπόμενα κι έτσι, το πήγε κατά την διάρκεια της νύχτας να το ασφαλίσει στην Αμουλιανή.
Αν και ήταν τρείς και μισή τα χαράματα πια η ώρα, αμέσως μόλις πάτησα στην προβλήτα τον κάλεσα, οπότε, μου έλεγε κι αυτός από τηλεφώνου, ότι μάλλον θα έκανε το δρομολόγιό του. Μπορούσα να τον περιμένω δηλαδή όπως έλεγε και κατά τις επτά, ή τις οκτώ το πολύ, θα μας παραλάμβανε.
Μου τόνισε όμως, ότι έτσι όπως ήμουν θα με έπαιρνε. Με το φορτηγάκι μου δηλαδή θα με έβαζε στο καράβι του, γιατί εκείνη την ώρα, δεν θα μπορούσα να ξεφορτώσω τίποτε, λόγω του ότι θα ξεκινούσε αμέσως τον απόπλου του, αλλά κι όπως υπολόγιζε, θα ήταν πολλοί και οι επιβάτες που έπρεπε να πάρει μαζί του.
Αφού αυτά μας είπε λοιπόν ο καπετάνιος, κάναμε υπομονή κι εμείς και περιμέναμε να έρθει κατά τις επτά όπως μας είπε. Έγινε εννιά όμως και το καράβι δεν έλεγε να φανεί. Αλλά ούτε και τον καπετάνιο μπορούσα να βρω ελεύθερο πλέον, γιατί μιλούσε συνεχώς στο τηλέφωνό του.
Έγινε δώδεκα πια και τότε μόνον μου έλεγε τελικά από τηλεφώνου όταν τον βρήκα, ότι μάλλον έπρεπε να επιστρέψω, γιατί καθόλου σίγουρο δεν ήταν, αν κόπαζε, ή όχι την έντασή του ο νοτιάς που μας χαλούσε τα σχέδια.
Το να επέστρεφα βέβαια δεν ήταν πρόβλημα, αφού σε μιάμιση ώρα θα ήμουν πίσω. Ναι αλλά το θέμα ήταν, πώς θα έβαζα ξανά τις κασέλες με τα μαλάκια στους καταψύκτες. Όταν τις έβαλα στο χώρο τους και τα μαλάκια ήταν νωπά, ασφαλώς και χώρεσαν. Κι αφού χώρεσαν τότε και παγωμένες θα χωρούσαν θεωρητικά, αν βέβαια ήταν λίγες.
Αυτές όμως, όχι μόνον πολλές ήταν, αλλά και στριμωγμένες μέσα σε τέσσερεις καταψύκτες καθώς ήταν, με πολύ κόπο και δυσκολία τις έβγαλα από τις θέσεις τους, αφού ήταν κολλημένες μεταξύ τους. Για να χωρέσουν λοιπόν αυτές ξανά στους ίδιους καταψύκτες, θα έπρεπε να τις βάλω στις ίδιες θέσεις που ήταν πριν και με την ίδια σειρά μάλιστα.
Κι επειδή αυτό δεν μπορούσε να γίνει πρακτικά, δεν έλεγα να δεχθώ την επιστροφή μου στην Θεσσαλονίκη. Κι ο μοναχός το ίδιο μ’ εμένα έλεγε συμμεριζόμενος τον προβληματισμό μου, αφού κι αυτός είδε με τι κόπο έβγαλα τις κασέλες από τους καταψύκτες, αλλά και πως τις στρίμωξα στο φορτηγάκι μου είδε.
Αυτό μας απασχολούσε λοιπόν, αλλά και πολύ χρόνο δεν είχαμε στην διάθεσή μας, ώστε να το παιδεύουμε περισσότερο, γιατί σε λίγο θα άρχιζαν να ξεπαγώνουν τα μαλάκια. Αυτό βάζοντας στο μυαλό μου όμως, αμέσως κάλεσα τον Μανόλη κι από τηλεφώνου του έλεγα ότι είχα πρόβλημα κι ότι μάλλον χρειαζόμουν την βοήθειά του.
Ήρθε βέβαια μετά από λίγο κι ως ψυκτικός αυτός, αμέσως εντόπισε το πρόβλημά μου. Από εκεί και μετά, εκείνος πλέον έψαχνε σε ποιον χώρο κατάψυξης θα μπορούσε να βάλει τα μαλάκια μας μέχρι την επομένη το πρωί, από όπου θα τα έπαιρνα βέβαια και κατά τις τρεις να τα έβαζα έγκαιρα στο καράβι.
Έψαξε παντού ο Μανόλης, αλλά λύση που να μας βολεύει δεν εύρισκε. Κατά τις τρείς πια το απόγευμα, λαχανιασμένος ήρθε και μου είπε, ότι μπορούσαμε να τα βάλουμε στην κατάψυξη ενός ξενοδοχείου κι ότι θα μας τα κρατούσε εκεί ο φύλακάς τους, μέχρι τις δώδεκα το βράδυ.
Με αγωνία μιλούσε ο Μανόλης, γιατί στα όρια της αντοχής τους ήταν τα μαλάκια κι ως ψυκτικός, καλύτερα από μένα το καταλάβαινε. Έφυγε λοιπόν από κοντά μας για να ετοιμάσει τον καταψύκτη και κατά τις πέντε, όντως ήρθε να μας πάρει, αφού τον παππούλη τον είχα μαζί μου ακόμη.
Έλα εσύ μαζί μου, έλεγε σ’ εμένα και πάμε στο ξενοδοχείο που δέχτηκε να μας εξυπηρετήσει. Για τον Γέρο Σπυρίδωνα όμως μη στενοχωριέσαι, γιατί ήρθε ο αδελφός μου να τον πάρει και στο σπίτι του θα τον φιλοξενήσει για ένα βράδυ. Στο ίδιο δωμάτιο μάλιστα, κράτησε κι ένα δεύτερο κρεβάτι για να ξεκουραστείς κι εσύ, όταν βέβαια θα τελειώσουμε με την δουλειά που έχουμε να κάνουμε.
Κι αφού αυτά αποφάσισαν τα δυό αδέλφια, τίποτε δεν μπορούσαμε να κάνουμε εμείς. Πήρε λοιπόν τον παππούλη ο αδελφός του Μανόλη και τον πήγε στο σπίτι του. Εμείς όμως, πήγαμε στο ξενοδοχείο, όπου και τακτοποιήσαμε όπως έπρεπε τα χταπόδια και τις σουπιές στον όντως μεγάλο καταψύκτη τους.
Από την στιγμή που επιστρέψαμε βέβαια και μέχρι να γίνει δώδεκα το βράδυ, στην ταβέρνα του αδελφού του καθίσαμε να φάμε κάτι, αφού εγώ τουλάχιστον, από το μεσημέρι της προηγουμένης είχα να βάλω κάτι στο στομάχι μου να με κρατά όρθιο.
Όταν ήρθε όμως η ώρα δώδεκα, έγκαιρα βρεθήκαμε στο ξενοδοχείο με το φορτηγάκι μου κι αφού με βοήθησαν εκεί, ο Μανόλης κι ο αδελφός του, βγάλαμε τα μαλάκια από τον καταψύκτη και τα τακτοποιήσαμε έστω και δύσκολα μέσα στο φορτηγάκι μου, βάζοντας τις κασέλες πάνω από τα υπόλοιπα που το είχα φορτωμένο.
Αμέσως μετά κι αφού ευχαριστήσαμε τον φύλακα, οι τρείς μας πήγαμε να τα ξεφορτώσουμε όλα μαζί σε ένα άλλο καράβι ακλουθώντας τις οδηγίες των πατέρων, γιατί αυτό θα έφευγε στις πέντε τα χαράματα από την Τρυπητή, αλλά και νωρίτερα θα έφτανε στο μοναστήρι μας.
Όταν φτάσαμε εκεί λοιπόν, από μακριά είδα μια άσπρη γάτα να μπαίνει στο καράβι κι επειδή με προβλημάτισε η παρουσία της σ’ εκείνη την ερημιά, αυθόρμητα εξέφραζα την ανησυχία μου προς τα δυό αδέλφια.
Οχ?. Πώς θ’ αφήσουμε χταπόδια εδώ βρε παιδιά, αφού έχει γάτες; Πού τις είδες τις γάτες, έλεγαν αυτοί, αφού καμιά από αυτές δεν είδαμε και απορούμε μάλιστα πού την είδες εσύ. Και για να με ησυχάσουν, με σιγουριά έλεγαν με μια φωνή, ότι δεν υπήρχαν γάτες εκεί, αφού ερημιά είναι και ακατοίκητη είναι η περιοχή.
Δεν ξέρω αν υπάρχουν, ή όχι γάτες εδώ βρε παιδιά, τους έλεγα και πάλι, αλλά εγώ όντως είδα μία άσπρη να μπαίνει στο καράβι, γι’ αυτό κι ανησυχώ. Αν υπάρχει μία, πολύ πιθανό είναι να υπάρχουν πολλές κι αν πέσουν όλες μαζί πάνω στις σουπιές και στα χταπόδια, τίποτε δεν θα μείνει για τους μοναχούς.
Κι αν δεν προλάβουν να τα φάνε όλα μέχρι τις πέντε το πρωί, σίγουρα θα τα λερώσουν, οπότε, το αποτέλεσμα θα είναι το ίδιο. Αυτά τους έλεγα και δεν μπορούσα να ησυχάσω, γι’ αυτό τίποτε δεν ήθελα να κατεβάσω στο καράβι, αν δεν βγάζαμε την γάτα πρώτα έξω.
Αυτό προσπαθώντας στην συνέχεια, πουθενά δεν την βρήκαμε, όσο κι αν την ψάξαμε. Κι αφού με έπεισαν τελικά, ότι μάλλον από κούραση κι άγχος φαντάστηκα την ύπαρξη της γάτας, πάψαμε να την ψάχνουμε, αλλά και όλα αυτά που έπρεπε να κατεβάσω, στην πλάτη του καραβιού τα στοίβαξα.
Είκοσι περίπου μέτρα μακριά δηλαδή από την πόρτα του τα τοποθέτησα όλα κι έτσι όπως τα βάλαμε παστωμένα, θα ήταν πολύ δύσκολο για τις γάτες να πλησιάσουν τα χταπόδια, ή τις σουπιές. Με την βοήθεια των δύο αδελφών όμως, σε τρία τέταρτα ολοκληρώσαμε την εκφόρτωση, αλλά και μέχρι να γίνει αυτό, συνεχώς γελούσαν μαζί μου αυτοί, για την δυνατότητα που είχα όπως έλεγαν να φαντάζομαι γάτες, εκεί που δεν υπήρχε καμία.
Γελούσαν αυτοί, αλλά εγώ και την πόρτα του καραβιού έκλεισα όταν βγήκαμε πια έξω, ώστε να εμποδίσω κατά κάποιο τρόπο της γάτες να φτάσουν μέχρι τα χταπόδια. Ανησυχούσα πολύ όπως καταλαβαίνετε, γιατί, γάτες είναι αυτές και το ύψος του ενός μέτρου και πενήντα εκατοστών της πόρτας του καραβιού, μάλλον για παιχνίδι θα το είχαν.
Μην μπορώντας λοιπόν να ξεπεράσω την ανησυχία μου, τους έλεγα φεύγοντας πια για την Ουρανούπολη, ότι θα επέστρεφα στο καράβι για ασφάλεια, γιατί εκείνη η άσπρη γάτα, δεν έλεγε να φύγει από το μάτια μου.
Ότι κι αν τους έλεγα όμως, αυτοί ήταν ανένδοτοι και ακόμη επέμεναν να λένε, ότι δεν υπήρχαν γάτες εκεί κι ότι έπρεπε να ξεκουραστώ έστω και για λίγο στο κρεβάτι που μου ετοίμασαν δίπλα από τον παππού.
Μπροστά στην επιμονή τους λοιπόν, αλλά και στην καλοσύνη τους να δεχθούν κι εμένα ως φιλοξενούμενο στο σπίτι τους, δέχτηκα τελικά την πρότασή τους. Ήρθαν μαζί μου όμως στο δωμάτιο, για να σιγουρευτούν ότι άκουσα επιτέλους την συμβουλή τους.
Κι ο παππούλης ανησυχούσε, αλλά για μένα, όχι για τα χταπόδια όπως έλεγε, γι’ αυτό και μας περίμενε ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Δεν κοιμόταν δηλαδή κι όταν του είπαν τα αδέλφια, ότι έπρεπε κι εγώ να ξεκουραστώ έστω και για λίγο, ασφαλώς και πρέπει απαντούσε, αφού από εχθές το βράδυ είναι ξυπνητός.
Μετά από αυτήν την στιχομυθία, έφυγαν τα αδέλφια κι όπως έπρεπε έκανα κι εγώ πως κοιμάμαι δίπλα από τον παππούλη. Έκανα πως κοιμάμαι βέβαια, αλλά και ησυχία δεν είχα, γιατί μόλις έκλεινα τα μάτια μου, έβλεπα εκείνη την άσπρη γάτα να μπαίνει στο καράβι.
Αντιμέτωπος μ’ αυτόν τον εφιάλτη λοιπόν, δεν άντεξα παραπάνω από δεκαπέντε λεπτά. Σηκώθηκα από το κρεβάτι μου κι όσο ποιο σιγά μπορούσα, μην ενοχλήσω τον παππούλη, βγήκα από το δωμάτιο. Σε δέκα λεπτά έμπαινα στον χώρο της Τρυπητής κι από τα εκατό μέτρα βλέποντας το καράβι, τρόμαξα με αυτό που έβλεπα.
Δεν μπορούσα να τις μετρήσω βέβαια, αλλά θα πρέπει να ήταν πάνω από εκατό γάτες εκεί. Έβραζε ο τόπος θα έλεγα κι όλες αυτές ήταν συγκεντρωμένες έξω από την πόρτα του καραβιού για κάποιο λόγο.
Όταν έφτασα κοντά λοιπόν και φρενάρισα μπροστά στον καταπέλτη του, αμέσως κατέβηκα από το φορτηγάκι μου και ανάμεσά τους χώθηκα να δω τι γίνεται. Αυτό που έβλεπα όμως, ήταν όντως τρελό, γιατί όλες εκείνες οι γάτες βουτούσαν μέσα στις ψαροκασέλες κάποιου, που από άγνοια προφανώς τις άφησε εκεί, ή δεν μπόρεσε να ανοίξει την πόρτα του καραβιού που έκλεισα εγώ φεύγοντας.
Αυτό υπέθεσα εκείνη την στιγμή, γιατί όποιος κι αν ήταν αυτός που άφησε εκεί έξω δέκα κασέλες με φρέσκα σκουμπριά και σαρδέλες, μάλλον δε υπολόγιζε τις γάτες, ή δεν ήξερε ότι υπήρχαν και μάλιστα τόσες πολλές, αλλά και την άσπρη που είδα πριν, πουθενά δεν την έβλεπα να τριγυρνά.
Το τι γινόταν εκεί με τις γάτες, όντως δεν μπορείτε να φανταστείτε. Έμπαιναν μέσα στις κασέλες κι άρπαζαν ένα, ή και περισσότερα ψάρια με στο στόμα τους και βγαίνοντας μετά έξω, τα μασουλήσουν πάνω στον καταπέλτη, ή στη προβλήτα όταν τις εμπόδιζαν οι άλλες. Μόλις έτρωγαν τα ψάρια, αμέσως επέστρεφαν να κάνουν το ίδιο.
Δέκα ήταν οι κασέλες κι όπως το παρατηρούσα, ήταν όλες τους μέσα σε σακούλες μία, μία και καλά κλεισμένες με ταινίες. Ναι, αλλά και οι γάτες ήταν πολλές, οπότε, όλες μαζί σπρώχνοντας, τις έριξαν κάτω κι αφού έσκισαν τις σακούλες, εύκολα μετά έτρωγαν το περιεχόμενό τους. ΄
Τις έδιωχνα εγώ από την μια πλευρά κι από την άλλη αυτές ορμούσαν στις κασέλες. Ούτε λίγο, ούτε πολύ δηλαδή, μαντάρα έκαναν τα ψάρια και μάλλον ακατάλληλα προς βρώσιν τα κατάντησαν, για όποιο μοναστήρι κι αν προοριζόταν.
Αφού δεν μπορούσα να κάνω κάτι λοιπόν για τις σαρδέλες του αγνώστου, έριχνα μια γρήγορη ματιά προς το κατάστρωμα του καραβιού, μήπως τις έβλεπα να βάζουν χέρι και στα δικά μου μαλάκια, αλλά ευτυχώς δεν πρόλαβαν.
Τρείς τέσσερις μόνον από αυτές έβλεπα σκαρφαλωμένες πάνω στις κασέλες μου και να τρων τις άκρες των πλοκαμιών που προεξείχαν έστω και για λίγο. Κι επειδή δεν μπορούσαν να στηριχθούν καλά πάνω σ’ αυτές, έπεφταν γρήγορα.
Άνοιξα την πόρτα λοιπόν και τρέχοντας έφτασα κοντά τους. Άρπαξα μια σκούπα που βρήκα πρόχειρα ριγμένη εκεί και μ’ αυτήν στα χέρια τις έβγαλα έξω. Κι ενώ έκανα αυτό, σκεφτόμουν ότι καλά έκανα και πήγα τις δικές μου κασέλες τόσο μακριά, γιατί έτσι και ήταν κοντά στην πόρτα, ούτε και τα δικά μου μαλάκια θα γλίτωναν.
Κυνήγησα ωστόσο τις γάτες στην συνέχεια και γλίτωσα αρκετά από τα σκουμπριά και τις σαρδέλες. Ασφαλώς και στεναχωρήθηκα για την κατάσταση που βρέθηκαν, αλλά κι ευτυχώς τις άφησαν εκεί έλεγα, γιατί βρήκαν οι γάτες τι να φάνε κι έτσι, δεν υπήρχε λόγος να ψάχνουν, πού αλλού να βρουν μαλάκια ενδεχομένως.
Έμεινα σκοπός όμως εκεί κι όποια γάτα πλησίαζε, την χτυπούσα με την σκούπα να φύγει. Και συνέχισα να κάνω το ίδιο, μέχρι που ήρθε το πλήρωμα, όπως κι ο καπετάνιος βέβαια. Αναφέροντας τους το πάθημά μου, τους άκουγα να μου λένε χωρίς περιστροφές, ότι ήταν βλακεία αυτό που έκανα κι άφησα ψάρια εκεί έξω μόνα τους, γιατί οι γάτες σε κοπάδι έχουν εξελιχθεί και παραπάνω από εκατό τις υπολόγιζαν.
Τους είπα βέβαια, ότι δεν ήταν δικά μου τα ψάρια κι ότι αυτά που εγώ μετέφερα, τα άφησα στην πλάτη του καραβιού. Αυτά όμως δεν ξέρω ποιος τα άφησε τους είπα, γιατί μέχρι να πάω και να έρθω από την Ουρανούπολη έγινε η τοποθέτησή τους.
Δεν συνάντησα δηλαδή τον αποστολέα, οπότε, δεν ξέρω και σε ποια μονή πρέπει να τα κατεβάσετε. Όποιος κι αν τα άφησε, έλεγε ο καπετάνιος, θα μας ενημερώσει βέβαια, αλλά κι εκεί που θα μας πει να τα κατεβάσουμε, θα πούμε στους πατέρες να τα πετάξουν στην θάλασσα, γιατί έτσι όπως κατάντησαν τα ψάρια οι γάτες, δεν θα τρώγονται.
Εσύ όμως, καλά έκανες και προστάτεψες τα δικά σου κι άλλη φορά να ξέρεις, ότι δεν πρέπει να αφήνεις τίποτε βρώσιμο εδώ, γιατί μαζί με αυτές τις γάτες που είδες σήμερα και άλλες τόσες με δύο πόδια κυκλοφορούν εδώ γύρο.
Αυτά είπαμε με τον καπετάνιο κι όταν μου είπε αυτός ότι ήταν έτυμος, πήγα στην Ουρανούπολη κι έφερα τον παππού από το δωμάτιο που κοιμόταν. Επιστρέφοντας στην Τρυπητή, είδε κι ο παππούλης τις κασέλες διαλυμένες, οπότε, έλεγε και με το δίκαιό του. Καλά που δεν κοιμήθηκες Μιχάλη. Τώρα θα κλαίγαμε και για τα δικά μας χταπόδια αν τα έβρισκαν οι γάτες. Θα τα πω όλα στον Γέροντά μας όμως όταν φτάσω και θα του τονίσω μάλιστα και την αυτοθυσία σου. Τίποτε μη κάνεις του έλεγα, αλλά εκείνος, συνεχώς με ευχαριστούσε μέχρι να τον βάλω κάπου να καθίσει μέσα στο καράβι κι αφού τον χαιρέτησα, έφυγα κι εγώ για το σπίτι μου.
Μιχάλης Αλταλίκης