Δεν μου έτυχε να ζήσω άλλη επιστράτευση, αλλά όταν έγινε αυτή στην οποία και αναφέρομαι, τον Ιούλιο του 1974 δηλαδή, έζησα μαζί με την δική μου και την φορτισμένη αντίδραση των εφέδρων συμπολιτών μου, τους οποίους κι έβλεπα να παρατούν τα πάντα όπως κι αν ήταν, όπου κι αν βρισκόταν οι δουλειές και οι υποχρεώσεις τους και πιστοί στις απαιτήσεις των παραδόσεων της πατρίδας μας, έκαναν ό,τι μπορούσαν προκειμένου να βρεθούν το συντομότερο δυνατόν στο σημείο, που το στρατιωτικό τους απολυτήριο τους υποχρέωνε να παρουσιαστούν.
Εφέδρους βέβαια ονομάζαμε αυτούς που είχαν απολυθεί πια από τον στρατό, αλλά παρέμεναν ανά πάσα στιγμή στην διάθεση του, ο οποίος είχε και το δικαίωμα να τους χρησιμοποιεί όταν υπήρχε ανάγκη, ή λόγος υπεράσπισης των συνόρων μας.
Σ’ αυτούς λοιπόν αναφέρομαι, αφού αυτούς κάλεσαν να παρουσιαστούν τότε ξανά στον στρατό, προκειμένου να ενισχυθεί ο αριθμός του, τόσο, όσο θα ήταν αρκετός να αντιμετωπίσει την επεκτατική διάθεση των συμμάχων μας, κατά τα άλλα, Τούρκων, που αν και τέτοιοι, εισέβαλαν στην Κύπρο μας όντως επεκτατικά.
Σύμμαχοι είμαστε αφού ανήκουμε στον ίδιο στρατιωτικό συνασπισμό, το ΝΑΤΟ, αλλά αυτούς έτσι τους θέλουν τα συμφέροντα, διεκδικητές. Και τους θέλουν μόνιμα στην ίδια θέση του διεκδικητή, αφού μέσω αυτών θέλουν να έχουν στην διάθεση τους ολόκληρο το Αιγαίο.
Για τον εαυτό τους δηλαδή το θέλουν αυτό, αλλά πώς να το πάρουν από μας, αφού δεν έχουν ούτε όνομα, ούτε πατρίδα, αλλά και από πουθενά δεν συνορεύουνε με μας φανερά;
Τους Τούρκους όμως; Μπορούν να τους στείλουν όπου θέλουν και ότι ώρα θέλουν να ενοχλούν τα σύνορα μας, όπως έγινε με την Κύπρο κι αυτός ήταν ο λόγος που η δική μας στρατιωτική διοίκηση, ενεργοποίησε το δικαίωμα της και κάλεσε τους εφέδρους να υπερασπιστούν μαζί με τον τακτικό στρατό μας αυτήν και οποιοδήποτε άλλο μέρος της πατρίδας μας βρισκόταν μέσα στις επεκτατικές εντολές που έπρεπε να εκτελέσουν οι Τούρκοι.
Αυτήν την υποχρέωση λοιπόν κλήθηκαν να καλύψουν εκείνοι οι έφεδροι με την επιστράτευση που τους έκαναν κι όπως ήταν υποχρεωμένοι αλλά και πεπεισμένοι αυτοί, ότι έχουν χρέος να υπερασπίζονται την πατρίδα τους όχι μόνον με χαρά ανταποκρινόταν στο κάλεσμα της επιστράτευσης, αλλά και με αυταπάρνηση θα έλεγα ακολουθούσαν τις οδηγίες που μας έδιναν κάθε τόσο μέσα από τα ραδιόφωνα και αυτούς που συγκεκριμένα καλούσαν να παρουσιαστούν στην διάθεση του στρατού μας, ήταν αυτοί που είχαν πράσινου χρώματος απολυτήριο.
Όσοι από αυτούς λοιπόν ήξεραν, ότι το απολυτήριο τους ήταν πράσινου χρώματος, τρέχοντας πήγαιναν στα σπίτια τους κι αφού έπαιρναν από εκεί τα απολυτήρια τους, τόσο αυτοί που πρόσφατα είχαν απολυθεί από τον στρατό, όσο κι αυτοί που παλαιότερα το είχαν κάνει, με τον ίδιο ρυθμό και με τον ίδιο ζήλο κατέληγαν και πάλι τρέχοντας στα μέσα μαζικής μεταφοράς, από όπου και ήλπιζαν να φτάσουν το συντομότερο δυνατόν στον τόπο του προορισμού τους, όπου κι αν αυτός βρισκόταν.
Η αποφασιστικότητα με την οποία ήθελαν να υπερασπιστούν την τιμή και την υπόληψη της Κύπρου μας, αλλά κι οποιασδήποτε άλλης περιοχή της πατρίδα μας βρισκόταν σε κίνδυνο εκείνη την ημέρα, ήταν εμφανώς ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους. Και η ματιά τους ήταν τέτοια εκείνη την ώρα, που αναμφισβήτητα δήλωνε, ότι και για τους κινδύνους που οι ίδιοι θα είχαν να αντιμετωπίσουν αδιαφορούσαν, μπροστά στο να επιτύχουν τον στόχο τους και να τερματίσουν τα σχέδια οποιουδήποτε τα έκανε αδιαφορώντας για την αγάπη που είχαν αυτοί για την πατρίδα τους.
Αυτοί που τότε μας κυβερνούσαν όμως, θα πω πάλι, όπως και όλοι οι άλλοι που εκ των υστέρων ήρθαν να μας κυβερνήσουν αργότερα, ποτέ δεν θεώρησαν ότι έχουν το ίδιο χρέος προς την πατρίδα τους και ποτέ δεν την υπερασπίστηκαν από την θέση τους με το ίδιο σθένος, όπως έκαναν τότε εκείνοι οι έφεδροι και από πολύ καιρό πριν απολυμένοι από τον στρατό συμπολίτες μας.
Ούτε και οι στρατιωτικοί εκείνης της περιόδου είχαν το ίδιο φρόνιμα με τους στρατιώτες που κάλεσαν σε επιστράτευση, αφού από καιρό πριν αυτοί φρόντισαν, ώστε να αφήσουν την Κύπρο μας εντελώς ανοχύρωτη και όχι μόνον, όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων.
Είτε το έκαναν από δική τους ανευθυνότητα αυτό, είτε ήταν πιεσμένοι και αυτοί από τα γνωστά άγνωστα συμφέροντα, ένα έχουμε να τους πούμε. Ότι μαζί με τους πολιτικούς μας, όχι μόνον την Κύπρο, αλλά κι όλους εμάς πρόδωσαν και όχι μόνον, αφού μας άφησαν έρμαια στις κάθε λογής εχθρικές επιβουλές.
Οι Τούρκοι βέβαια ήξεραν τι και πάλι επεδίωκαν εις βάρος μας τα συμφέροντα, αφού και αυτοί όπως είπαμε, από το ίδιο σύστημα διοικούνται και από τα ίδια κέντρα παίρνουν εντολές, γι’ αυτό και με τόση άνεση έκαναν τότε την εισβολή τους στην Κύπρο μας.
Αν ήταν οχυρωμένη αυτή όπως θα έπρεπε κι αν δεν τους κάλυπταν οι πίσω από όλους κι όλα ευρισκόμενοι, τι λέτε; θα τολμούσαν άραγε να κάνουν από μόνοι τους μια τέτοια επέμβαση; Αυτοί λοιπόν τους έστειλαν στην Κύπρο και αυτοί τους καλύπτουν, γι’ αυτό και ακόμη βρίσκονται οι Τούρκοι στην ίδια θέση, αφού αυτό εξυπηρετεί τα συμφέροντα.
Αφού ήταν ανοχύρωτη όμως η Κύπρος μας; Κι αφού δεν διέθεταν τον κατάλληλο οπλισμό στα χέρια τους οι Κύπριοι; Με τα δίκαννα τους αντιμετώπιζαν τους εισβολείς. Τι λέτε; Μπορούσαν να τους σταματήσουν;
Έτσι όπως τους έβλεπαν πάντως, να έρχονται μαστουρωμένοι από ναρκωτικά προφανώς, βήμα δεν θα τους επέτρεπαν να κάνουν στα εδάφη τους, αν είχαν τον κατάλληλο οπλισμό. Εκεί στην παραλία θα έμεναν όλοι τους, όσοι κι αν ήταν οι Τούρκοι. Με τα δίκαννα όμως στα χέρια τι μπορούσαν να κάνουν;
Ούτε και οι δικοί μας ελάχιστοι στρατιώτες μπορούσαν να εμποδίσουν σοβαρά εκείνη την εισβολή χωρίς πολεμοφόδια, γι’ αυτό και το μόνο που κατάφεραν στο τέλος, ήταν να θυσιαστούν και αυτοί για την Κύπρο μας, έστω και χωρίς αποτέλεσμα.
Όσες διαμαρτυρίες και αν έγιναν εκ των υστέρων προς τον κοινό μας συνασπισμό το ΝΑΤΟ, για όσα μας προέκυψαν, κανένα αποτέλεσμα δεν έφεραν, αφού όπως μας το είπαν κι αυτό, η Τουρκία ήταν εγγυήτρια δύναμη μαζί με τους άσπονδους φίλους μας τους Άγγλους βεβαίως και ως τέτοια; Είχε δικαίωμα να επέμβει στην Κύπρο, αφού έβλεπε ότι κινδύνευε αυτή από τις σκοπιμότητες και τα σχέδια της μητέρας Ελλάδος. Αυτό μας είπαν ως δικαιολογία.
Αφού κατάφεραν λοιπόν όσα επεδίωκαν τότε τα συμφέροντα, τι λέτε; Είναι εύκολο γι’ αυτά να εγκαταλείψουν τα σχέδια τους και να αφήσουν την Κύπρο μας ελεύθερη;
Εισέβαλαν ανενόχλητοι λοιπόν στην Κύπρο οι Τούρκοι και εισέβαλαν με την αμέριστη υποστήριξη όλων των φίλων και παντοτινών συμμάχων μας. Αυτών δηλαδή που όπου κι αν βρεθούν, ευθαρσώς δηλώνουν ότι μας αγαπούν. Κι όσα δεινά μας προκαλούν, από αγάπη για μας λένε ότι το κάνουν, όσο κι αν εμείς δυσκολευόμαστε να το καταλάβουμε.
Από αγάπη για μας δηλαδή το κάνουν οι Γερμανοί και δεν εκδίδουν τον Χριστοφοράκο να δικαστεί εδώ, για τον τρόπο που πούλησε η Siemens στην πατρίδα μας τα χαλασμένα μηχανήματα της, όπως επισήμως ακούσαμε να μας λένε από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης. Καταλάβατε;
Και οι στρατιωτικοί μας όμως το ίδιο έκαναν τότε. Μόλις έμαθαν τα αποτελέσματα της εισβολής των Τούρκων στην Κύπρο, από την διοίκηση του ΝΑΤΟ; Αμέσως αντέδρασαν.
Και θέλοντας να μας αποπροσανατολίσουν για την προδοσία που μας έκαναν, επιχείρησαν εκείνη την επιστράτευση με την δικαιολογία, ότι ήθελαν να αποτρέψουν την επεκτατική πολιτική των Τούρκων όχι μόνον στην Κύπρο αλλά και σε άλλη ενδεχομένως περιοχή της πατρίδας μας.
Αφού σε μας φάνηκε λογική αυτή η δικαιολογία, ήταν επόμενο ότι και θα αντιδρούσαμε θετικά όχι μόνον εμείς οι εντός της χώρας έφεδροι, αλλά και όλοι οι άλλοι απανταχού υπάρχοντες Έλληνες που ήρθαν να πάρουν μέρος, πράγμα βέβαια που η στρατιωτική διοίκηση δεν ήταν σε θέση, ούτε να ελέγξει, αλλά ούτε και να στηρίξει.
Τους προέκυψε ξαφνικά όπως καταλαβαίνετε, γι’ αυτό και την έκαναν με τόση προχειρότητα. Και όχι μόνον πρόχειρα την έκαναν, αλλά και αρκετά υπεράριθμη σε στρατιώτες την έκαναν, τους οποίους δεν μπορούσαν όπως αποδείχτηκε, ούτε να εξοπλίσουν, ούτε να φιλοξενήσουν και προπαντός; Ούτε και να τους χρησιμοποιήσουν επαρκώς όπως θα έπρεπε.
Αποτέλεσμα αυτής την προχειρότητας, ήταν ότι ταλαιπωρήθηκαν πολλοί από τούς εφέδρους μας και για εβδομάδες μάλιστα υπέφεραν πολλά, στα ανοργάνωτα στρατόπεδα που τους έστειλαν να καταταγούν.
Όντως αδύναμοι αυτοί να ελέγξουν επαρκώς όσα επιχειρούσαν με εκείνη την επιστράτευση, έμπρακτα απέδειξαν σε όλους μας, ότι μάλλον έγιναν πιο επικίνδυνοι αυτοί από τους Τούρκους, για όσους εφέδρους κάλεσαν να υπερασπίσουν την πατρίδα τους.
Όσον αφορά δε, την δική μου συμμετοχή στην εν λόγο επιστράτευση; Έχω να σας πω, ότι δεν μου επιτράπηκε να πάρω μέρος, δεδομένου ότι είχα άσπρου χρώματος απολυτήριο όταν απολύθηκα από τον στρατό και άσπρο είχα εκείνο το διάστημα της επιστράτευσης αν και τέσσερεις φορές μέχρι τότε μου το άλλαξαν.
Δύο αλλαγές απολυτηρίου δέχτηκα στα πρώτα δύο χρόνια μετά την απόλυση μου και άλλες δύο φορές απανωτά. Μια στην αρχή του έτους και μια στα μέσα του Μαρτίου της ίδιας χρονιάς του 1974.
Σε όλες αυτές τις αλλαγές, το απολυτήριο που μου έστελναν ήταν πάντα άσπρο και το μόνο που άλλαζε σ’ αυτό, ήταν το στρατόπεδο που έπρεπε να παρουσιαστώ εγώ, στην περίπτωση που η πατρίδα μου έκανε για κάποιο λόγο επιστράτευση.
Παραξενεύτηκα μ’ αυτές τις απανωτές αλλαγές απολυτηρίου που μου έστελναν ή με υποχρέωναν να παραλάβω από το αρμόδιο στρατιωτικό γραφείο και το μόνο που μου απαντούσαν όταν ζητούσα από τις αρμόδιες αρχές τον λόγο, ήταν ότι ήθελαν να ξέρουν την ακριβή μου διεύθυνση.
Η τελευταία αλλαγή άσπρου απολυτηρίου που μου έγινε, ήταν αυτή του Μαρτίου όπως είπα, η οποία και με υποχρέωνε να παρουσιαστώ σε ένα στρατόπεδο της Θεσσαλονίκης, όταν κι αν ποτέ με καλούσαν.
Αυτούς που κάλεσαν λοιπόν τότε να συμμετάσχουν στην επιστράτευση, ήταν αυτοί που έτυχε να έχουν στα χέρια τους πράσινου χρώματος απολυτήριο και όπως σας είπα, όλοι τους έτρεξαν αυθορμήτως να κάνουν το καθήκον τους. Παρουσιάστηκαν δηλαδή εκεί που το απολυτήριο τους το ανέφερε.
Εκτός από αυτούς όμως, αυθορμήτως παρουσιάστηκαν στο φρουραρχείο της πόλης μας, αυτό δηλαδή που έδρευε τότε δίπλα από τον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό και πολλοί άλλοι έφεδροι στρατιώτες, που έτυχε να έχουν στα χέρια τους σαν κι εμένα άσπρα απολυτήρια.
Πήγα κι εγώ λοιπόν εκεί να παρουσιαστώ μαζί με όλους αυτούς, αλλά και να τεθώ με την θέληση μου στην διάθεση της πατρίδας μου, έστω κι αν ήξερα ότι λόγω του χρώματος του απολυτηρίου μου, απαλλασσόμουν από αυτήν την υποχρέωση.
Επειδή ήταν πολλοί όμως αυτοί που ήρθαν εκεί να καταταχθούν και γέμισε ο περίβολος του φρουραρχείου, βγήκε έξω από το γραφείο του ο στρατονόμος και μας παρακαλούσε να φύγουμε από τον χώρο τους εμείς με τα άσπρα απολυτήρια, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν την κατάταξη των όσων είχαν καλέσει με τα πράσινα.
Κανείς από εμάς δεν ήθελε να φύγει από εκεί, γι’ αυτό και αναγκάστηκε να κάνει την ίδια έξοδο από το γραφείο του ένας υψηλόβαθμος αξιωματικός, ο οποίος και μας έλεγε κάτι, μάλλον για να μας ξεφορτωθεί με τρόπο.
– Πρέπει να φύγετε από εδώ μας έλεγε και να περιμένετε στα σπίτια σας. Εκεί και από την τηλεόραση θα σας ενημερώσουν εμείς, πότε θα καλέσουμε κι εσάς αν χρειαστεί.
Μετά κι από αυτήν την δήλωση, ένας, ένας, αρχίσαμε να αδειάζουμε τον χώρο του φρουραρχείου κι επιστρέφοντας στις δουλειές μας, περιμέναμε εκεί τις νεότερες διαταγές όπως μας είπε ο φρούραρχος.
Ο φίλος και συνάδελφος μου όμως, είχε πράσινο απολυτήριο, γι’ αυτό και παρουσιάστηκε σε μια μονάδα που έδρευε στα Γιαννιτσά. Από εκεί και με στρατιωτικά οχήματα στην συνέχεια, μετεφέρθηκε σύσσωμη η μονάδα του στο αεροδρόμιο, όπου και επιβιβάστηκαν σε στρατιωτικό αεροπλάνο, το οποίο τους μετέφερε στην Κρήτη.
Βράδιασε όταν έφτασαν εκεί, γι’ αυτό και νυχτιάτικα επιβιβάστηκαν σε ένα στρατιωτικό καράβι που τους περίμενε και μαζί με άλλες δύο ή τρείς μονάδες που έφτασαν μετά από αυτούς, έπλεε αργότερα το καράβι τους ανοιχτά της Κρήτης, με προορισμό την Κύπρο.
Μετά από μια εβδομάδα άσκοπης περιπλάνησης στο αιγαίο, επέστρεψαν με τον ίδιο καράβι πάλι στην Κρήτη, από όπου και απέπλευσαν προς την Θεσσαλονίκη, αφού δεν τους επέτρεψαν να αποβιβασθούν στην Κύπρο.
Από το αεροδρόμιο της Θεσσαλονίκης, επέστρεψαν πάλι στην έδρα τους, όπου κι έμεινε τρεις μήνες χωρίς να κάνει τίποτε, οπότε και απολύθηκε, αφού έληξε πια η επιστράτευση.
Ο βοηθός μου όμως, αυτός δηλαδή που έγινε Τελωνειακός, είχε κι αυτός πράσινο απολυτήριο, γι’ αυτό και παρουσιάστηκε στο τρίτο σώμα, αφού εκεί έδρευε η μονάδα του. Δεν πρόλαβε να εγκλιματιστεί καλά, καλά εκεί και βρέθηκε επιβάτης σε ένα στρατιωτικό αεροπλάνο, το οποίο μετέφερε αυτόν και την αμέσου επεμβάσεως μονάδα τους προς την Κύπρο.
Έως ότου φτάσουν εκεί, τους προετοίμαζαν ψυχολογικά οι αξιωματικοί τους, ώστε και τον εαυτό τους να προστατεύσουν από άσκοπες ενέργειες, αλλά και τους συμπατριώτες μας τους Κύπριους με κάθε θυσία να προστατεύσουν από τους Τούρκους.
Όταν έφτασαν εκεί όμως, τίποτε από όλα αυτά δεν τους επέτρεψαν να κάνουν. Ούτε και να προσγειωθούν τους επέτρεψαν. Τους ανάγκασαν δηλαδή να επιστρέψουν, γι’ αυτό και με την ίδια πτήση βρέθηκαν στην Κρήτη.
Αυτοί που δεν τους επέτρεπαν να προσγειωθούν με το αεροπλάνο τους στην Κύπρο, δεν ήταν οι Τούρκοι, αλλά τα πυρά που δεχόταν από την αντίθετη πλευρά από εκείνην που έκαναν την απόβαση, από εκεί δηλαδή βρισκόταν όπως πάντα οι καλοί μας σύμμαχοι.
Αυτοί άλλωστε ήταν που κατέρριψαν αύτανδρο στην ακτή της Κύπρου το πρώτο από τα τρία αεροπλάνα που μετέφεραν την μονάδα τους και την στιγμή μάλιστα που αυτό ετοιμαζόταν να προσγειωθεί.
Εξαιτίας αυτού του επεισοδίου λοιπόν, απαγορεύτηκε η προσγείωση των άλλων δύο αεροσκαφών που το ακολουθούσαν, γι’ αυτό και με την διαταγή των ανωτέρων τους, επέστρεψαν με την ίδια πτήση στην Κρήτη. Ακόμη βέβαια κλαίνε οι έφεδροι που έχασαν άδικα τότε τους φίλους τους, τους συγγενείς τους, αλλά και τους συναδέλφους τους άλλωστε. Και κλαίνε διπλά θα έλεγα, γιατί τους έχασαν από την αμέριστη αγάπη των φίλιων πυρών που δέχθηκαν εκεί, αλλά και γιατί δεν τους επέτρεψαν αυτοί να συμπαρασταθούν στις μονάδες που ήταν ήδη εκεί και υπερασπιζόταν την ακεραιότητα της Κύπρου. Αν ποτέ βρεθείτε στην Κύπρο; Θα το δείτε αυτό και με τα δικά σας μάτια.
Αυτήν την εισβολή που έκαναν οι Τούρκοι στην Κύπρο μας, ποτέ δεν θα την ξεχάσουμε όσο κι αν επιμένουν αυτοί που την προκάλεσαν, όπως και ποτέ δεν θα ξεχάσουμε, ότι την έκαναν με την κάλυψη αυτών που συντηρούν τους πολέμους για τα δικά τους συμφέροντα, που από μια πολύ περίεργη σύμπτωση, πάντα είναι σύμμαχοι μας. Είμαστε σύμμαχοι τους λοιπόν, όχι για να συμπαραστεκόμαστε αλλήλοις, αλλά για να μας εκμεταλλεύονται χωρίς να μας έχουν καμιά μα καμιά υποχρέωση.
Και τώρα το ίδιο κάνουν οι σύμμαχοι μας. Μας αγαπούν. Και για να μας δείξουν την αγάπη τους, βλέπετε τι κάνουν. Σπρώχνουν με κάθε τρόπο τους ανθρώπους να εγκαταλείψουν τις πατρίδες τους, στις οποίες σκόπιμα προκαλούν αναταραχές, τους οποίους και μας στέλνουν κατά χιλιάδες κάθε μέρα στην δική μας πατρίδα.
Αυτοί βέβαια δεν θέλουν να μείνουν εδώ γιατί δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις που θα ήθελαν για την ζωή τους, γι’ αυτό και με τα πόδια καταλήγουν στην Γερμανία. Οι Γερμανοί όμως; Έχουν δικαίωμα να μας τους επιστρέψουν βάση της σύμβασης που τους έχουμε υπογράψει. Μην έχοντας λοιπόν που αλλού να καταλήξουν οι άνθρωποι, μένουν κατ’ ανάγκην στην Ελλάδα, έστω και κάτω από άθλιες συνθήκες.
Με τον ρυθμό που συσσωρεύονται όμως στις πόλεις μας; Σε λίγο καιρό θα είναι αυτοί κατά πολύ περισσότεροι από μας και κατά συνέπια; Δεν θα μπορούμε να στηρίξουμε την εθνική μας υπόσταση.
Και οι φίλοι μας; Είναι οι πρώτοι που θα μας πουν. Μα εσείς δεν είστε πλέον Έλληνες, αφού ο πληθυσμός σας έχει αλλοιωθεί. Όπως υπογράψατε πάντως την σύμβαση μας, δεν έχετε δικαίωμα να τους επιστρέψετε ούτε σε μας, αλλά ούτε και στην πατρίδα τους.
Μπορείτε να μου πείτε τώρα, ποιοι Έλληνες υπουργοί, πρωθυπουργοί και βουλευτές είναι αυτοί που υπέγραψαν μια τέτοια σύμβαση, χωρίς να ντρέπονται και καταδικάζουν την Ελλάδα μας να ζει μέσα σε μια τέτοιου είδους ομηρία και μάλιστα χωρίς επιστροφή;
Τυχαία λέτε ότι έγινε αυτό; Αν σκεφτείτε πάντως, ότι σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσαν να διαθέτουν δέκα και είκοσι χιλιάδες ευρώ στην άκρη αυτές οι εξαθλιωμένες προσφυγικές οικογένειες που μας έρχονται από το Πακιστάν, καθόλου δεν φαίνεται για τυχαίο.
Αλλά δεν σας γεννάτε το ερώτημα, μα ποιος τους δίνει τα χρήματα που χρειάζονται μέχρι να φτάσουν στην Ελλάδα και μάλιστα κάτω από τις συνθήκες που οι ίδιοι μας διηγούνται;
Θυμηθείτε εκείνο το αεροπλάνο που προσγειώθηκε από κάποια βλάβη στο αεροδρόμιο της Μόσχας και είχε για προορισμό του την Συρία αν δεν με γελά η μνήμη μου, μέσα στο οποίο βρέθηκαν τότε αδήλωτα πολλά εκατομμύρια ευρώ και ακόμη δεν βρέθηκε ο αποστολέας, αλλά ούτε και ο παραλήπτης τους.
Αυτό ενθυμούμενοι λοιπόν, εύκολα θα καταλάβετε ποιοι έχουν λόγους να χρηματοδοτούν τις αναταραχές και τους πρόσφυγες που προκαλούν, αλλά και γιατί το κάνουν. Αυτοί βέβαια από αγάπη για μας λένε ότι το κάνουν. Εσείς τι λέτε; Μας αγαπούν; Δεν το νομίζω.
Μιχάλης Αλταλίκης