Ένα μήνα μετά από εκείνη την χωρίς κανένα αποτέλεσμα επιστράτευση που μας έκαναν οι απροετοίμαστοι για τέτοιες ενέργειες στρατιωτικοί μας κι αφού πια έπεσαν η μια μετά την άλλη όλες εκείνες οι πρόχειρες και δήθεν κυβερνήσεις τους, τα γνωστά άγνωστα κι από όλους καλά κρυμμένα συμφέροντα, μας έφεραν και πάλι στο προσκήνιο τον πολιτικό, που για επτά χρόνια ήταν αυτοεξόριστος στην Γαλλία.
Αυτό βέβαια, σε καμιά περίπτωση δεν το έκαναν από αγάπη για μας, αφού αυτοί ποτέ τους δεν μας αγάπησαν κι αν γυρίσετε πίσω σας να δείτε από την ιστορία το πόσο αυτοί μας αγαπούν, θα τους δείτε να είναι όλοι τους βαμμένοι κόκκινοι από το αίμα των προγόνων μας.
Για να εξασφαλίσουν τα δικά τους λοιπόν σκοτεινά και ανυποψίαστα σε μας συμφέροντα μας τον έφεραν, όποια κι αν ήταν αυτά, όπως κι αν μας τα ονομάτιζαν, όπως κι αν είχαν σκοπό να μας τα σερβίρουν αργότερα ως φιλική δήθεν για μας διάθεση.
Μη ξεγελιέστε όμως, γιατί καμιά φιλική διάθεση δεν έχουν αυτοί για μας. Ένα πράγμα μόνον έχουν καρφωμένο στο μυαλό τους. Το πώς και με ποιο τρόπο θα μας εγκλωβίσουν εκεί και τόσο που αυτούς τους βολεύει κι εμείς χαμπάρι να μην το πάρουμε.
Αφού λοιπόν μας τον έφεραν αυτόν και μας τον παρουσίασαν ως σωτήρα πολιτικό, αμέσως σχεδόν κι όπως ήταν αναμενόμενο αυτό του έδωσαν την εντολή να σχηματίσει την πρώτη και μετά Χούντας εποχή υπηρεσιακή κυβέρνηση, η οποία και σύμφωνα με τα τυπικά του κοινοβουλίου μας, ορκίστηκε στο Άγιο Ευαγγέλιο, αλλά κι ενώπιον του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος.
Ως πρωθυπουργός μας βέβαια ορκίστηκε ο εν λόγο πολιτικός τότε και μαζί με αυτόν, ορκίστηκε με τον ίδιο τρόπο και σύσσωμο άλλωστε το νεοδιορισμένο υπουργικό του συμβούλιο.
Κι αυτό που ορκίστηκαν όλοι μαζί ήταν το ίδιο, με αυτό που πάντα ορκίζονται όσοι αναλαμβάνουν κατά καιρούς και διαστήματα να μας κυβερνήσουν.
Ότι θα υπερασπίζονται την πατρίδα τους, από την θέση που κατέχουν όλοι μαζί κι ένας, ένας χωριστά. Ότι θα προστατεύουν τον πολύπαθο λαό της. Και προπαντός, ότι θα κάνουν αυτοί τα πάντα προκειμένου να εξασφαλισθούν στο ακέραιο, τα γεωπολιτικά συμφέροντα της πατρίδας μας.
Το τι κάνουν όμως αυτοί μετά από τους όρκους τους και κατά πόσο εξασφαλίζουν τα συμφέροντα της πατρίδας μας με την παρουσία τους στο κοινοβούλιο μας κι εσείς το βλέπετε κι εγώ το βλέπω.
Ωστόσο, αμέσως μετά κι από αυτήν την ορκωμοσία όλων αυτών των πολιτικών που με τα λόγια μόνον μας δηλώνουν ότι είναι ελεύθεροι από υποχρεώσεις προς τρίτους, ομαλοποιήθηκε η πολιτική ζωή της πατρίδας μας κι αφού ανέλαβαν την ευθύνη των υπουργείων τους, όλα μπήκαν στην σειρά όπως μας άφησαν να νομίζουμε.
Εμείς βέβαια, διακαώς περιμέναμε από εκεί και μετά να δούμε μαζί με τα νέα πρόσωπα που εμφανίστηκαν στο πολιτικό μας προσκήνιο και την αμέριστη διάθεση αυτών να οργανώσουν το κράτος μας, αυτό δηλαδή που αποδιοργανώθηκε μετά από όσα μας συνέβησαν.
Και να κυβερνήσουν επιτέλους την πατρίδα μας περιμέναμε και να το κάνουν αυτό μάλιστα έτσι, όπως πολύ καλά κι ακριβώς προσδιορίζεται αυτό από το σύνταγμα μας.
Μαζί με αυτό δε, περιμέναμε να κάνουν την πατρίδα μας έτσι, που να γίνει αυτή υπόδειγμα πατρίδας για όλους, η οποία όχι μόνον να μπορεί, αλλά και να θέλει να σέβεται και να αγαπά τους πολίτες της.
Εκείνη η υπερκομματική κυβέρνηση, είχε όχι μόνον την δυνατότητα, αλλά και τον ανάλογο χρόνο είχε στην διάθεση της, ώστε να πετύχει τους στόχους που εμείς θέλαμε να δούμε υλοποιημένους.
Όταν είδαμε τους στρατιωτικούς να δικάζονται για όσα ανεύθυνα έκαναν εις βάρος μας και εις βάρος της Κύπρου μας όπως καθημερινά μας το τόνιζαν αυτό οι νέοι πολιτικοί μας, υποθέσαμε ότι θα μπουν επιτέλους οι βάσεις, ώστε να δούμε την πατρίδα μας να γίνεται όντως υπόδειγμα πατρίδας.
Το προσπαθούμε μας έλεγε ο εθνάρχης μας, αλλά είναι πολύ δύσκολο να βάλουμε τα θεμέλια μιας τέτοιας επίτευξης, αφού δεν υπάρχουν καθόλου χρήματα στα ταμεία του κράτους.
Καμένη γη παρέλαβα μας έλεγε. Με τι χρήματα λοιπόν να έκανε αυτός την ανόρθωση της πατρίδας που εμείς ελπίζαμε; Τα χρήματα δηλαδή μας έλειπαν, γι’ αυτό και τίποτε δεν μπορούσε να κάνει αυτός για το συγκεκριμένο θέμα. Αν υπήρχαν χρήματα όμως, πολλά θα ήθελε να κάνει.
Ούτε και για τους επίστρατους ήταν εύκολο να βάλουν σε τάξη την ζωή τους εκείνο το διάστημα, μετά από όσα πέρασαν ταλαιπωρημένοι από τις περιπέτειες που τους έστειλαν οι στρατιωτικοί μας να ζήσουν, αλλά τα κατάφεραν στο τέλος και με την προσωπική τους εργασία, μπήκαν στην ζωή με αξιώσεις, έστω κι αν δεν είχαν καθόλου χρήματα.
Ο επικεφαλής της υπηρεσιακής κυβέρνησης όμως, μαζί με ολόκληρο το υπουργικό του συμβούλιο, επέμεναν ότι τίποτε δεν μπορούσαν να διορθώσουν στο κράτος μας χωρίς χρήματα, γι’ αυτό και μάλλον έπρεπε να ιδρυθούν κόμματα, αφού μόνον μέσω αυτών θα ήταν πιο εύκολο να διορθώσουν τα κακώς κείμενα κι ότι για το καλό του τόπου μας, μάλλον έπρεπε να προχωρήσουν αμέσως σε εκλογές.
Δεδομένου ότι μόνον οι πολιτικοί μας είναι αυτοί που βλέπουν αντί για μας το καλό του τόπου μας όπως θέλουν να το πιστεύουμε, αυτές τις εκλογές τις προσδιόρισαν να γίνουν τον μήνα Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, έτσι ώστε, να ψηφίσει κι ο κυρίαρχος λαός όπως μας το κόλλησαν κι αυτό από τότε.
Μετά κι από αυτήν την τοποθέτηση, άρχισαν τα μικρά και τα μεγάλα κόμματα να οργανώνονται όπως πάντα κι έτσι μάλιστα, που πολύ εύκολα να μπορούν οι ψηφοφόροι τους να τα επιλέξουν.
Στην ίδια χρονική περίοδο, αλλά και για το δικό μας καλό όπως πάντα, τα γνωστά άγνωστα συμφέροντα μας έφεραν και τον επόμενο πολιτικό σωτήρα από την Αμερική, ο οποίος φορώντας ένα ζιβάγκο μπλουζάκι αντί για πουκάμισο, επιδόθηκε αμέσως σχεδόν στο να ιδρύσει το δικό του νεοσύστατο κόμμα που το αποκαλούσε κίνημα, μέσω του οποίου και βομβάρδιζε καθημερινά τον λαό μας με ονειρώδεις υποσχέσεις, αν βέβαια θα επέλεγαν το δικό του κόμμα ως κυβέρνηση.
Ενώ δηλαδή εμείς περιμέναμε να δούμε την πατρίδα μας να γίνεται υπόδειγμα πατρίδας για όλους, με την φροντίδα εκείνων των πολιτικών που ανέλαβαν την υπηρεσιακή κυβέρνηση κι ενώ αυτοί ορκιζόμενοι υποσχέθηκαν ότι όντως θα την αναμορφώσουν εργαζόμενοι, σε τρεις μήνες τα ξέχασαν όλα κι άρχισαν πάλι να κάνουν τα ίδια με αυτά που έκαναν και πριν από την επταετή περίοδο της χούντας, όπως αυτοί μας έπεισαν να την αποκαλούμε στο εξής.
Και την αποκάλεσαν επίτηδες έτσι υποτιμητικά, ώστε ποτέ ξανά να μην σκεφτεί κανείς να εμφανιστεί από μόνος του σωτήρας της πατρίδας του, όταν αυτό μάλιστα δεν έχει την έγκριση αλλά και την υποστήριξη των γνωστών αγνώστων συμφερόντων.
Οι αμετανόητοι πολιτικοί μας όμως και οικειοθελώς εγκλωβισμένοι, όπως και χειροπόδαρα δεμένοι στις τάξεις του πολύμορφου και πολυποίκιλου χώρου αυτών των συμφερόντων, δεν έκαναν και τότε τίποτε άλλο από το να διαθέτουν σκέψεις και χρόνο, μόνον για το πως θα κάνουν το κόμμα τους δυνατό κι αρεστό από τους ψηφοφόρους τους και για το πως θα μπορέσουν να εγκλωβίσουν στις τάξεις τους, όσους μπορούσαν περισσότερους από αυτούς.
Μεταφέροντας λοιπόν στον λαό μας, το δικό τους ζητούμενο, όρμισαν και πάλι σύσσωμοι, μικροί και μεγάλοι από αυτούς στους δρόμους και στις πλατείες, όπου και πιπίλιζαν όπως πάντα το μυαλό των συμπατριωτών μας, για το πόσα κάλλη έχει το δικό τους κόμμα σε σχέση με τα άλλα και τίποτε δεν έκαναν για το πώς θα μπορούσαν να αναδιοργανώσουν το κράτος μας.
Προκειμένου δε να πείσουν τους ψηφοφόρους τους, ότι για το καλό τους και για το καλό της πατρίδας τους πρέπει να ψηφίσει το δικό τους κόμμα, δεν δίσταζαν να τους τάζουν όλοι τους, λαγούς με πετραχήλια όπως λέει κι ο λαός μας.
Αυτός που πρωτοστατούσε όμως σ’ αυτές τις αλόγιστες υποσχέσεις, ήταν ο πολιτικός με το ζιβάγκο, του οποίου ο λόγος ήταν υπερφορτωμένος με την λέξη < θα >. Και δεν έλεγε να περιορίσει τα θα του, έστω κι αν ήξερε όπως και υπόλοιποι από τους πολιτικούς μας, ότι αυτά που τους έταζαν, όχι μόνο δεν θα μπορούσε να ωφελήσουν το εθνικό μας ζητούμενο, αλλά και χρήματα δεν υπήρχαν για να καλύψουν τόσες και τέτοιες υποσχέσεις.
Παραπληροφορημένος και πάλι ο λαός μας από τα ψέματα τους, αλλά και μπερδεμένος έτσι όπως πείστηκε να χρωματίσει ξανά την συνείδηση του, ούτε να εξετάσει μπορούσε, αλλά ούτε και να διακρίνει μπορούσε ποιο ήταν το δικό του, όπως και της πατρίδας του το συμφέρον. Και πάνω από όλα, ούτε και κυρίαρχος όπως τον αποκαλούσαν ήταν ποτέ δυνατόν να γίνει.
Κι έτσι όπως αποχαυνώθηκε πάλι από τις υποσχέσεις των κομμάτων, ούτε και το πως θα μπορούσε να προστατευτεί αυτός και η πατρίδα του μπορούσε να εξασφαλίσει. Και πώς να το έκανε αυτό άλλωστε, αφού κανένας φορέας δεν μεριμνά γι’ αυτόν τον σκοπό;
Ότι θέλουν λοιπόν κάνουν οι πολιτικοί, αφού κανείς δεν τους ελέγχει. Αν είχαν προσωπικές επιπτώσεις για όσα μας υποχρεώνουν να ζούμε, τι λέτε; Θα έβαζε ποτέ κανείς από αυτούς, τόσο εύκολα υποψηφιότητα για αρχηγός κόμματος, ή για υπουργός υγείας ας πούμε;
Αφού δεν έχουν να πληρώσουν τίποτε από την τσέπη τους όμως, για όσα στραβά κι ανάποδα επιβάλουν αυτοί στην πατρίδα μας και στον λαό της, γιατί να ανησυχούν; Και γιατί να μην τα αρπάξουν από όπου μπορούν, αφού κανείς δεν αγρυπνεί ώστε να τους το απαγορεύσει;
Χωρίς καμιά μα καμιά υποχρέωση προς την πατρίδα τους οι πολιτικοί μας, έκαναν και τότε τον δικό τους προσωπικό αγώνα, ενδιαφερόμενοι μόνον για το πως θα εκλεγούν πρωτίστως βουλευτές και μετά από αυτό, ότι άλλο οικονομικό επακόλουθο θα τους προέκυπτε, καλοδεχούμενο θα τους ήταν.
Και ο λαός μας πάλι, το ίδιο ακριβώς έκανε όπως πάντα. Τους αντιμετώπιζε με παροιμιώδη προχειρότητα, όπως και τους ακολουθούσε με ανάρμοστο φανατισμό, γι’ αυτό και πάλι τους ρωτούσα.
– Ποιος μηχανισμός ρε παιδιά λειτουργεί, μεριμνά και αγρυπνεί στο κράτος μας, προκειμένου να προστατευόμαστε εμείς και η πατρίδα μας, από όλους αυτούς τους πολιτικούς που ηθελημένα ή άθελα, τους βλέπουμε συνεχώς να κινούνται προς λανθασμένη ή και επικίνδυνη για όλους μας κατεύθυνση;
Δεν είναι λίγο αυθαίρετο ρε παιδιά, το να δεχόμαστε να μας διοικούν ανεύθυνοι πολιτικοί, χωρίς να μπορούμε εμείς με κάποιον τρόπο να τους ελέγξουμε ή και να τους σταματήσουμε ακόμη άμεσα, έγκαιρα, γρήγορα και πριν είναι πολύ αργά για όλους μας από τα ενδεχόμενα λάθη τους;
Το Σύνταγμά μας μου έλεγαν. Αυτό μας προστατεύει. Μα βρε παιδιά. Εκ του αποτελέσματος φαίνεται αυτό, ότι τίποτε τέτοιο δεν μπορεί να κάνει το Σύνταγμα, αφού λίγο, λίγο και κάθε τόσο το αλλοιώνουν αυτοί από εσκεμμένες ενέργειες και πολύ εύκολο είναι το να βρεθούμε οπουδήποτε μπλεγμένοι και τότε τι θα κάνουμε;
Ανησυχούσα και τότε όπως καταλαβαίνετε, αλλά και που ανησυχούσα τι κατάφερα; Από εδώ το είχαν οι πολιτικοί μας, από εκεί το προσπαθούσαν, μας έφτασαν τελικά στην χρεωκοπία. Και όχι μόνον σ’ αυτήν μας έφτασαν, αλλά και στην ξεφτίλα της πατρίδας μας και των πολιτών της μας οδήγησαν. Όλως περιέργως όμως, κανένας από τούς πολιτικούς μας δεν είναι προσωπικά υπεύθυνος για όσα μας προέκυψαν.
Γιατί λοιπόν τους επιτρέπουμε να μας συμπεριφέρονται με τέτοια κακία;
Γιατί τους επιτρέπουμε να μας προσβάλουν τόσο βάναυσα;
Γιατί τους επιτρέπουμε να διαφεύγουν από τα δεινά που μας επιβάλουν να ζούμε, χωρίς να υποστούν αυτοί κανενός είδους προσωπικής τιμωρίας;
Τι λέτε λοιπόν; Δεν είναι δίκαιο αυτό το αίτημα; Όποιος από μας τους απλούς πολίτες βρεθεί στο δικαστήριο και ορκιστεί για κάποιο λόγο ψέματα, όσο ασήμαντος κι αν είναι αυτός ο λόγος, διώκεται ποινικά ως επίορκος.
Είδατε εσείς ποτέ να δικάζεται κάποιος από τους πολιτικούς μας, για τα ψέματα που είπε χωρίς ντροπή κι έφεραν σε μας και την πατρίδα μας επώδυνες καταστάσεις; Ποιος λοιπόν τους καλύπτει, αλλά και ποιος τους επιτρέπει την διά παντός απαλλαγή;
Αν σκεφτείτε τώρα και την περίπτωση να υπηρετούν κρυφά αυτοί και τα οποιαδήποτε συμφέροντα κρύβονται πίσω τους, τι λέτε; Δεν θα έπρεπε να δικάζονται με την ποινή της εσχάτης προδοσίας; Είδατε όμως εσείς ποτέ να γίνεται κάτι τέτοιο; Αν κινδύνευαν να δικαστούν ως προδότες, θα τολμούσαν ποτέ να προδώσουν την πατρίδα μας και τον λαό της;
Ζώντας λοιπόν εις βάρος όλων ημών των χαζών που τους επιτρέπουμε να γεμίζουν μόνον τις τσέπες τους ανενόχλητοι, τι λέτε, δεν τους δίνουμε εμείς το δικαίωμα εν ολίγοις να γελούν μαζί μας;
Θα μου πείτε τώρα ότι λίγο ή πολύ, όλοι τα ξέρουμε αυτά. Τα ξέρουμε βέβαια, αλλά εγώ ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω, γιατί ο λαός μας γίνετε συνεχώς και με την θέλησή του έρμαιο των πολιτικών αφού τα ξέρει και γιατί παθιάζεται από τις ψεύτικες ιδεολογίες που σκόπιμα αυτοί μας σερβίρουν ασύστολα.
Παραμένοντας παθιασμένοι όμως εμείς πίσω από αυτές, πως θα μπορέσουμε να προστατεύσουμε τον λαό μας και την πατρίδα μας, από αυτούς που μάλλον δεν είναι χαζοί ώστε να έχουν πατρίδα;
Αν είχαν πατρίδα και μάλιστα την ίδια με την δική μας, δεν θα έπρεπε να την υπερασπίζονται και αυτοί όπως κάνει ο λαός μας, με την περιουσία τους, με τους κόπους τους και με την ζωή τους ακόμη, όταν αυτή το χρειάζεται;
Τους είδατε εσείς ποτέ να κάνουν κάτι τέτοιο; Αντιθέτως, είναι οι πρώτοι που βγάζουν τα χρήματα τους στο εξωτερικό προκειμένου να τα εξασφαλίσουν. Για μας και την πατρίδα μας λοιπόν δεκάρα δεν δίνουν.
Αφού διέλυσαν και τον στρατό μας τότε με την αφορμή που φάνηκε ότι δικαιολογημένα τους έδωσε με την συμπεριφορά της η χούντα κι αφού έβαλαν χέρι και την αστυνομία με αφορμή τα πολλά λάθη που οι αστυνομικοί έκαναν πρόχειρα κατά καιρούς εις βάρος του λαού μας, γίναμε από τότε και με τις δικές τους παρεμβάσεις, ξέφραγο αμπέλι κι όποιος θέλει μπαίνει κι όση ζημιά θέλει του κάνει.
Από τότε λοιπόν και μετά, ούτε ο λαός μας προστατεύεται πια από τους κάθε λογής κακοποιούς, αλλά ούτε και η πατρίδα μας. Αυτός λοιπόν είναι κι ο λόγος, που ούτε μέσα στα σπίτια μας πλέον είμαστε ασφαλείς.
Σ’ αυτά δε, ανά πάσα στιγμή μπορεί να μπει όποιος θέλει και να κάνει ότι θέλει και αντί αυτού, να ευθύνεται ο λαός μας, γιατί ξέχασε την πόρτα του σπιτιού του ανοιχτή, ή γιατί δεν έβαλε σιδεριές στα παράθυρά του σπιτιού του.
Και να ήταν μόνον αυτό καλά θα ήταν, γιατί με την δική μας ανοχή διέφθειραν τα πάντα οι πολιτικοί μας μέχρι στιγμής κι όλα τα χρεοκόπησαν. Πατρίδα, θρησκεία, εκκλησία, λαό, οικογένεια, εργασία, στρατό, αστυνομία, παιδεία, οικονομία, περισσότερο όμως από όλα αυτά διέφθειραν το μέλλον μας. Την νεολαία μας δηλαδή.
Κι από ότι φαίνεται, δεν έχουν σκοπό να σταματήσουν κάπου εδώ, αν με κάποιο τρόπο δεν τους το επιτρέψουμε. Καλό λοιπόν είναι να τα ξανασκεφτούμε όλα αυτά, γιατί αυτό που γίνεται σε μας, στα παιδιά μας και στην πατρίδα μας, δεν το κάνουν μόνοι τους οι πολιτικοί. Τους βοηθάμε κι εμείς, αφού με την θέληση μας επιδιώκουμε τον εγκλωβισμό μας στα κόμματα τους.
Ας σταματήσουμε επιτέλους να διαιωνίζουμε αυτήν την αμφίδρομη και κακή μας σχέση με τους πολιτικούς, γιατί χωρίς να το θέλουμε γινόμαστε αυτοκαταστροφικοί κι αφού δεν μας είναι ορατό το που αλλού εκτός από τα κόμματα μπορούμε να αναζητήσουμε σίγουρη λύση για τα δημοσιοοικονομικά και τα βιοποριστικά μας προβλήματα, μάλλον θα ταλαιπωρηθούμε περισσότερο.
Αν αποφασίζαμε κάποια στιγμή να σπουδάσουμε επιτέλους από τα πάμπολα δεινά που ζήσαμε σαν λαός, εξαιτίας του εγκλωβισμού μας στις ιδέες που προσχηματικά υπάρχουν ως σκοπός στα κόμματα, μετά από τόσες γενιές που πέρασαν από τον πρώτο μας εγκλωβισμό σ’ αυτά, δεν θα έπρεπε να ξέραμε σήμερα και το πως να κυβερνηθούμε, λαός και πολιτικοί;
Αν αυτός δηλαδή ήταν ο πραγματικός λόγος ύπαρξης των κομμάτων, δεν θα έπρεπε να ζούμε έτσι σήμερα που να μην αδικείται κανείς, αλλά και να ζούμε έτσι που να είμαστε χρήσιμοι ο ένας για τον άλλον, και όλοι μαζί για την πατρίδα μας, ώστε να βρισκόμαστε εκεί που μας αξίζει, είτε πολίτες ήμαστε είτε πολιτικοί;
Βλέπετε όμως εσείς να υπάρχει κάτι τέτοιο κι αυτό εφαρμοσμένο να μας οδηγεί στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα;
Εγώ προσωπικά δεν το βλέπω κι αυτό είναι που μου δίνει το δικαίωμα να υποστηρίζω, ότι πουθενά για πουθενά μέχρι στιγμής δεν μας ωφέλησαν τα κόμματα. Αντιθέτως, πολλά δεινά αντιμετωπίσαμε εξαιτίας τους κι άλλα τόσα μας δρομολογούν αυτήν την στιγμή οι πολιτικοί μας κι ας μη θέλουν να το παραδεχθούν.
Μιχάλης Αλταλίκης