Η θεοδώρα κι ο Αιγύπτιος

   Για να είμαστε ειλικρινείς λοιπόν, θα πρέπει να παραδεχθούμε κάποια στιγμή εμείς οι άνθρωποι, ότι κάνουμε πολλά λάθη κατά την διάρκεια της πρόσκαιρης ζωής μας και τα κάνουμε συνεχώς και κατά πάντων χωρίς τον παραμικρό ενδοιασμό με την βοήθεια του εγωισμού, ο οποίος, φωλιάζει μέσα μας και κατευθύνει ύπουλα τις σκέψεις, όπως και τις ενέργειές μας.

Αυτός βέβαια, έτσι στα κρυφά υπάρχει κι έτσι ύπουλα καταφέρνει να μας οδηγεί εκεί που τον βολεύει, ώστε να τον υπακούμε με την θέλησή μας. Βασιζόμενος δε στην δική μας ανοχή και αδιαφορία για την ύπαρξή του, ότι θέλει κάνει μ’ εμάς και διακαώς ελπίζει να μας εξοστρακίσει όλους κι οικιοθελώς μάλιστα από το Θεϊκό περιβάλλον, αφού αυτός είναι κι ο μοναδικός σκοπός της δικής του ζωής.

Όσο αδιαφορούμε λοιπόν εμείς για την ύπαρξη του κι όσο του επιτρέπουμε να φωλιάζει μέσα μας, τόσο κι αυτός θα επηρεάζει τις σκέψεις και τις ενέργειές μας κι αφού καθόλου δεν μας ενοχλεί η παρουσία του, με την άνεσή του μας υποδεικνύει και τι να κάνουμε στην κάθε περίπτωση, μια και μας βρίσκει μόνους και ξεκρέμαστους.

Και πολύ εύκολα μας σέρνει σ’ αυτό το αποτέλεσμα, αφού με διαβολική μαστοριά μας οδηγεί να πιστεύουμε, ότι από μόνοι μας δήθεν σκεφτόμαστε το κάθε τι, ότι από μόνοι μας αποφασίζουμε τις ενέργειές μας κι ότι δικαίωμα μας είναι να κάνουμε αυτά που εμείς νομίζουμε ότι πρέπει να θέλουμε.

Σκόπιμα λοιπόν τυφλωμένοι από τον εγωισμό, τίποτε από την δική του παρέμβαση δεν μας επιτρέπει να δούμε και πρόχειρα συνεργαζόμενοι εμείς μαζί του, το μόνο που καταφέρνουμε είναι να γινόμαστε επιζήμιοι με την συμπεριφορά μας.

Και δεν γινόμαστε επιζήμιοι μόνον για εμάς τους ίδιους, αλλά και για όλους τους άλλους ανθρώπους που υπάρχουν γύρο μας, είτε ξένοι προς εμάς είναι, είτε φίλοι και γνωστοί μας είναι, είτε συγγενείς μας είναι.

Αν θέλαμε να αποφύγουμε μια τέτοια συνεργασία με τον εγωισμό, εύκολα θα μπορούσαμε να το κάνουμε, αν και μόνον παραδεχόμασταν την ύπαρξή του στην ζωή μας. Με την δική του καθοδήγηση όμως, αποφεύγουμε να μπούμε σ’ αυτήν την διαδικασία, οπότε, θέλοντας και μη ακολουθούμε κι από συνήθεια πια τις υποδείξεις που έχει αυτός την δυνατότητα να μας κάνει.

Αιτία βέβαια αυτής της συνήθειας, του να επιτρέπουμε δηλαδή στον εαυτό μας να κάνει ότι θέλει, όπως θέλει κι όπως ο εγωισμός μας το απαιτεί και το επιβάλει παντού, είναι η δυνατότητα παραγωγής κι επεξεργασίας σκέψεων που μας έχει παραχωρηθεί από τον Θεό, Τον οποίο βέβαια, με μεγάλο πείσμα μας προτρέπει ο εγωισμός να αγνοούμε, ώστε και μόνους να μας έχει στα χέρια του και αβοήθητους να μας έχει μέχρι να επιτελέσει τον δικό του σκοπό.

Ο Θεός βέβαια, σωστά μας παραχώρησε την δυνατότητα παραγωγής κι επεξεργασίας σκέψεων, ή λογισμών αν θέλετε, ώστε εντελώς ελεύθεροι και ανεπηρέαστοι από Αυτόν να διαχειριζόμαστε τον εαυτό μας και μαζί με αυτόν τα υπάρχοντα μας.

Για να μη μας αφήσει όμως μόνους κι αβοήθητους στα χέρια του πονηρού εγωισμού, μας έδωσε μια σαφή εντολή να έχουμε ως τυφλοσούρτη μπροστά μας και με αυτόν ως οδηγό να πορευόμαστε στην ζωή μας, ώστε κι αν ακόμη τυφλωθούμε κάποια στιγμή από εγωισμό, εύκολα να μπορέσουμε να τον αποφύγουμε.

Κι αυτό που μας υπέδειξε να έχουμε ως τυφλοσούρτη, είναι να ακλουθούμε το παράδειγμα ζωής Του Χριστού μας. Αυτός μάλιστα, αναλογιζόμενος την δυσκολία που θα είχαμε να μιμηθούμε την δική Του ζωή, με καλοπροαίρετο τρόπο μας προέτρεψε να χρησιμοποιούμε κάτι πολύ ποιο απλό για τον ίδιο λόγο.

Μας προέτρεψε δηλαδή να βλέπουμε τον διπλανό μας σαν να ήταν ο εαυτός μας, οπότε, πολύ ποιο εύκολα να αποφύγουμε τις επικίνδυνες συνεργασίες με τον πονηρό εγωισμό.

Με αυτήν την απλή υπόδειξη λοιπόν, όχι μόνο μας βοήθησε, αλλά κι άνοιξε μπροστά μας ασφαλή δρόμο θα λέγαμε, μέσω του οποίου, πουθενά δεν υπάρχει περίπτωση να πέσουμε αν τον ακολουθούμε σωστά, αφού από μόνος του θα εξαφανιστεί ο εγωισμός από μέσα μας κι έτσι, δεν θα μπορεί πλέον να κατευθύνει τις σκέψεις μας.

Βεβαίως και δεν μας υποχρέωσε να ακολουθήσουμε και με το έτσι θέλω μάλιστα την δική Του Θεϊκή συμπεριφορά. Μας άφησε όμως και να καταλάβουμε πολύ καθαρά, ότι εφόσον εμείς οι άνθρωποι, όπως κι όλα όσα βρίσκονται γύρο μας είναι αποκλειστικά και μόνον δικά Του δημιουργήματα, καλό για όλους μας θα ήταν, να μιμηθούμε την συμπεριφορά Του ως συνδιαχειριστές υπάρχοντες, στην κοινή ζωή όλων μας.

Αγνώμονες όμως εμείς υπάρχοντες από την επίδραση του εγωισμού στην συμπεριφορά μας, ξεχάσαμε τις υποχρεώσεις που λογικά έπρεπε να έχουμε απέναντί Του κι εγωιστικά κινούμενοι στην συνέχεια, όχι μόνον παραβλέψαμε, αλλά κι εντελώς αγνοήσαμε αυτό το απλό Θεϊκό σκεπτικό.

Κάναμε πως δεν καταλάβαμε δηλαδή, ότι τόσο οι σκέψεις που μας έρχονται προς επεξεργασία, όσο και η ελευθερία επιλογής ενεργειών που μας επιτρέπονται, ως όπλα και μόνον για την αντιμετώπιση των υποχρεώσεων της ζωής μας παραχωρήθηκαν κι όχι ως μέσον επιβολής των προσωπικών μας απόψεων κι αποφάσεων προς όλους και όλα, είτε πράγματα είναι αυτά, είτε ζώα είναι, είτε άνθρωποι είναι.

Κι αφού ως συνδιαχειριστές ξένης περιουσίας υπάρχουμε ζώντας ανάμεσα σε ανθρώπους, ζώα και πράγματα, είναι να απορεί κανείς μαζί μας, πως κι από ποιόν πήραμε την άδεια να υπάρχουμε ανάμεσά τους όπως εμείς νομίζουμε και να τα διαχειριζόμαστε μάλιστα όλα αυτά κατά βούληση, σαν να είμαστε εμείς οι κατ’ εξοχήν  ιδιοκτήτες τους.

Από μόνοι μας λοιπόν πήραμε αυτήν την άδεια κι από μόνοι μας δώσαμε το δικαίωμα στον εαυτό μας να ενεργεί τόσο εγωιστικά, γι’ αυτό κι ότι αποφασίζουμε επί της ζωής μας, να είναι αυτό που να βολεύει σ’ εμάς προσωπικά και μάλιστα, χωρίς να αισθανόμαστε καμιά ευθύνη, για το αποτέλεσμα που προκύπτει από τις διαχειριστικές μας ενέργειες.

Για να μην έχουμε δε να δίνουμε και λόγο σε κανέναν για όσα αποφασίζουμε επί της ζωής μας, κολλάμε δίπλα από κάθε μας ενέργεια κι εκείνη την πολύ σπουδαία ανακάλυψη που κάναμε. Αυτήν δηλαδή που δικαιώνει κάθε μας ενέργεια κι ευθαρσώς την φωνάζουμε όπως και την επιβάλουμε προς κάθε κατεύθυνση.

Αυτό θεωρώ εγώ ως σωστό λέμε κι αυτό νομίζω εγώ ότι πρέπει να κάνω και καθόλου δεν με ενδιαφέρει, αν οποιοσδήποτε άλλος το θεωρεί άδικο ή και κακό. Άλλωστε, γι’ αυτό μας έδωσε ο Θεός το μυαλό. Να σκεφτόμαστε δηλαδή προς το συμφέρον μας κι αυτό πρέπει να κάνουμε. Όποιος δεν έχει μυαλό να σκεφτεί με αυτό τρόπο τα του εαυτό του, ας κάνει ότι θέλει. Εγώ πάντως έτσι θέλω κι έτσι κάνω.

Κάπως έτσι δηλαδή αντιμετωπίζουμε την καθημερινότητα της ζωής μας. Ότι αποφασίζουμε εμείς δηλαδή να γίνει, αυτό να είναι το σωστό και δεν χρειάζεται να ρωτήσουμε κανέναν, για το τι και το πως πρέπει να ενεργήσουμε στην κάθε περίπτωση.

Έτσι λοιπόν σκεπτόμενα και τα μέλη μιας οικογένειας, κατά βούληση ενεργούσαν κι ένα σορό λάθη έκαναν στην ζωή τους με την πρόχειρη δικαιολογία, ότι έτσι έπρεπε να γίνει κατά την άποψή τους κι αυτά τα λάθη αποσκοπώ να σας παρουσιάσω εδώ.

Όχι για να κρίνουμε όλοι μαζί τις λανθασμένες ενέργειες των συνανθρώπων μας, αλλά για να τονίσουμε και με το δικό τους παράδειγμα προς όλους μας, ότι τίποτε δεν είναι δικό μας σ’ αυτήν την ζωή, εκτός από το αποτέλεσμα των ενεργειών μας.

Κι αφού αυτό μόνον είναι δικό μας, δεν θα έπρεπε να είμαστε ποιο προσεκτικοί με όσα επιλέγουμε να κάνουμε, για να μην βρεθούμε υπόλογοι κι εμείς λανθασμένων αποφάσεων;

Και για να μπούμε στο θέμα που αποσκοπώ να σας παρουσιάσω, πρέπει να σας πω ότι μια συνηθισμένη τετραμελής αγροτική οικογένεια ήταν αυτή για την οποία μιλάμε και ζούσε για κάποια χρόνια σε ένα χωριό της Βέροιας. Εκεί διαβιώνοντας λοιπόν, θα λέγαμε ότι ζούσαν πολύ απλά ως αγρότες, όπως έκαναν άλλωστε και οι υπόλοιποι συγχωριανοί τους.

Βαρέθηκαν όμως την απλή αγροτική ζωή, ή κάτι άλλο τους κάθισε στο μυαλό να θέλουν, γι’ αυτό και πήραν την απόφαση μια μέρα, ώστε να πουλήσουν τα υπάρχοντά τους και να μετακομίσουν στην πόλη της Θεσσαλονίκης για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Κι αφού τους απασχολούσε αρκετά αυτό το θέμα, επίσης αρκετό καιρό μελετούσαν στην συνέχεια και την οπωσδήποτε πραγματοποίηση της μετεγκατάστασής τους στην μεγάλη πόλη. Όταν λοιπόν πήραν την τελική απόφαση και σχεδίασαν τα πάντα λεπτομερώς, με το δίκαιό τους μετά στήριζαν κι αυτά που σκέφτηκαν και υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν.

Έλεγαν δηλαδή προς τον εαυτό τους, ότι βεβαίως και υπήρχαν οι κατάλληλες προϋποθέσεις εκεί, ώστε να ζήσουν κάπως ποιο σύνθετα κι ασφαλώς καλύτερα μελλοντικά γι’ αυτούς και τα παιδιά που θα αποκτούσαν, δεδομένου ότι το ζευγάρι ζούσε ακόμη μαζί με τους γονείς του συζύγου.

Αυτό αποφάσισαν λοιπόν κι αυτό έκαναν στο τέλος. Πούλησαν δηλαδή τα κτήματά τους και με τα χρήματα που απέκτησαν, αγόρασαν πολλές μετοχές από μια πολύ μεγάλη εταιρεία όπως το είχαν προμελετημένο.

Ασφαλώς και ήταν πολύ καλή η οικονομική τοποθέτηση που έκαναν, αφού το εισόδημά τους ήταν τέτοιο πια, που θα τους επέτρεπε να ζουν με πολύ μεγάλη άνεση, αλλά και με συντροφιά όπως το επεδίωκαν κι αυτό, τις ανάλογα ευκατάστατες οικογένειες της περιοχής που επέλεξαν να κατοικίσουν.

Ζώντας κάπως έτσι όμως στην συνέχεια, έγιναν αρκετά φαντασμένοι θα λέγαμε κι αφού τους το επέβαλε κι αυτό η οικονομική τους επάρκεια, με πολύ δυσκολία καταδεχόταν να πουν έστω και μια απλή καλημέρα πλέον με τους ανθρώπους της γειτονιάς τους.

Και για να βρουν φίλους και παρέες που να είναι εξίσου αντάξιες του οικονομικού τους επιπέδου, προς το Πανόραμα άρχισαν να έχουν πλέον τις βλέψεις τους, γιατί όπως το πληροφορήθηκαν κι αυτό, εκεί θα εύρισκαν πολλούς σαν κι αυτούς να ζουν με τα ανάλογα φαντασμένα ιδανικά και οικονομικά εισοδήματα.

Αυτά σκεπτόμενοι λοιπόν, άρχισαν να προετοιμάζονται κατάλληλα μεν γι’ αυτόν τον σκοπό, αλλά κι όπως έπρεπε για σκεπτόμενους ανθρώπους περίμεναν να έρθει και η στιγμή της ζωής τους, που θα τους επέτρεπε να υλοποιήσουν με τάξη κι αυτό το σχεδίου.

Προχωρώντας και η ζωή τους όμως συγχρόνως με τα σχέδιά τους, δυό κορίτσια απέκτησε το ζεύγος εν τω μεταξύ και για να μπουν από εκεί που βρισκόταν ακόμη στα δεδομένα της κοσμικής ζωής που ονειρευόταν να ζήσουν, σε ένα ιδιόκτητο διώροφο έστειλαν τους ηλικιωμένους γονείς του συζύγου να ζουν στο εξής μόνοι τους.

Κι αφού κατάφεραν να αποχωριστούν από τους γονείς τους, ελεύθερα μετά οι νεότεροι με τα δυό κορίτσια τους γέμιζαν κάθε μέρα το σπίτι τους, με επίσης φαντασμένους επισκέπτες, δήθεν φίλους και γνωστούς.

Μόλις άρχισαν όμως να χαίρονται αυτήν την επιλογή ζωής κι από παλιά όπως είπαμε ονειρευόταν για τον εαυτό τους, το μεγαλύτερο από τα κορίτσια τους, η Θοδώρα δηλαδή, άρχισε να τους χαλά τα σχέδια, για τον λόγο ότι παρουσίασε κάποια ψύχωση μόλις μεγάλωσε.

Αυτό βέβαια, ασφαλώς και δεν ήταν μέσα στα σχέδιά τους κι επειδή τις προσωπικές τους επιθυμίες τις είχαν τοποθετήσει πολύ ποιο πάνω από την ψυχική υγεία του παιδιού τους, δεν ήθελαν πλέον να βλέπουν την Θοδώρα ανάμεσά τους, αλλά ούτε και στο φαντασμένο περιβάλλον τους ήθελαν να την παρουσιάζουν, λόγο κάποιας παραβατικής συμπεριφοράς που τους έδειχνε μερικές φορές το κορίτσι τους.

Για να μην χάσουν λοιπόν την ιδέα που είχαν σχηματίσει γι’ αυτούς οι φίλοι και γνωστοί τους, βλέποντας την παραβατική συμπεριφορά της κόρης τους, κλείδωναν το άτυχο κορίτσι στο μπάνιο τους όταν είχαν επισκέπτες και δεν την έβγαζαν ποτέ έξω, πριν διασκεδάσουν και φύγουν ευχαριστημένοι από το σπίτι τους οι εκλεκτοί καλεσμένοι τους.

Και καλά να είναι κανείς εδώ που τα λέμε, αν του κάνουν κάτι τέτοιο οι γονείς του, θέλοντας και μη θα αρρωστήσει ψυχικά και μάλιστα πολύ. Οι συγκεκριμένοι γονείς όμως, καθόλου δεν δίστασαν να το κάνουν. Όχι μόνον μια φορά, αλλά για αρκετά χρόνια συνέχιζαν να κάνουν το ίδιο βασανιστήριο στο παιδί τους για τους παραπάνω ανόητους λόγους.

Όσο μεγάλωνε όμως αυτό, γινόταν χειρότερα και χωρίς την επίβλεψη κάποιου γιατρού, δεν υπήρχε περίπτωση να γίνει καλά από μόνο του, αλλά ούτε κι από την λανθασμένη συμπεριφορά των γονιών του θα μπορούσε να επανέρθει στα φυσιολογικά.

Ναι αλλά μεγάλωσε αρκετά πια η Θοδώρα και δυνατή έγινε, οπότε, φώναζε να την ανοίξουν όταν διαπίστωνε ότι την κλείδωσαν πάλι, ή χτυπούσε την πόρτα του μπάνιου τους έτσι και τόσο, που τους ανάγκαζε να την βγάζουν έξω, ή να της πουν να ησυχάσει, μη γίνουν ρεζίλι στους επισκέπτες τους.

Με αυτήν την ευκαιρία όμως, έβγαινε η κοπέλα έξω από την φυλακή της κι αγριεμένη καθώς ήταν από την καταπίεση που αισθανόταν κλεισμένη μέσα στο μπάνιο, ότι ήθελε τους έκανε, γιατί και την μάνα της χτυπούσε μερικές φορές και φεύγοντας από το σπίτι στην συνέχεια, ότι της ερχόταν στο μυαλό έκανε.

Αυτή λοιπόν ήταν η παραβατική της συμπεριφορά κι αφού δεν είχε την πρέπουσα επίβλεψη από την μητέρα της όπως κι από τον πατέρα της, ήταν ποτέ δυνατόν να ορθοποδούσε ψυχικά ένα τέτοιο άτομο από μόνο του;

Θα πλησίαζε όμως τα είκοσι πια, όταν είδε ένα όνειρο στον ύπνο της η Θοδώρα και με αυτό ως οδηγό και το περιστατικό που έζησε σ’ αυτό, στα δικαστήρια της πόλης μας βρέθηκε όταν ξύπνησε το πρωί, με σκοπό να συναντήσει εκεί τον άντρα της ζωής της.

Όπως τον είδε στον ύπνο της δηλαδή, έτσι ακριβός τον είδε να βγαίνει από τα δικαστήρια, γιατί ασκούμενος δικηγόρος ήταν αυτός και στο γραφείο του επίσης δικηγόρου πατέρα του εργαζόταν όπως της είπε κατά την διάρκεια της κουβέντας που έπιασαν και για αρκετή ώρα χαιρόταν μαζί με αυτήν και την ανεπάντεχη συνάντησή τους.

Αμέσως τα βρήκαν οι δυό τους σαν να ήταν από πολύ παλιά γνώριμοι κι αφού μπήκαν στα προκαταρτικά μετέπειτα, δεν άργησαν να βρεθούν και στο ίδιο κρεβάτι ξαπλωμένοι, με συνέπια να διαπιστωθεί η εγκυμοσύνη της κοπέλας μετά οπό ένα τρίμηνο περίπου.

Αυτό βέβαια, υποχρέωσε τους γονείς της Θοδώρας να τραβούν τα μαλλιά τους, γιατί και δεύτερη ντροπή τους φόρτωνε η άρρωστη κόρη τους, αν την έβλεπαν κι έγκυο μαζί με τα άλλα οι φίλοι και γνωστοί τους.

Δεν ανησύχησαν δηλαδή για την κατάσταση του παιδιού τους, που από τις δικές τους επιλογές έφτασε σ’ αυτό το αποτέλεσμα, αλλά για την ντροπή που θα ένιωθαν αυτοί, αν σχολίαζαν εις βάρος τους ενδεχομένως οι γνωστοί τους. Αυτό λοιπόν ήταν το ζητούμενο τους. Τι θα έλεγαν γι’ αυτούς οι φίλοι τους.

Εκεί όμως που σκεφτόταν, αλλά κι έκαναν ένα σορό λάθη πριν εις βάρος της προβληματικής έστω κόρης τους, όταν ήθελαν δηλαδή να κρύψουν από τα μάτια του κόσμου την ψυχική της διαταραχή, υποχρεώθηκαν να κάνουν ακόμη περισσότερα λάθη στην συνέχεια, προκειμένου να κρύψουν, ή και να εξαφανίσουν ακόμη την παράνομη εγκυμοσύνη της.

Κι αυτό που σκέφτηκαν να κάνουν στην συνέχεια, ήταν να βάλουν την Θοδώρα να μένει μόνη της σε ένα δεύτερο διαμέρισμα που είχαν πάνω από το δικού τους και στην ίδια πολυκατοικία, με σκοπό να την παιδέψουν εκεί τόσο, όσο να πέσει το παιδί της από μόνο του, ή από την κακοποίηση που θα της έκαναν.

Το σπίτι ήταν άδειο βέβαια και το μόνο που διέθετε στους χώρους του, ήταν ένα σιδερένιο παλιό κρεβάτι χωρίς στρώμα, με μια κουρελού μόνον να σκεπάζει τις σούστες του. Εκεί λοιπόν κοιμόταν το έγκυο κορίτσι κι αφού δεν ήταν σε θέση να μαγειρέψει κάτι από μόνη της, δεν υπήρχε τίποτε στην κουζίνα της. Ούτε πιάτα δηλαδή, αλλά ούτε και κατσαρόλες.

Κι αν της πήγαινε ο πατέρας της κάτι για φαγητό, της το πήγαινε μέσα σε ένα κόκκινο πλαστικό πιατάκι, από αυτά δηλαδή που βάζουμε κάτω από τις γλάστρες. Αυτό λοιπόν ήταν το μόνο σκεύος που ανεβοκατέβαινε από το ένα σπίτι στο άλλο.

Μέχρι να φάει όμως η άτυχη κοπέλα, ή και μετά το φαγητό της ακόμη, της έριχνε κάμποσες κλοτσιές στην κοιλιά ο πατέρας της, με την ελπίδα να πέσει το παιδί. Κι επειδή αυτό δεν έλεγε να πέσει για κάποιο λόγο, το μαρτύριο της Θοδώρας συνεχιζόταν αδίσταχτα.

Μαζί με αυτά τα λάθη βέβαια, είναι αλήθεια ότι έκαναν και τις ανάλογες προσπάθειες στην συνέχεια, ώστε να βρουν και τον υπεύθυνο της εγκυμοσύνης της καθώς έπρεπε. Τον βρήκαν σύμφωνα με αυτά που μπόρεσε να τους περιγράψει η Θοδώρα, αλλά όπως το διαπίστωναν κι αυτό κουβεντιάζοντας με τον πατέρα του, ούτε κι αυτός ήθελε να αναλάβει υποχρεώσεις, γιατί κι ο δικός του γιός είχε ψυχολογικά προβλήματα και μάλιστα πολύ ποιο σοβαρά από αυτά της Θοδώρας.

Κι επειδή ούτε κι αυτός ήθελε να δείξει την αρρώστια του παιδιού του στον δικό του περίγυρο, το μόνο που τους πρότεινε ως λύση, ήταν να παντρέψουν τα παιδιά τους κρυφά κι επίσης κρυφά να δεχθούν το παιδί τους κι όπως έδειχνε το πράγμα, ήθελε να γεννηθεί με το έτσι θέλω.

Αυτό λοιπόν έγινε στην συνέχεια κι αφού γεννήθηκε το παιδί και μετά, οι δυό παππούδες ανέλαβαν να το μεγαλώσουν, αλά με συναινετικό τρόπο. Όσα έπρεπε να δίνει ο ένας παππούς δηλαδή για την φροντίδα του παιδιού, τόσα ακριβός έπρεπε να δίνει κι ο άλλος για να μην αδικείτε κανείς, αλλά και κορόιδο να μην πιάνεται.

Κάπως έτσι λοιπόν πορευόταν όλοι μαζί κι ο καθένας χώρια, αλλά και το ανδρόγυνο που είχε πάρει κι αυτό συναινετικό διαζύγιο με την αμέριστη βοήθεια των γονιών τους, ποτέ ξανά δεν συναντήθηκε, για να μην υπάρχουν εκατέρωθεν άλλες, ή περεταίρω απατήσεις από τους παππούδες, εκτός από αυτήν δηλαδή της αναγνώρισης του εγγονού τους.

Κι αντί να φροντίσουν μετέπειτα, ώστε να γίνουν καλά τα παιδιά τους με την βοήθεια των γιατρών, συνέχισαν να τα κρατούν κριμένα στα σπίτια τους, για να μην φανερωθούν δήθεν στους γνωστούς τους τα ψυχολογικά τους προβλήματα.

Όσο κι αν τα έκρυβαν όμως, από μακριά φαινόταν αυτά κι ένα σωρό τους έσερναν οι περίοικοι φανερά, αλλά και πίσω από την πλάτη τους για τα λάθη που έκαναν κατά των παιδιών τους. Για να δείξουν σ’ αυτούς λοιπόν, ότι πράγματι ενδιαφερόταν και για το εγγόνι τους οι δυό παππούδες, μέχρι και στην Αγγλία το έστειλαν να σπουδάσει αλλά και στα πόδια τους δεν το ήθελαν, αφού άνετα θα μπορούσε να τους ενοχλεί ζητώντας χρήματα, ή και κληρονομικά αργότερα, όπως πολύ το φοβόταν και οι δύο.

Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που ο παππούς του από τον πατέρα του, δύσκολα τον δεχόταν στο σπίτι του όταν μεγάλωσε και μάλιστα για πολύ λίγο. Κι αυτό πάλι, μόνον για να δει τον πατέρα του, αφού δεν του επέτρεπε να κάνει και πολλές κουβέντες μαζί του.

Αν και δεν είχε άλλο παιδί δηλαδή, αν και δεν είχε άλλο εγγόνι, ποτέ δεν κράτησε το παιδί του παιδιού του δίπλα του, από φόβο μην του ζητήσει κληρονομική αποκατάσταση.

Ούτε κι ο άλλος παππούς βέβαια του έδινε πολύ θάρρος για τους ίδιους λόγους, αλλά όλο και φοβόταν μη στραφεί το παιδί αργότερα κατά της θείας του, της αδελφή της μητέρας του δηλαδή, γιατί κι αυτό καταλάβαινε πια, ότι όλο το ενδιαφέρον της γιαγιάς του, ήταν στραμμένο προς την μικρότερη κόρη της.

Αυτήν ιδικά, την πάντρεψαν με πολύ πλούσιο τρόπο και ανάλογο της οικονομικής τους επιφάνειας, αφού και στο πανόραμα με μεγάλο σπίτι την κάλυψαν. Σ’ αυτό όμως, δεν μπορούσε να παρουσιαστεί η Θοδώρα, μη σκιάσει με την παρουσία της, το κοινωνικό υπόβαθρο της μικρής που ετοίμασαν και σαν πριγκίπισσα την παρουσίαζαν προς όλους.

Τον ανεψιό της βέβαια, τον δεχόταν αυτή στο σπίτι της όταν μπορούσε να την επισκεφτεί, αλλά τότε μόνον κι όταν η παρουσία του δεν θα την υποχρέωνε να τον συστήνει ως ανεψιό της στον δικό της περίγυρο. Κι από οικονομικά φρόντιζε να τον έχει καλυμμένο, ώστε να μη μπορεί ως ευγνώμων να της αναστατώσει την ζωή μελλοντικά, όπως κι αυτή το φοβόταν.

Το καταλάβαινε όμως αυτό ο νεαρός και βλέποντας να απουσιάζει η μητέρα του από το οικογενειακό τους περιβάλλον, πολύ θύμωνε μαζί τους. Λόγω της οικονομικής του εξάρτησης όμως κι από την θεία πάντα για ευνόητους λόγους όπως είπαμε, δεν μπορούσε να αντιδράσει, αλλά και τι μπορούσε να κάνει αφού ήταν μικρός;

Το κρατούσε όμως αυτό ως απωθημένο μέσα του κι όταν θα μεγάλωνε περισσότερο όπως έλεγε, θα εύρισκε τον τρόπο να αντιδράσει και τότε, θα ήξερε τι να πει και τι να κάνει προς την θεία του πρώτα, όπως και προς τους παππούδες του βέβαια. Μέχρι να έρθει η ώρα του λοιπόν, ήθελε δεν ήθελε, έκανε υπομονή μεν, αλλά και συσσωρευόταν μέσα του πολύ μίσος πλέον προς την θεία του ιδικά, γιατί όπως πολύ καθαρά το έβλεπε, όλη η περιουσία τους, σ’ αυτήν θα κατέληγε ως κληρονομιά κάποια μέρα.

Όλα αυτά όμως που αφορούν την εμπλοκή του νεαρού στην ζωή τους, θα σας τα παρουσιάσω αργότερα κι όταν έρθει η ώρα τους, γιατί κι αυτόν ιδικά, αργότερα τον συνάντησα κι από τον ίδιο τα πληροφορήθηκα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *