Ήρθε πολύ γρήγορα τότε το καλοκαίρι που ακολουθούσε και αφού μας πλάκωσαν από νωρίς οι ζέστες, ήρθε μαζί με αυτές και η ώρα να κοιμάμαι τις νύχτες έξω από το σπίτι, στο μπαλκόνι μας.
Εγκατέλειψα με ανακούφιση το χειμερινό μου δωμάτιο, αφού λόγω των αναγκών του καταστήματός μας, αυτό είχε γίνει παράρτημά του. Αυτή η σχέση του δωματίου μου με το κατάστημα δυσκόλευε κατά πολύ τον δικό μου ύπνο, αφού κοιμόμουν ανάμεσα στα ρούχα και τη μυρωδιά της ναφθαλίνης.
Βάζαμε ναφθαλίνη στα ρούχα τότε, προκειμένου να τα προστατέψουμε από το σκόρο και το δωμάτιό μου ήταν γεμάτο σχεδόν, από είδη γάμου, νυφικά, κουστούμια, μπομπονιέρες και τέτοια και ανάμεσα σε αυτά είχα κι εγώ το κρεβάτι μου.
Πολύ χαιρόμουν όμως όταν ερχόταν το καλοκαίρι, αφού τότε μπορούσα να κοιμάμαι στο μπαλκόνι όπως είπα, πράγμα που μου άρεσε ιδιαίτερα, γιατί εκεί ανέπνεα καθαρό αέρα και εξαιτίας αυτού, δεν είχα καθόλου εφιάλτες στον ύπνο μου.
Εκτός αυτού, είχα και τη δυνατότητα να ταξιδεύω εκεί με την φαντασία μου, όση ώρα κι αν ήθελα και σε όποιο μέρος του έναστρου νυκτερινού ουρανού αποφάσιζα να κινηθώ. Εκείνο όμως που με ευχαριστούσε περισσότερο, ήταν ότι ξαπλωμένος εκεί έξω, άκουγα τους ανθρώπους που τραγουδούσαν χαρούμενοι στα νυχτέρια που έκαναν τότε, όταν κάθε βράδυ και σε άλλο σπίτι συμπαραστέκονταν ομαδικά, στις μικρές και μεγάλες ανάγκες του καθενός σε εργατικά χέρια.
Με αυτή την ομαδική εργασία, συνέβαλαν από κοινού στο να συγκεντρώνουν ή και να εξασφαλίζουν ακόμη, τόσο την δική τους σοδειά, όσο και των γειτόνων τους. Τη σοδειά δηλαδή που θα διέθεταν αργότερα στο μπακάλη τους, προκειμένου να αποπληρώσουν με την αξία της, το κόστος της πολύ κοπιαστικής ζωής τους.
Ως αποδέκτες των κόπων τους εμείς, συγκεντρώναμε τις σοδειές τους στη δική μας αποθήκη και σε χύμα κατάσταση. Τις τσουβαλιάζαμε μετά από λίγο καιρό στα σακιά και αφού τα ράβαμε αυτά με την σακοράφα, τα μεταφέραμε στη συνέχεια με το φορτηγό μας σε μια αποθήκη του λιμένος της Θεσσαλονίκης, προς μεταπώληση.
Συνοδεύοντας λοιπόν τον πατέρα μου εκείνο το καλοκαίρι σε μια τέτοια παράδοση δημητριακών, βρέθηκα για δεύτερη φορά, αλλά ως επισκέπτης πλέον στη Θεσσαλονίκη. Αφού ήταν πρωί όταν φτάσαμε εκεί, δοκίμασα και το εμφιαλωμένο αγελαδινό γάλα που μου προσέφεραν.
Μη μπορώντας όμως να ανεχτώ τη γεύση του, συνηθισμένος στο κατσικίσιο που πίναμε εμείς στο χωριό μας, το έκανα εμμέσως εμετό, τεντώνοντας έτσι τα νεύρα του πατέρα μου.
Με κείνη την ευκαιρία επισκέφθηκα τότε και την διεθνή έκθεση, όπου θάμπωσαν τα παιδικά μου μάτια από τα τόσα πολλά πράγματα που έβλεπα να είναι συγκεντρωμένα, σε ένα τόσο μεγάλο και φωτισμένο χώρο.
Στην γενέτειρα μας στον Σοχό υπήρχε από τότε η Δ.Ε.Η., η οποία και ηλεκτροδοτούσε όλο το χωριό από μια πετρελαιοκίνητη ηλεκτρική μονάδα. Στον Ασκό όμως, στο χωριό που είχαμε το μπακάλικο δηλαδή, δεν είχαμε ακόμη ρεύμα από πουθενά, γι’ αυτό και μόλις βράδιαζε άναβαν οι νοικοκυρές τις γκαζόλαμπες στα σπίτια τους.
Εμείς για περισσότερο φωτισμό ανάβαμε δύο λουξ πετρελαίου στο μαγαζί και τα ραδιόφωνα, όπως αυτό που είχαμε εκεί, δούλευαν τότε μόνον με τις μπαταρίες ξηρού φορτίου.
Βλέπαμε να ανάβουν λάμπες με ρεύμα τότε μόνον, όταν ερχόταν εκεί ο στρατός για ασκήσεις ή όταν το στρατιωτικό κινηματογραφικό συνεργείο μας έφερνε μια φορά την εβδομάδα να δούμε ταινίες, τις οποίες και μας πρόβαλε πότε σε υπαίθριο και πότε σε κλειστό χώρο.
Παρακολουθώντας λοιπόν όπως όλα τα παιδιά τη στρατιωτική άσκηση που έγινε εκείνο το καλοκαίρι στο χωριό μας, πήρα κι εγώ μαζί με τους στρατιώτες τα πρώτα μου απλά μαθήματα ηλεκτρολογίας.
Τα μαθήματα δηλαδή που έκανε ένας λοχίας στους στρατιώτες και τους έδειχνε εκεί, πως παράγεται το ρεύμα από γεννήτρια, πως αποθηκεύεται αυτό στη μπαταρία και πως μέσα από τα καλώδια μεταφέρεται αυτό στις λάμπες, όπου και μετατρέπεται σε φως.
Μετά από εκείνα τα πρώτα μαθήματα όμως, μάζευα όλες τις παλιές μπαταρίες των ραδιοφώνων και έπαιζα με αυτές τον ηλεκτρολόγο. Μαζί μ’ αυτό, έπαιζα και τον σιδερά, αφού βοηθούσα στις εργασίες του καροποιού που ήταν δίπλα από το μαγαζί μας. Με φώναζε αυτός όταν χρειαζόταν βοήθεια και έτσι βοηθώντας τον, έμαθα και την τέχνη του σιδερά, όσο βέβαια ήταν δυνατόν αυτό.
Με κείνες τις γνώσεις όμως, έφτιαχνα εγώ τα παιχνίδια μου από χοντρό σύρμα, αφού μαζί με τα άλλα είχαμε και οικοδομικά υλικά στο μπακάλικο μας. Φτιάχναμε τα παιχνίδια μας μόνοι μας τότε, αφού δεν υπήρχαν έτοιμα στα καταστήματα και αυτά πάλι τα κάναμε μόνοι μας και με όποια υλικά βρίσκαμε πρόχειρα μπροστά μας.
Για ευνόητους λόγους όμως και όταν πλησίαζε ο καιρός της συγκομιδής, μας επισκεπτόταν τότε και οι τσιγγάνοι με τις αρκούδες τους. Τις έφερναν βόλτα στις γειτονιές και κάτω από τον ήχων των τραγουδιών και των απαιτήσεων των τσιγγάνων, έκαναν κινήσεις με τα χέρια τους, υποδηλώνοντας τον τρόπο που μακιγιάρονταν οι γνωστοί μας ηθοποιοί.
Εκτός από αυτό, μερικοί από τους ηλικιωμένους ανθρώπους, είχαν τότε στη συνήθειά τους το να επιτρέπουν σε κείνες τις υπέρβαρες αρκούδες να ανεβαίνουν επάνω τους ολόκληρες και να τους πατούν, για ιαματικούς λόγους όπως τους το τόνιζαν και οι τσιγγάνοι, με το αζημίωτο βέβαια.
Μαζί με τις αρκούδες όμως, έβγαιναν στους δρόμους και οι τσιγγάνες, επιδιώκοντας να φανερώσουν τη μοίρα σε όσους από τους ανθρώπους το ήθελαν και δεν ξέρω για ποιο λόγο, αλλά τις πίστευαν μερικοί και όχι μόνον, αλλά περίμεναν μετά να δουν και αυτά που έβλεπαν στα χέρια τους οι τσιγγάνες.
Σε μια τέτοια εξόρμηση που έκαναν αυτές εκείνο το καλοκαίρι στο χωριό μας, βρήκαν μόνο μου κι εμένα μια μέρα έξω από το μπακάλικο, γι’ αυτό και αμέσως με πλησίασαν. Καθώς είχα εντολή εγώ από τον πατέρα μου όμως, κλείδωσα τη πόρτα του μπακάλικου μόλις τις είδα να έρχονται και δεν τις έβαζα να μπουν μέσα, όσο και αν επέμεναν αυτές ότι ήθελαν δήθεν να ψωνίσουν πράγματα.
Εκεί που με τριγύριζαν λοιπόν και με πίεζαν να τις ανοίξω το μπακάλικο, άρπαξε μια από αυτές και το δικό μου χέρι και πριν προλάβω να το τραβήξω, την άκουσα να λέει και σε μένα τα γνωστά.
– Να δω το μοίρα σου. Να δω το ριζικό σου.
Όταν άνοιξε όμως αυτή τη παλάμη μου, κάτι παρατήρησε εκεί, γι’ αυτό και αμέσως παράτησε το χέρι μου. Λέγοντας μετά κάτι στη γλώσσα τους με τις άλλες τσιγγάνες, έφυγαν όλες μαζί από κοντά μου και μάλιστα τρέχοντας.
Παραξενεύτηκα εγώ όταν τις είδα να τρέχουν έτσι στα καλά καθούμενα και μη μπορώντας να εξηγήσω τη συμπεριφορά τους, υπέθεσα ότι κάτι κακό μάλλον είδαν αυτές στο χέρι μου, γι’ αυτό και έφυγαν από κοντά μου τρέχοντας μη θέλοντας να μου το ανακοινώσουν.
Αφού υπέθετα ό,τι ήθελα, ή ότι φοβήθηκα, επηρεάστηκα αρκετά από κείνη τη συμπεριφορά, γι’ αυτό και ένιωθα να με τριγυρνά ένας απροσδιόριστος φόβος από εκεί και μετά και μάλιστα για αρκετό καιρό.
Έμεινα λοιπόν να απορώ με εκείνο το περιστατικό, όπως έμειναν και αυτές να με φοβούνται, γι’ αυτό και δεν με πλησίαζαν όταν έβλεπαν να βρίσκομαι καθισμένος στη καρέκλα μου όπως πάντα έξω από το μαγαζί.
Μια μέρα όμως που εγώ βρισκόμουν μέσα σ’ αυτό και έκανα κάποια δουλειά εκεί, στάθηκε στη πόρτα του καταστήματος μας μια γυναίκα και έτσι όπως την είδα, μου φάνηκε κάπως αλλιώτικη.
Στεκόταν αμίλητη και είχε τεντωμένο το χέρι της προς επαιτεία, όπως ακριβώς κάνουν και οι ζητιάνες. Τη χαρακτήρισα αλλιώτικη, γιατί αν και ήταν απλά και φτωχικά ντυμένη εκείνη η γυναίκα, δεν έμοιαζε καθόλου με ζητιάνα. Και όταν πάλι τη πρόσεξα καλύτερα, παρατήρησα ότι τα δικά της μάτια ήταν τόσο νεανικά και τόσο καθαρά, που έμοιαζαν με παιδικά.
Ήταν αρκετά μεγάλη για να έχει τέτοια μάτια, γι’ αυτό και παραξενεύτηκα ακόμη περισσότερο με τη παρουσία της εκεί. Σε κανέναν άλλον άνθρωπο δεν είχα παρατηρήσει τα χαρακτηριστικά των ματιών της και η ομορφιά τους, δεν είχε καμιά σχέση με τα ωραία μάτια της πολύ όμορφης και νεαρής δασκάλας του νηπιαγωγείου μας.
Αφού είχε όμως το χέρι της τεντωμένο προς επαιτεία, της έδωσα κάτι εγώ και αφού το πήρε αυτή, έφυγε αμέσως και όπως ήρθε, αμίλητη.
Εντυπωσιασμένος λοιπόν από το παρουσιαστικό της, βγήκα έξω από το μαγαζί, θέλοντας να τη ξαναδώ.
Έτρεξα σχεδόν πίσω της, αλλά πουθενά δεν την είδα. Όσο και αν βάδιζε γρήγορα αυτή, δεν θα μπορούσε να κάνει παραπάνω από πέντε ή έξη βήματα μέχρι να βρεθώ κι εγώ έξω, αλλά και εικοσιπέντε να είχε κάνει, θα φαινόταν από όπου κι αν έφευγε, αφού το μαγαζί μας ήταν σε σταυροδρόμι και τίποτε δεν υπήρχε εκεί που θα μπορούσε να την κρύψει ώστε να μη γίνει αντιληπτή.
Δεν έδωσα μεγαλύτερη σημασία σ’ εκείνο το γεγονός, γι’ αυτό και αφού το άφησα να ξεχαστεί, συνέχισα τις υποχρεώσεις μου στο μαγαζί, δεδομένου ότι είχα να βάλω αρκετό από το χύμα σιτάρι στα σακιά, όπως και να τα ράψω με την σακοράφα.
Κύλησε ο καιρός όμως και όπως ήρθε γρήγορα εκείνο το καλοκαίρι, το ίδιο γρήγορα και πέρασε αυτό, γι’ αυτό και άφησε τη σκυτάλη του χρόνου να την παραλάβει το φθινόπωρο. Μαζί με αυτό και με τη νέα σχολική περίοδο, βρέθηκα κι εγώ όπως ήταν και αναμενόμενο, να παρακολουθώ τα μαθήματα της τετάρτης τάξης του δημοτικού.
Μας ανέλαβε νέος δάσκαλος τότε και αυτός πάλι, ήταν πολύ σκληρός με τα παιδιά. Και ήταν τόσο σκληρός αυτός, πού καθόλου δεν υπολόγιζε το πόσο πονούν οι ξυλιές με βέργα κρανιάς στα χέρια, μπροστά στο να μάθουν οι μαθητές του πως γράφονται οι λέξεις με ορθογραφία.
Ωστόσο, τα προβλήματα υγείας που είχα με ακολουθούσαν αμείλικτα και ο χειμώνας που μας ήρθε γρήγορα, ήταν πολύ βαρύς, με πολλά χιόνια και πολύ κρύο. Η γιαγιά μου ως συνήθως, δεχόταν επισκέψεις στο σπίτι. Η μητέρα μου όπως πάντα, ανεβοκατέβαινε τις σκάλες μια στο μαγαζί και μια στο σπίτι. Και ο πατέρας μου, που είχε τα μάτια του στραμμένα στα ράφια του μπακάλικου, έψαχνε συνεχώς να βρει με ποιο νέο είδος θα μπορούσα να τα γεμίσει.
Η μεγαλύτερη από τις αδελφές μου, που ήταν μικρότερη από μένα, παρακολουθούσε τότε τα μαθήματα της πρώτης τάξης του δημοτικού, ενώ η μικρή μας και τρίχρονη αδελφή, σκόνταψε ένα απόγευμα και χωρίς να το επιδιώκει, κάθισε μέσα στο μαγκάλι με τα αναμμένα κάρβουνα.
Είχαμε το μαγκάλι τοποθετημένο σε μια γωνιά του σαλονιού μας, προκειμένου να ενισχύουμε το καθιστικό μας με επιπλέον ζέστη, γιατί η μεγάλη μας μαντεμένια ξυλόσομπα δυσκολευόταν να αντεπεξέλθει των υποχρεώσεών της, όταν έκανε όπως και τότε πολύ κρύο.
Εκείνο το χειμώνα, έμαθα να βάζω κι εγώ παγίδες στα χιόνια, όπως έκαναν και τα άλλα παιδιά, για να πιάνω με αυτές τα πεινασμένα σπουργίτια. Από την μια έκλαιγα όταν αναγκαζόμουν να τα σκοτώσω και από την άλλη τα έψηνα στη σόμπα και τα έτρωγα.
Κάπως έτσι ζούσαμε λοιπόν εμείς και κάπως έτσι πέρασε και εκείνος ο χειμώνας, μέχρι που φτάσαμε στην Άνοιξη. Μπαίνοντας όμως αυτή και καθώς ήταν προγραμματισμένο αυτό, μετέφερε ο παπάς του χωριού μας όλες τις εικόνες από τη παλιά και μικρή μας εκκλησία και με την βοήθεια των συγχωριανών μας, τις τοποθέτησε σε μια πολύ μεγαλύτερη, νέα και από καιρό πριν ετοιμασμένη.
Την έχτισαν αυτή στο κέντρο του χωριού μας και μάλιστα σε πολύ περίοπτη θέση, έτσι ώστε να μοιράζονται δίκαια την απόσταση οι πιστοί και όπως ήταν αναμενόμενο, όλες οι εικόνες στάθηκαν υπομονετικά στη νέα θέση που τις τοποθέτησαν.
Η εικόνα της Παναγίας όμως, παρά τις προσπάθειες του παπά μας, δεν ήθελε να μεταφερθεί στη νέα εκκλησία και όπως άκουγα να διαδίδεται αυτό τότε από τους συγχωριανούς μας, τρεις φορές τη τοποθέτησαν στο νέο χώρο της και τρεις φορές αυτή επέστρεψε πίσω και στην παλιά της εκκλησία.
Για να το σταματήσουν αυτό οι άνθρωποι, πήραν την απόφαση να κάνουν λιτανεία στη Παναγία μας και να Τη παρακαλέσουν, ώστε να δεχθεί τη νέα θέση που Της πρότειναν. Μετά από εκείνη τη λιτανεία, στάθηκε η εικόνα Της στο νέο χώρο, γι’ αυτό και από τότε βρίσκεται εκεί και στην ίδια θέση.
Όταν ήρθε ο καιρός της γιορτής Της, την Παρασκευή της διακαινησίμου δηλαδή, πανηγύρισαν την εικόνα Της οι πιστοί με πολύ λαμπρότητα και με κατάνυξη όπως πάντα.
Μιχάλης Αλταλίκης