Η Πρώτη Μου Γνωριμία Με Την Σχιζοφρένεια

  Ένα πρωινό λοιπόν, περνούσα συμπτωματικά από την γειτονιά του ζωγράφου φίλου μου και συνοδοιπόρου στα πνευματικά αδελφού μου κι αφού τον θυμήθηκα, σκέφτηκα να του κάνω μια επίσκεψη, προκειμένου να διαβάσω και λίγο από την καινή διαθήκη, από αυτήν δηλαδή που αυτός μου διέθετε εκεί, έως ότου πιώ τον καφέ που πάντα μου προσέφερε.

Μπαίνοντας στο ατελιέ του όμως, τον είδα να βγαίνει φουριόζος έξω από αυτό, προκειμένου να πάει σε κάποια επείγουσα δουλειά όπως μου έλεγε. Μιας και με είδε μπροστά του λοιπό, με παρακαλούσε να μείνω για λίγο μόνος μου στο ατελιέ του μέχρι να επιστρέψει, αφού όπως υπολόγιζε καθόλου δεν θα καθυστερούσε την επιστροφή του.

Και για να με κρατήσει στα σίγουρα εκεί, μου έδειχνε την καινή διαθήκη που είχε τοποθετημένη πάνω στο μικρό τραπεζάκι του και δίπλα από την παλιά του πολυθρόνα, προτρέποντας μου συγχρόνως να διαβάζω μέσα από αυτήν μέχρι να επιστρέψει αυτός, οπότε θα μου έκανε και καφέ.

Κάθισα λοιπόν στην πολυθρόνα του και περίμενα να επιστρέψει αφού μου το ζήτησε, αλλά κι αμέσως σχεδόν επιδόθηκα στο διάβασμα όπως πάντα, απολαμβάνοντας την ησυχία του χώρου του, αλλά και χωρείς να με απασχολούν οι περίεργες ζωγραφιές του, αυτές που είχε σε κάδρα και κρεμασμένες στους τοίχους του.

Και ήταν όντως περίεργες αυτές, όπως σας το ανάφερα κι αυτό στα προηγούμενα, δεδομένου ότι παρουσίαζε πολλούς Αγίους στις ζωγραφιές του, οι οποίοι, ήταν συνωστισμένοι κι ανακατεμένοι για τους δικούς του λόγους, με πολλά και σε διάφορους σχηματισμούς σύννεφα.

Ανάμεσα σε αυτές όμως, του έδωσα και μια δική μου ζωγραφιά να κρεμάσει σε μια πλευρά του τοίχου του, από αυτές δηλαδή που αυτός μου ζήτησε να δει, στην προσπάθειά του να καταλάβει, τί περίπου ζωγράφιζα εγώ στα πρόχειρα χαρτιά που χρησιμοποιούσα στο γραφείο μου, όταν μιλούσα στο τηλέφωνο με τους πελάτες μου.

Ανάλογα με ποιον μιλούσα δηλαδή και με τί θέμα είχα να ασχοληθώ μαζί του, όσο μιλούσα με, έκανα εγώ κάποια σχέδια με τον στυλό μου, έτσι, χωρείς να τα σκέφτομαι, πολλά από τα οποία ήταν ωραία σαν σύνολο σχημάτων κι έμοιαζαν με ζωγραφιές.

Μάζευα λοιπόν αυτά τα σχέδια τα οποία και κρατούσα μονίμως μάσα στην επαγγελματική μου τσάντα, επειδή και σε μένα άρεσαν σαν ζωγραφιές, τις οποίες βέβαια ονόμαζε αυτός, αυτόματη γραφή.

Ένα από αυτά όμως του άρεσε περισσότερο, γι’ αυτό και μου ζήτησε να του το αποτυπώσω σε ένα κάδρο που μου έδωσε κι αφού του το έκανα, το κρέμασε μετά στον τοίχο του. Όποιος όμως έμπαινε στο ατελιέ του, προκειμένου να δει τα δικά του έργα, καθόταν και μπροστά στο δικό μου κάδρο και για αρκετό χρόνο μάλιστα έψαχνε να βρει μέσα σ’ εκείνο το αυτόματης γραφής σχέδιο, κάτι που αυτός υπολόγιζε ότι έπρεπε να βρεί.

Βλέποντας το ενδιαφέρον τους λοιπόν, προσπαθούσε να πουλήσει εκείνο τον πίνακα ο ζωγράφος και να τον πουλήσει μάλιστα τόσο, όσο αυτός νόμιζε ότι άξιζε αλλά ποτέ δεν τα κατάφερε, επειδή οι ενδιαφερόμενοι δεν ήξεραν τίποτε για τον άγνωστο ζωγράφο και την ζωή του.

Με έβλεπαν βέβαια αυτοί όταν βρισκόμουν στο ατελιέ του ζωγράφου και πολλές φορές πίναμε καφέ μαζί, αλλά αγνοώντας αυτοί την δική μου καλλιτεχνική δράση, τίποτε δεν μου έλεγαν. Κι εγώ όμως, εσκεμμένα κρατούσα μυστική την ταυτότητά μου κι όπως το συνήθιζα, σπούδαζα από τις δικές τους αντιδράσεις.

Την ημέρα που αναφέρομαι όμως, ήμουν αρκετά απορροφημένος από αυτά που διάβαζα, γι’ αυτό και μετά βίας άκουσα τα βήματα κάποιου που κατέβαινε τις σκάλες του υπόγειου ατελιέ, αλλά και καμιά σημασία δεν έδωσα στο ποιος θα μπορούσε να ήταν, θεωρώντας μάλλον ότι επέστρεψε τελικά ο ζωγράφος, αφού μου υποσχέθηκε ότι θα το έκανε γρήγορα.

Αντί αυτού όμως, άκουσα την φωνή κάποιου αγνώστου, ο οποίος και ζητούσε να μάθει, που βρισκόταν ο ζωγράφος. Πριν του απαντήσω βέβαια, σήκωσα το κεφάλι μου να τον δω, οπότε και του έλεγα με σιγουριά κι εγώ, ότι θα επιστρέψει αμέσως.

Βλέποντας όμως αυτός να κρατώ ένα ανοικτό βιβλίο, ενδιαφέρθηκε να μάθει τι διάβαζα με τόσο ενδιαφέρον κι έτσι πιάσαμε την κουβέντα. Από τον τρόπο που μιλούσε κι από το βάθος της κουβέντας που έπιανε, μου φάνηκε ότι ήταν πολύ συγκροτημένος για την ηλικία του, γι’ αυτό και δεν δίστασα να τον επαινέσω.

– Μπράβο σου. Αν και είσαι νεαρός, εμβαθύνεις στο θέμα και ξέρεις πολύ καλά και τι λες και τι ακριβώς ευνοείς με αυτό που λες. Μακάρι όλα τα παιδιά τις ηλικίας σου να σε έμοιαζαν και μακάρι να μπορούσα κι εγώ αν και μεγαλύτερος ηλικιακά από σένα, να είχα αυτήν την καθαρότητα στην σκέψη που έχεις και τη δυνατότητα που ο συγκροτημένος λόγος σου έχει, να αποδίδει απόλυτα το εδραιωμένο σκεπτικό σου.

Χαμογέλασε βέβαια αυτός με όσα άκουσε να του λέω, αλλά και με πολλή καθαρή άρθρωση μου απαντούσε. Τεταρτοετής στην φιλοσοφική σχολή της Θεσσαλονίκης είμαι και μάλιστα υπότροφος. Είναι δυνατόν να μην ξέρω τι λέω και πως να στηρίξω αυτό που πράγματι και αληθινά συμβαίνει γύρο μου; Όσο για τον τρόπο της έκφρασης μου, μην απορείς και πολύ, γιατί με τόσα που διαβάζω και αποδίδω κάθε μέρα, σίγουρα μπορώ και να τα εκφράσω απόλυτα σωστά.

– Μετά από όσα ακούω. Του έλεγα και πάλι ενθουσιασμένος μαζί του. Δεν έχω παρά να σε θαυμάζω, αλλά και να ελπίζω μάλιστα, ότι υπάρχουν κι άλλοι σαν κι εσένα στο πανεπιστήμιο, πάνω στους οποίους θα χρειαστεί να στηριχθούμε εμείς και σαν άνθρωποι και σαν λαός αυτής πατρίδας, η οποία βεβαίως κι έχει ανάγκη από τέτοιους νέους ανθρώπους σαν κι εσένα.

Πάλι χαμογέλασε αυτός με όσα του ανακοίνωνα, αλλά και πικρόχολα κάπως μου ανάφερε το πρόβλημά του, για το οποίο βέβαια, καθόλου δεν χάρηκα, αλλά κι απίστευτο μου φάνηκε

– Έτσι που το λες είναι και πράγματι υπάρχουν πολλοί φοιτητές της δικής μου κατηγορίας, οι οποίοι και αξιόλογοι είναι και πολλά έχουν να προσφέρουν στην πατρίδα μας, η οποία ασφαλώς και έχει να ωφεληθεί πολλά από αυτούς, δεδομένου ότι όλοι τους είναι άριστοι.

Για εμένα ιδικά όμως δεν μπορεί να ισχύσει αυτό, για τον λόγο ότι πάσχω από σχιζοφρένια, εξαιτίας της οποία και δεν θα μπορέσω να αποδώσω τα αναμενόμενα. Είμαι τρελός δυστυχώς, οπότε, ούτε εμένα θα μπορέσω να στηρίξω στο μέλλον, ούτε τους συνανθρώπους μου, αλλά ούτε και την πατρίδα μου, για την οποία πολύ καλά είπες κάποια στιγμή, όλοι έχουμε υποχρέωση να την στηρίζουμε, από όποια θέσει κι αν βρεθούμε στην επαγγελματική μας ζωή.

Η αλήθεια τώρα είναι, ότι όχι μόνον δεν κατάλαβα τι ακριβώς μου έλεγε εκείνος ο νεαρός, αλλά κε γέλασα κάπως με την αναφορά που μου έκανε για την τρέλα που είχε, αγνοώντας εντελώς βέβαια την ιδιομορφία της ασθένειάς του, οπότε και του έλεγα προβληματισμένος. Μα, αν εσύ είσαι τρελός ρε παλικάρι, τότε εγώ είμαι τελείως παλαβός κι αν όλοι οι τρελοί του κόσμου είναι σαν εσένα, τότε να τρελαθώ κι εγώ προκειμένου να σε μοιάζω.

Μετά από την νέα μου τοποθέτηση, σοβάρεψε αυτός τον λόγο του, αλλά και κάπως αυστηρός μου φάνηκε στην συνέχεια όταν έλεγε. Εσύ τα λες αυτά, σε σύγκριση με όσα ακούς να σου λέω, αλλά δεν έχεις ηδέα του τι είναι τρελός κι ως εκ τούτου, μακαρίζεις εμένα επειδή θαυμάζεις τον τρόπο που σκέπτομαι κι εκφράζομαι.

Μα αφού σου είπα ότι είμαι υπότροφος φοιτητής της φιλοσοφικής σχολής, είναι δυνατόν να μην ξέρω τι λέω; Κι επειδή θαυμάζεις εσύ αυτό που βλέπεις σ’ εμένα, είναι λόγος αυτός να αποκλείεις το ενδεχόμενο του να είμαι εγώ τρελός;

Σοβάρεψε βέβαια αυτός τον λόγο του αλλά κι εγώ δεν μπορούσα να δικαιολογήσω την ύπαρξη της τρέλας σε ένα τόσο συγκροτημένο μυαλό, οπότε αυθόρμητα και πάλι του έλεγα. Μα αν ένα τέτοιο μυαλό σαν το δικό σου είναι τρελό, τότε το δικό μου μυαλό σαν τι να είναι άραγε;

Κατάλαβε ο φοιτητής το μπέρδεμά μου και με κατανόηση έως ένα βαθμό προσπαθούσε να εμπλουτίσει τις γνώσεις μου επί του θέματος, αλλά κι άρχισε και να εκνευρίζεται κάπως με την επιμονή μου, αν κι άρχισε πια να μου εξηγεί τι ακριβώς είναι η σχιζοφρένια.

– Εσύ μπερδεύεις τον παλαβό με τον τρελό. Έχεις δει προφανώς να κάνουν μερικοί άνθρωποι παλαβά πράγματα και είπες μέσα σου σαν όλους τους άλλους, ότι αυτός είναι τρελός. Λοιπόν. Να ξεκαθαρίσουμε κάτι. Δεν έχει καμιά σχέση ο παλαβός με τον τρελό.

Βλέπεις τον πρωθυπουργό μας πόσο έξυπνος είναι; Αυτός ο πανέξυπνος άνθρωπος λοιπόν, πάσχει από την ίδια με μένα σχιζοφρένεια και παίρνει την ίδια με μένα φαρμακευτική αγωγή. Αυτόν δηλαδή που γνωρίζεις ως πρωθυπουργό μας, τον παρακολουθούν όχι ένας, αλλά τρεις ψυχίατροι και παίρνει ανελλιπώς σαν κι μένα τα φάρμακά του. Αν δε και δεν τα πάρει, ξέρεις πόσα παλαβά μπορεί να κάνει; Γι αυτό λοιπόν μην με θαυμάζεις, γιατί όπως σου εξήγησα, είμαι όντως τρελός.

Μου ανέφερε στην συνέχεια και το είδος της σχιζοφρένιας του, όπως και το όνομα των φαρμάκων που έπαιρνε, αλλά δεν τα συγκράτησα, επειδή μου ανάφερε ότι κι ο πρωθυπουργός μας ήταν ομοιοπαθής. Τα έχασα με λίγα λόγια για όσα άκουσα και χωρείς να το θέλω, έλεγα φωναχτά πια αυτά που σκεπτόμουν.

– Δεν ξέρω τίποτε για την σχιζοφρένιά σου, όπως και γι’ αυτήν που μου ανάφερες για τον πρωθυπουργό μας. Αλήθεια όμως, αδυνατώ να συγκρίνω εσένα και τον πρωθυπουργό μας με κάποιον τρελό, όπως εγώ τουλάχιστον τους γνωρίζω. Εγώ συγκεκριμένα, μπορεί να είμαι κατά κάποιον τρόπο τρελός, αλλά ούτε αυτός, ούτε εσύ μου φαίνεσαι για τέτοιος.

Μπροστά στην δική μου επιμονή όμως, δεν μπόρεσε να αντέξει ο νεαρός σχιζοφρενής, οπότε άρχισε να φωνάζει δυνατά πια στην προσπάθειά του να με μεταπείσει. Εσύ λες, ότι είσαι τρελός. Εγώ όμως είμαι. Το καταλαβαίνεις αυτό ή όχι;

Η άγνοιά μου ήταν μεγάλη όπως καταλαβαίνετε, οπότε, έκανα το πράγμα ακόμη χειρότερο από πριν, αφού επέμενα να του φέρνω αντιρρήσεις. Μα πως είναι δυνατόν να είσαι τρελός εσύ, με ένα τέτοιο τετραγωνισμένο μυαλό και να μην είμαι εγώ, που πολλές φορές βλέπω ότι το χάνω;

Αγανακτισμένος πια μαζί μου ο νεαρός, έβαλε βιαστικά το χέρι του στην εσωτερική τσέπη του σακακιού του κι από εκεί μέσα, έβγαλε ένα φίλο χαρτιού το οποίο και ξεδίπλωσε πολύ νευρικά. Όταν το ξεδίπλωσε όμως το έπιασε από την κορυφή του και με τεντωμένο το χέρι του, αλλά και ανοιχτή την παλάμη του, μου κώλυσε το χαρτί στα μούτρα, ενώ μου έλεγε πολύ θυμωμένος. Έχεις τέτοιο χαρτί;

Τράβηξα σοκαρισμένος το χαρτί από τα μούτρα μου λόγο της βίαιης συμπεριφοράς του κι όπως όφειλα να κάνω, το κοίταξα για λίγο. Μόλις όμως πρόλαβα να διαβάσω τα μεγάλα τουλάχιστον γράμματα που ήταν εκεί σαν επικεφαλίδα κι έγραφαν εξιτήριο από το δημόσιο ψυχιατρείο Θεσσαλονίκης, τότε πείστηκα για τα καλά πλέον ότι μάλλον ήταν τρελός, οπότε του το επέστρεψα λέγοντας. Όχι, δεν έχω.

Με έκδηλη πλέον την τρέλα στο πρόσωπό του, δίπλωνε ξανά το εξιτήριο του κι ενώ το έβαζε στην τσέπη του, με θυμό μου έλεγε. Δεν έχεις λοιπόν. Αφού δεν έχεις τέτοιο χαρτί, τότε δεν είσαι τρελός. Εγώ που έχω όμως είμαι κι εσύ με τρέλανες τώρα με την επιμονή σου.

Αφού μου έδωσε μια δυνατή σπρωξιά στην συνέχεια και κόλλησα εξαιτίας της στον τοίχο που υπήρχε πίσω μου, έφευγε από τον χώρο του ατελιέ γρήγορα αλλά και φωνάζοντας. Εσύ, δεν είσαι τρελός. Εγώ όμως είμαι. Το κατάλαβες τώρα;

Βγαίνοντας στον δρόμο ο φοιτητής, συνάντησε τον ζωγράφο που επέστρεφε κι αφού έσπρωξε κι αυτόν έφυγε τρέχοντας. Κατέβαινε τα σκαλοπάτια ο ζωγράφος ανήσυχος μήπως και μου έκανε κανένα κακό εκείνος ο τρελός φοιτητής, τον οποίο δεν έτυχε να συναντήσω άλλη φορά κι έτσι, δεν έμαθα τίποτε γι’ αυτόν και την σχιζοφρένεια του, όπως και πως αντιμετωπίζετε.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *