Η Πρώτη Μου Επίσκεψη Στο Άγιο Όρος      

  Αφού λοιπόν προγραμμάτισα την πρώτη μου επίσκεψη στο Άγιο όρος, σηκώθηκα ένα πρωινό του Γενάρη και παίρνοντας το αυτοκίνητο μου, κατευθύνθηκα προ την Ουρανούπολη. Ακολουθώντας δε τις πληροφορίες που συγκέντρωσα από φίλους και γνωστούς στην συνέχεια, όπως και τον παλιό δρόμο που οδηγούσε προς τον Πολύγυρο, έφτασα μετά από πολλές στροφές κι ανηφόρες, στην ορεινή πόλη της Αρναίας.

Κατηφορίζοντας τον δρόμο που οδηγούσε προς τα παραθαλάσσια χωριά της περιοχής, περνούσα μέσα από το πανέμορφο ορεινό και αρκετά χιονισμένο θα έλεγα τοπίο εκείνης της περιοχής, το οποίο βέβαια, για πρώτη μου φορά το έβλεπα. Δεν ήξερα την διαδρομή που ακολουθούσα, αλλά ούτε και την απόσταση ήξερα πηγαίνοντας προς την Ουρανούπολη. Ροτόντας όμως αυτούς που μου είπαν ότι μάλλον την ήξεραν καλά, πληροφορήθηκα ότι είχα να διανύσω με το αυτοκίνητό μου, μια τρίωρη περίπου διαδρομή.

Επειδή δεν ήθελα να βρίσκομαι τόσες πολλές ώρες, πάνω σ’ εκείνους τους άγνωστους για εμένα, αλλά και χιονισμένους όπως σας είπα ορεινούς δρόμους, ζόριζα λίγο το μικρό μου αυτοκίνητο, ώστε να κάνει την διαδρομή μου κάπως συντομότερη αν μπορούσε.

Έτσι ζορισμένα λοιπόν κατέβηκα από τα ορεινά κι όταν βρέθηκα στα πεδινά πια και στα παραθαλάσσια, πέρασα γρήγορα μέσα από την Ιερισσό, όπως κι έξω από τα Νέα Ρόδα βέβαια και μετά από λίγο, μπήκα φορτσάτος θα έλεγα σε έναν άλλον οικισμό. Δεν πρόλαβα να διαβάσω την ταμπέλα του, αλλά μάλλον Ουρανούπολη μου φάνηκε ότι έγραφε.

Μου έκανε εντύπωση το γεγονός, ότι βρέθηκα τόσο γρήγορα στον προορισμό μου, γι’ αυτό και κοίταξα το ρολόι μου πρώτα να βεβαιωθώ, αν πράγματι είδα καλά το όνομα του οικισμού που αναφερόταν σ’ αυτήν. Κοιτώντας λοιπόν το ρολόι μου, εκτιμούσα στα γρήγορα, ότι έκανα εκείνη την διαδρομή σε μία ώρα και δέκα λεπτά. Είπα να κλέψω δέκα, άντε είκοσι λεπτά, τρέχοντας πάνω σε χιονισμένο οδόστρωμα, αλλά όχι και να φτάσω δύο ώρες νωρίτερα.

Αυτό μελετώντας εκείνη την στιγμή, μάλλον πίστεψα ότι δεν είδα καλά την ταμπέλα, οπότε, φρενάρισα απότομα το αυτοκίνητό μου, προκειμένου να την διαβάσω ξανά. Έκανα λοιπόν πίσω στην συνέχεια κι όταν βρέθηκα δίπλα της, είδα ότι πράγματι έγραφε Ουρανούπολη στο πλαίσιό της.

Βλέποντας όμως και την διαφορά ώρας που μου προέκυψε, με το δίκαιό μου πια έλεγα στον εαυτό μου. Μα, από ποιόν δρόμο έρχονται όλοι αυτοί εδώ, και κάνουν την ίδια διαδρομή σε τρεις ώρες; Δεν πίστευα δηλαδή αυτά που έβλεπα να γίνονται εκεί, γι’ αυτό κι όταν πια βρέθηκα στην παραλία και μέσα στον οικισμό της Ουρανούπολης, ρώτησα κάποιον που βρήκα να είναι ξυπνητός εκείνη την ώρα, αφού ήταν χαράματα ακόμη.

– Δεν μου λες ρε πατριώτη; Που βρίσκομαι; Μπήκα φορτσάτος στο χωριό σας και δεν είδα καλά την ταμπέλα που έχετε στην είσοδο.

Με άκουγε αυτός, αλλά κι αινιγματικά μου απαντούσε.

– Εσύ; Πού θέλεις να πας;

– Στην Ουρανούπολη. Του είπα αυθόρμητα.

– Εδώ είσαι. Μετά από δω όμως, δεν μπορείς να πας πουθενά αλλού.

Όταν τον άκουσα να μου λέει, ότι από κει που ήμουν, δεν θα μπορούσα να πάω πουθενά αλλού, τρόμαξα, γι’ αυτό και ανήσυχος πια του έλεγα.

– Μα εγώ θέλω να πάω στο Άγιο Όρος.

– Εκεί μπορείς να πας. Με διαβεβαίωνε αυτός. Με το καράβι που βλέπεις να είναι αραγμένο εκεί στην προβλήτα. Με αυτό μόνον μπορείς να πας εκεί. Κι ενώ μου έδειχνε το καράβι, μου πρόσθεσε στην συνέχεια κι όλα τα υπόλοιπα που θα ήθελα να πληροφορηθώ.

– Πολύ νωρίς όμως δεν ήρθες εδώ γι’ αυτήν την επίσκεψη; Έλα όμως τώρα να σου κάνω έναν καφέ και μετά θα σου πω εγώ, πότε και πως θα πας στο Άγιο όρος.

Άφησα λοιπόν το αυτοκίνητό μου σε μια άκρη που αυτός μου υπέδειξε κι ακολουθώντας τον, μπήκαμε μαζί στο καφενείο του, όπου και ήπιαμε μαζί τον πρωινό μας καφέ. Αφού τον ήπιαμε και μετά, ακολουθώντας τον και πάλι, με οδήγησε στο καράβι που θα έκανε την διαδρομή, όπου και μου έδειξε, πού εντός αυτού έπρεπε να τοποθετήσω τα κιβώτια, με τα προσωπικά πράγματα του πνευματικού μου όταν θα ερχόταν η ώρα.

Όταν τελικά ήρθε κι αυτή, δεν με άφησε μόνο μου. Ήρθε πάλι μαζί μου και με βοήθησε προκειμένου να μεταφέρω τα κιβώτια μου στο καράβι, αλλά και να τα τοποθετήσω στην θέση που πριν από λίγο μου υπέδειξε. Τον ευχαρίστησα δεόντως βέβαια, αλλά κι όταν ξεκίνησε πια το καράβι να κάνει την διαδρομή του, έπιασα μια γωνιά στο υποτυπώδες σαλόνι του κι εκεί μάλιστα που μου υπέδειξε να καθίσω κάποιος από το προσωπικό του.

Μαζί με τους πολύ λιγοστούς σαν κι εμένα επισκέπτες, ξεκινήσαμε κατά τις δέκα παρά τέταρτο το θαλάσσιο ταξίδι μας και σιγά, σιγά και μετά από δύο ώρες περίπου και αρκετές ενδιάμεσες στάσεις σε σκάλες μοναστηριών

φθάσαμε τελικά στο Άγιο Όρος, όπου και μας κατέβασαν στο κεντρικό λιμάνι του, αυτό της Δάφνης δηλαδή, όπως άκουσα από τους συνεπιβάτες μου να το ονομάζουν.

Η αλήθεια τώρα είναι, ότι δεν είδα και πολλά πράγματα κατά την διαδρομή, για τον λόγο ότι έκανε πολύ κρύο εκείνη την ημέρα και στριμωγμένος καθώς ήμουν μέσα στο καράβι, τίποτε δεν έβλεπα από τον περιβάλλοντα χώρο. Όταν κατεβήκαμε στην Δάφνη όμως, πλησίασα μια μικρή παρέα νεαρών που συνάντησα στον καταπέλτη του καραβιού, προκειμένου να πληροφορηθώ από αυτούς τουλάχιστον, τί έπρεπε να κάνω στην συνέχεια και πως θα έφτανα στον δικό μου προορισμό.

Από την συμπεριφορά τους και μόνον, πολύ καθαρά έδειχναν αυτοί, ότι τακτικοί επισκέπτες του Άγιο όρος ήταν, γι’ αυτό και δικαιολογημένα σκέφτηκα να ζητήσω την βοήθεια που χρειαζόμουν, αφού όπως σας είπα, εγώ τουλάχιστον πρώτη μου φορά το επισκεπτόμουν. Δέχτηκαν το αίτημά μου οι νεαροί κι ευχαρίστως μου είπαν να τους ακολουθήσω.

– Έλα μαζί μας. Θα πάμε πρώτα στην αστυνομία, από όπου θα πρέπει να πάρουμε τα διαμονητήρια μας πρώτα. Με αυτό στα χέρια μετά, μπορεί να πάει ο καθένας από εμάς, όπου θέλει.

Τους ακολούθησα λοιπόν κι όταν φτάσαμε εκεί, ζήτησε να μάθει και τον δικό μου προορισμό ο αστυνομικός που ετοίμαζε τα διαμονητήριά. Όταν του είπα ότι θέλω να πάω στην Μονή Γρηγορίου, μου έδωσε ένα έντυπο, πάνω στο οποίο είδα να αναφέρεται με μεγάλα γράμματα η λέξη Διαμονητήριο κι ενώ μου το έδινε, μου έλεγε και τι έπρεπε να κάνω στην συνέχεια.

– Με αυτό εδώ στα χέρια σου, θα πας και θα μπεις σε κείνο το ξύλινο σκάφος. Αυτό δηλαδή, που βλέπεις να είναι δεμένο, δίπλα από το καράβι που ήρθες. Όταν μπεις μέσα όμως, να πεις στον καπετάνιο ότι θέλεις να κατέβεις στην Μονή Γρηγορίου κι αυτός θα σε κατεβάσει στον προορισμό σου. Καθόλου μην ανησυχείς λοιπόν. Όλα είναι τακτοποιημένα.

Κι αφού έτσι έπρεπε να κάνω, πήγα αμέσως στο καΐκι που με υπέδειξε ο αστυνομικός και για την ασφάλειά μου, κάθισα δίπλα από τον καπετάνιο, αλλά και πάνω στον καναπέ που αυτός μου έδειξε να καθίσω, αυτόν δηλαδή που είχε το σκάφος του στην δεξιά του κουπαστή, όπως κι αυτόν που έβλεπα να έχει και στην αριστερή του πλευρά.

Έδωσα στην συνέχεια το αντίτιμο του εισιτηρίου που μου ζήτησε κι αφού του ανέφερα και τον προορισμό μου, αφέθηκα μετά ήσυχος να παρατηρώ στην συνέχεια, πως θα έκανε ο καπετάνιος την διαδρομή του. Αυτήν βέβαια, αμέσως σχεδόν ξεκίνησε να την κάνει, αφού μπήκαν πρωτίστως και οι υπόλοιποι επιβάτες στο ξύλινο καΐκι του.

Από όσα άκουσα τους επιβάτες τουλάχιστον να το λένε αυτό μεταξύ τους, η θαλάσσια διαδρομή που είχε να διανύσει εκείνο το καΐκι, ήταν μιας ώρας περίπου κι ότι θα τερμάτιζε στην μύτη της χερσονήσου του Άθου αλλά και κάτω από το ομώνυμο βουνό του, το οποίο έχει κοντά στα δυό χιλιόμετρα υψόμετρο.

Όσοι πάλι επέβαιναν στο καΐκι, άλλοι τέσσερεις δηλαδή εκτός από εμένα, καθόταν στριμωγμένοι πάνω στους πάγκους, προκειμένου να αποφύγουν το κρύο αεράκι που μας πιρούνιαζε. Αυτό ιδικά, ήταν αρκετά ενοχλητικό μπορώ να πω και μάλλον με υποχρέωνε να τρέμω, αν και ήμουν αρκετά καλά ντυμένος. Δεν μπορούσα να το αποφύγω όμως, αφού εκείνο το μικρό καΐκι δεν διέθετε εσωτερικό χώρο. Στήριζα ωστόσο την πλάτη μου πάνω σε έναν προστατευτικό σωλήνα που υπήρχε σκόπιμα πίσω από τον πάγκο, αλλά και πάλι κρύωνα.

Ο καπετάνιο βέβαια έκανε ήσυχος την διαδρομή του, μόνον που όπως τον παρατηρούσα, οδηγούσε πολύ κοντά στα βράχια το ξύλινο σκάφος του κι αυτό με έκανε να ανησυχώ είναι αλήθεια. Ήταν βαθιά και κατάμαυρα τα νερά της θάλασσας σ’ εκείνο το σημείο κι αυτό ήταν κάτι που ενίσχυσε κατά πολύ τους φόβους μου. Φοβόμουν δηλαδή, μη τυχών και βρούμε πάνω σε βράχια. Αυτός ήταν κι ο λόγος άλλωστε, που δεν άντεξα τον τρόπο του, οπότε του ζήτησα να μου εξηγήσει το λόγο που έκανε την διαδρομή του τόσο επικίνδυνη.

– Μη φοβάσαι εσύ. Έλεγε ήρεμα ο καπετάνιος. Εμείς ξέρουμε τι κάνουμε κι όπως σου είπα, θα σε πάω με ασφάλεια στον πορισμό σου.

Δεν ήμασταν και πολλοί πάνω στο σκάφος του όπως σας είπα κι όπως άκουσα να δηλώνου οι τρεις τουλάχιστον από αυτούς, θα πήγαιναν ποιο πέρα από την Μονή Γρηγορίου. Εγώ δήλωσα τον προορισμό μου, αλλά ο πέμπτος συνεπιβάτης μας ήταν πολύ περίεργος κι ακόμη δεν είχε αναφέρει στον καπετάνιο τον δικό του προορισμό, αν και πέρασε αρκετή ώρα από τότε που ξεκινήσαμε.

Σηκώθηκε όμως κάποια στιγμή από την θέση του κι άρχισε να περιφέρετε αμίλητος πάνω σ’ εκείνο το μικρό σκάφος, αλλά και αδιαφορούσε για τις εντολές του καπετάνιου, ο οποίος κάθε τόσο του ζητούσε να καθίσει κάτω. Άκουγε τον καπετάνιο, αλλά καμιά απάντηση δεν του έδινε. Αρκετά ενοχλημένος κι αυτός από την συμπεριφορά του, συνεχώς του ζητούσε να του πει τουλάχιστον, πού επιτέλους ήθελε να τον κατεβάσει. Μη παίρνοντας καμιά απάντηση και πάλι, έλεγε σ’ εμένα προβληματισμένος.

– Δεν είναι στα καλά του αυτός. Ξέρεις όμως πόσοι τέτοιοι παλαβοί σαν κι αυτόν έρχονται εδώ στο Άγιο Όρος;

– Μου κάνει εντύπωση. Του είπα κι εγώ. Ότι από την Ουρανούπολη που μπήκαμε στο καράβι και μέχρι τώρα, δεν έχει αφήσει λεπτό από τα χέρια του αυτό το καρό βαλιτσάκι που κρατάει και από τότε ακόμη τον βλέπω να κάνει συνεχώς τον σταυρό του.

– Από αυτό να καταλάβεις. Συμπλήρωσε ο καπετάνιος. Ότι πράγματι και είναι παλαβός.

Θυμωμένος όμως μαζί του, πάλι του έβαλε τις φωνές και πάλι του ζητούσε να καθίσει κάτω. Εκείνος όμως άχνα δεν έβγαζε. Τον αγνοούσε.

Θέλοντας να συμπαρασταθώ στον καπετάνιο, ο οποίος και με το δίκαιό του ανησυχούσε μη τυχών και χτυπήσει ο επιβάτης του πέφτοντας, έλεγα κι εγώ σ’ εκείνο τον νεαρό, ότι έπρεπε να καθίσει επιτέλους σε μια θέση.

Σ’ εμένα όμως απάντησε αυτός κι ενώ συνέχιζε να κάνει τις βόλτες του, μου έλεγε επιτακτικά.

– Εσύ. Να κοιτάς την δουλειά σου.

Θέλοντας να τον πειράξω και κάπως, του είπα ότι ήταν καλύτερα για όλους μας, να αφήσει κάτω την βαλίτσα του τουλάχιστον, αφού κανείς δεν θα του την έκλεβε. Δεν μου απάντησε αυτός και γέλασε ο καπετάνιος με τα καμώματα του, αλλά κι εγώ συνέχισα να τον πειράζω.

– Πες μας τουλάχιστον βρε παιδί, από που είσαι και πού θα πας με αυτήν την βαλίτσα στα χέρια;

– Εμένα που με βλέπεις. Απάντησε αυτός. Είμαι από την Πάτρα και ήρθα εδώ, για να γίνω μοναχός.

Παραξενεύτηκα από την απάντησή του, αλλά και δεν τον άφησα ήσυχο.

– Καλά. Όποιος είναι από την Πάτρα, έρχεται εδώ να γίνει μοναχός; Έτσι γίνονται δηλαδή μοναχοί οι άνθρωποι; Παίρνει ο καθένας μια βαλίτσα και έρχεται εδώ;

– Εγώ πάντως, θα γίνω.

Αυτά μας είπε ο νεαρός και πάλι έκλεισε την κουβέντα του. Ενώ μιλούσα όμως σ’ αυτόν, έπεσε το μάτι μου πάνω σε μια πολύ μεγαλόπρεπη κατασκευή που έβλεπα να δεσπόζει στην πλαγιά του βουνού που είχαμε στα πλάγιά μας και θαύμασα για όσα είναι σε θέση να κάνει ο άνθρωπος με την βοήθεια του Θεού βεβαίως. Υπολογίζοντας και την δυσκολία που σίγουρα αντιμετώπισαν οι τεχνίτες του, όταν αποφάσισαν να κτίσουν ένα τέτοιο πανύψηλο μοναστήρι εκεί πάνω, μάλλον άφησα τις σκέψεις μου να αποτυπωθούν στο πρόσωπό μου, οπότε, άκουσα τον καπετάνιο να μου απαντά με καμάρι, σαν να κατάλαβε τις σκέψεις μου.

– Η Μονή της Σιμονόπετρας είναι αυτό που βλέπεις. Ετοιμάσου όμως να κατέβεις, γιατί στον επόμενο κόλπο θα πιάσουμε το λιμάνι της Γρηγορίου.

Μετά από λίγο και στον επόμενο κόλπο όπως είπε ο καπετάνιος, πράγματι μπήκαμε στο λιμανάκι της μονής, οπότε σηκώθηκα από την θέση μου κι όπως έπρεπε, συγκέντρωσα τα πράγματα μου κοντά στην κουπαστή του σκάφους, όπου και όρθιος εκεί περίμενα να δω πώς θα το έδενε στην προβλήτα, αλλά και πώς θα κατέβαινα κι εγώ με ασφάλεια από αυτό μαζί με τα κιβώτιά μου. Βλέποντάς με έτοιμο αυτός, μου έλεγε και πάλι συμβουλευτικά.

– Πρόσεχε πως θα κατέβεις, αλλά πρόσεχε κι αυτόν τον περίεργο νεαρό, μη τυχόν και σου φέρει μπελάδες, γιατί από ότι βλέπω, ετοιμάζεται κι αυτός να κατέβει εδώ.

– Βοήθησέ με εσύ να κατεβάσω τα πράγματά μου. Του είπα. Κι άφησε τον αυτόν να κάνει ότι θέλει. Άλλωστε, δεν ήμαστε παρέα.

Με βοήθησε ο καπετάνιος είναι αλήθεια, αλλά κι όταν βρέθηκα πια στην παραλία της μονής Γρηγορίου, πράγματι θαύμαζα εκεί με όσα έβλεπα να υπάρχουν στον περιβάλλοντα χώρο της. Μεγαλόπρεπη μου φάνηκε κι αυτή έτσι όπως την έβλεπα κτισμένη πάνω στα βράχια της θάλασσας και σε στολίδι με παρέπεμπε η οπτική της εικόνα. Δεν σας κρύβω δε, ότι δεν ήξερα προς τα που να κοιτάξω περισσότερο, απολαμβάνοντας την ομορφιά της άγριας φύσης που διέθετε το ευρύτερο τοπίο του κόλπου της μονής, αλλά και δικαιολόγησα μέσα μου, αυτούς που επέλεξαν να μείνουν στον συγκεκριμένο χώρο ως μοναχοί.

Αφαιρέθηκα βέβαια κοιτώντας γύρο, γύρο τον χώρο, αλλά και γρήγορα με προσγείωσε η φωνή ενός μοναχού που ήταν εκεί, ο οποίος κάπως επιτακτικά μου είπε ότι έπρεπε να αφήσω τα κιβώτια μου στην παραλία, προκειμένου να τα ανεβάσει αυτός με τα μουλάρια του στα ενδότερα της μονής, αλλά και μου υπέδειξε τον δρόμο πού έπρεπε να ακολουθήσω, προκειμένου να ανέβω κι εγώ εκεί.

Ακολουθώντας λοιπόν τις οδηγίες του, ανέβαινα με τα πόδια έναν μεγάλο πέτρινο κι ανηφορικό διάδρομο, ο οποίος μάλλον με σκάλα έμοιαζε, αφού μεγάλα και λιθόστρωτα πλατύσκαλα διέθετε και λόγο της μεγάλης υψομετρικής διαφοράς που είχε η βάση της Μονής από την παραλία, ήταν αρκετά ανηφορικός.

Από δω. Από εδώ ελάτε. Μας έλεγε ένας άλλος μοναχός που βρισκόταν στην κορυφή εκείνου του πλακόστρωτου, όταν μας είδε να ανεβαίνουμε τελικά μαζί με εκείνον τον ο περίεργο νεαρό, τον οποίο βεβαίως κι απέφευγα εγώ, αλλά αδιαφορώντας αυτός για τις δικές μου προθέσεις, επέμενε προκλητικά να μένει κοντά μου.

Αν και λαχανιασμένοι από την ανάβαση της μεγάλης ανηφόρας, μας πέρασε γρήγορα αυτός μέσα από μια μεταλλική αυλόπορτα που θύμιζε Βυζάντιο κι έτσι, βρεθήκαμε σε μια πολύ μικρή πλατεία θα έλεγα. Ακολουθώντας τον και πάλι, περάσαμε μετά από λίγα βήματα μέσα από μια δεύτερη παρόμοια και μικρότερη πόρτα, η οποία μας έβγαλε τελικά στα ενδότερα της Μονής.

Επειδή μας είδε να ανεβαίνουμε μαζί όμως, θεώρησε εκείνος ο μοναχός, ότι μάλλον παρέα ήμασταν, οπότε και στον πληθυντικό έλεγε όσα ήθελε να μας πει. Για να διαχωρίσω όμως εγώ την σχέση μου μαζί του, του είπα κάποια στιγμή, ότι δεν γνώριζα εκείνον τον νεαρό κι ότι δεν ήμασταν παρέα.

Με ένα δεν πειράζει που μου είπε αυτός αδιάφορα, μας πέρασε μαζί στο αρχονταρίκι, όπου και μας προσέφερε ένα τσίπουρο με λουκούμι. Μας υπέδειξε μετά και που να γράψουμε μέσα σε ένα βιβλίο τα ονόματά μας, όπως και την ημερομηνία της επίσκεψης μας. Ένα μεγάλο βιβλίο ήταν αυτό που έπρεπε να δηλώσουμε την επίσκεψή μας, εντός στις σελίδες του οποίου, έβλεπα να είναι γραμμένα πολλών επισκεπτών τα ονόματα όταν το άνοιξα. Έγραψα λοιπόν κι εγώ το όνομά μου σ’ αυτό κι αφού ήπια το τσίπουρο που μας σέρβιρε ο αρχοντάρης, του ζήτησα να με οδηγήσει στο πνευματικό μου αν μπορούσε. Δεν πρόλαβε να κάνει τίποτε επ’ αυτού όμως, δεδομένου ότι ήρθε αυτός εκεί να με προϋπαντήσει.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *