Λαχειοπώλης λοιπόν ο Χαράλαμπος

   Αν και είδε ο μπάρμπα Χαράλαμπος να σταθμεύω τελικά το αυτοκίνητό μου έξω από την πόρτα του, αν κι άκουσε αυτά που του είπα, εντούτοις, συνέχισε να αφηγείται την ιστορία του χωρίς να ρωτήσει αν ήθελα να την ακούσω, ή όχι, οπότε, έλεγε με κάποια νοσταλγία στην φωνή του.

Εκεί λοιπόν που γύριζα στους δρόμους με τα λαχεία στα χέρια και θα ήμουν κοντά δέκα επτά χρονών τότε, ένας καροτσέρης με σταμάτησε μια μέρα και πάνω από την καρότσα του ρωτούσε να του πω, αν τον πατέρα μου τον έλεγαν Παύλο κι αν εμένα με έλεγαν Χαράλαμπο.

Δεν τον ήξερα βέβαια, αλλά αυτός φάνηκε να ξέρει πολλά περισσότερα για μένα και τέτοια μάλιστα, που να μου θυμίζουν τους δικούς μου, γι’ αυτό και μόλις μου έκανε νόημα να ανεβώ στην καρότσα του, αμέσως το έκανα και με αγωνία περίμενα να ακούσω τι είχε να μου πει.

Ο πατέρας σου ήταν φίλος μου άρχισε να λέει αυτός, γι’ αυτό και ξέρω ότι σκοτώθηκε στην Αλβανία. Είχαμε αλληλογραφία για λίγο καιρό, αλλά μετά τον έχασα. Από άλλους έμαθα δηλαδή ότι σκοτώθηκε.

Πρέπει να σου πω όμως, ότι μαζί δουλεύαμε στο λιμάνι και πολλές φορές τον άκουγα να μου λέει, ότι ήθελε να σε πάει σε κάποιον συγγενή του από τότε που έχασε την μητέρα σου και σε άφησε ορφανό. Έψαξα να σε βρω όταν έχασες και τον πατέρα σου, αλλά δεν ήξερα που ακριβώς θα μπορούσα να σε ψάξω.

Δεν πρόλαβε δηλαδή να με ενημερώσει σε ποιόν συγγενή του σε άφησε, γιατί ξαφνικά κάλεσαν κι αυτόν στον στρατό, όπως κι εμένα, αλλά εγώ όπως βλέπεις κατάφερα να επιστρέψω, ενώ αυτός έμεινε εκεί.

Πάμε όμως στο σπίτι μου τώρα κι εκεί θα πούμε πολλά περισσότερα. Από το σουλούπι σου σε γνώρισα όμως, γιατί πολύ μοιάζεις με τον πατέρα σου. Ήμασταν από παιδιά φίλοι πρέπει να σου πω και στο ίδιο σπίτι μεγαλώναμε μέχρι που ήρθε η ώρα να παντρευτεί την μητέρα σου Ευδοξία.

Κι αυτήν γνώριζα πολύ καλά, άρχισε να λέει, αλλά μόλις άκουσα το όνομα της μάνας μου Μιχάλη, με φωνή έκλαιγα και δεν μπορούσε να με ησυχάσει ο άνθρωπος. Μου είπε πολλά ακόμη μέχρι να φτάσουμε σιγά, σιγά στο σπίτι του κι από όσα έβλεπα γύρο μου, σε μια από τις δυτικές συνοικίες πήγαμε.

Όταν τελικά φτάσαμε στο σπίτι του, η γυναίκα του μας υποδέχτηκε, αλλά και βλέποντας εμένα αυτή πάνω στην καρότσα του, συνεχώς ρωτούσε τον άντρα της να της πει, ποιο ήταν το παιδί που είχε μαζί του.

Ποιο είναι αυτό το παιδί βρε Θόδωρε; Αυτό του έλεγε δηλαδή επαναλαμβάνοντας το ερώτημά της, αλλά ο Θόδωρος που εκείνη την στιγμή άκουγα το όνομά του, δεν της απαντούσε για κάποιον λόγο.

Όταν όμως τακτοποίησε το κάρο του κι έβαλε στον στάβλο το άλογό του, τότε μπήκε στο σπίτι τους και τότε πια έλεγε στην γυναίκα του. Αυτός που λες Ασημίνα. Είναι ο γιός της Ευδοξίας και του Παύλου που ψάχναμε και τώρα τον βρήκα να πουλάει λαχεία στον δρόμο.

Δεν ήξερα τους ανθρώπους όπως σου είπα, αλλά από τον τρόπο που με αγκάλιασαν, την μάνα μου και τον πατέρα που δεν είχα πια μου θύμισαν, γι’ αυτό και το κλάμα μου ήταν δακρύβρεκτο όπως θα έλεγε κάποιος μορφωμένος. Μούσκεμα δηλαδή έκανα τον ώμο της κυρίας Ασημίνας όταν έπεσα στην αγκαλιά της.

Όταν πια κατάφεραν να με ησυχάσουν, άκουγα τον κύριο Θόδωρο να λέει στην γυναίκα του, ότι έπρεπε να φάμε πρώτα και μετά θα λέγαμε πολλά όπως μου το υποσχέθηκε, οπότε, αμέσως έστρωσε τραπέζι αυτή κι όπως τους έβλεπα, έκαναν τον σταυρό τους πριν ξεκινήσουν, ενώ κύριος Θόδωρος έλεγε το πάτερ υμών.

Το ήξερα αυτό, γιατί κι ο πατέρας μου το έλεγε. Δεν ήξερα βέβαια τι ακριβώς έλεγε,  γιατί μικρός ήμουν, αλλά όταν άκουσα τον κύριο Θόδωρο να λέει πάτερ υμών, τότε θυμήθηκα, ότι κι ο πατέρας μου το έλεγε πριν αρχίσουμε να τρόμε.

Στο σπίτι του θείου Τάσου και της θείας Τασούλας όμως, δεν έκαναν το ίδιο, γι’ αυτό κι εγώ έκανα μόνον τον σταυρό μου πριν αρχίσω να τρώω. Μου είχε μείνει σαν συνήθεια αυτό. Πήγαινα να πω και το πάτερ υμών από μέσα μου, αλλά δεν μπορούσα να θυμηθώ τα λόγια.

Πολύ χάρηκα όμως που το άκουγα πια στο σπίτι του κυρίου Θόδωρου να το λένε, αφού από εκεί και μετά, στο σπίτι τους με κράτησαν και σαν παιδί τους με είχαν, αφού δικά τους δεν είχαν. Την πρώτη μέρα στο σπίτι τους βέβαια, πολύ την χάρηκα, γιατί και φαγητό είχε και καθαρά ήταν μέσα και ζέστη είχε, αφού Νοέμβριος του πενήντα τρία ήταν.

Αλήθεια είναι ότι, παρακαλούσα μέσα μου να με κρατήσουν κοντά τους, γιατί και μεγάλοι ήταν και ζεστοί σαν άνθρωποι ήταν, αλλά και σαν δική μου οικογένεια τους θεώρησα. Το σπίτι μας, βεβαίως και το ήθελα, αλλά άλλο είναι να ζεις μόνος κι άλλο να ζεις με τους δικούς σου.

Κι εγώ όπως καταλαβαίνεις χρειαζόμουν την δική τους συντροφιά, αφού δική μου οικογένεια δεν είχα. Από εκείνη την πρώτη ημέρα κιόλας έβαλα στο μυαλό μου, ότι αν παντρευτώ και πάρω για γυναίκα μου την Βαγγελιώ, θα ήθελα να είναι σαν την κυρία Ασημίνα. Στοργική κι ευχάριστη και να κάνω μάλιστα πολλά παιδιά μαζί της, για να μην είναι μόνα τους όπως εγώ και δεν είχα που και σε ποιόν να πω τον πόνο μου.

Σταμάτησε ξαφνικά την αφήγησή του ο μπάρμπα Χαράλαμπος και κοιτώντας με προσεκτικά, έλεγε με απορία. Δεν μου λες; Ξέρεις πόση ώρα είμαστε εδώ κι έξω από το σπίτι μου κουβεντιάζοντας; Ακούγοντας τις ιστορίες μου, μάλλον ξέχασες ότι είχες να κάνεις κάποια δουλειά όπως θυμάμαι. Δεν θα πας να την κάνεις λοιπόν; Θα κάθεσαι εδώ και θα ακούς παλιά ξερά κομμάτια; Άντε λοιπόν στην δουλειά σου κι άλλη φορά θα πούμε τα υπόλοιπα αν θέλεις.

Όπως έγινε μπάρμπα Χαράλαμπε, του έλεγα κι εγώ, τίποτε δεν θα μπορέσω να κάνω από εδώ και μετά, γιατί πέρασε η ώρα. Μάλλον είναι προτιμότερο να πάω στο σπίτι μου, γιατί νηστικός είμαι από το πρωί και τίποτε δεν έβαλα στο στόμα μου.

Αν είναι έτσι όμως, απαντούσε αυτός, δεν κάθεσαι μαζί μας σήμερα, ώστε να χαρεί και η Βαγγελιώ την παρουσία σου, που νομίζει ότι μάλλον είσαι ακατάδεχτος; Να ξέρεις όμως ότι θα φάμε ότι έχουμε κι ότι η Βαγγελιώ θα μας βάλει στο τραπέζι.

Να καθίσω μπάρμπα Χαράλαμπε του έλεγα και γιατί όχι, αφού κι εγώ σε χωριό μεγάλωσα κι από εκεί έμαθα να σέβομαι το τραπέζι των ανθρώπων, που με αγάπη μας το προσφέρουν. Εξ αυτού λοιπόν, καμιά σημασία δεν έχει τι έχει πάνω στο τραπέζι, αλλά πόση αγάπη εμπεριέχει αυτό που θα μας σερβίρουν.

Να κάνω όμως ένα τηλεφώνημα στην γυναίκα μου πρώτα, ώστε να φάει κι αυτή έστω και μόνη της, αν δεν είναι κάποιο από τα παιδιά μας στο σπίτι, αλλά και να μην με περιμένει όπως το συνηθίζει;

Και πριν πει οτιδήποτε άλλο αυτός, κάλεσα την γυναίκα μου κι αφού την ενημέρωσα σχετικά, ακολούθησα τον μπάρμπα Χαράλαμπο, που είχε κατέβει εν τω μεταξύ από το αυτοκίνητο και έμπαινε στο σπίτι του. Από εκεί λοιπόν άκουγα να λέει στην κυρία Βαγγελιώ, ότι θα έμενα μαζί τους όπως του το υποσχέθηκα.

Μέχρι να μπω κι εγώ στο σπίτι τους λοιπόν, έτοιμο είχε το τραπέζι της και για τέσσερεις στρωμένο μάλιστα, αφού και την μικρότερη κόρη τους συνάντησα εκεί. Με χαρά με υποδέχθηκε κι αυτή μαζί με την μητέρα της, αλλά και ρωτούσε να μάθει ποιος ήμουν, αφού για πρώτη της φορά με έβλεπε.

Αν και πήγα αρκετές φορές στο σπίτι τους δηλαδή, δεν έτυχε να την συναντήσω, γι’ αυτό και δεν με ήξερε η Άννα όπως μου συστήθηκε. Ήταν φοιτήτρια αυτή και σε κάποια πόλη σπούδαζε νηπιαγωγός κι αυτός ήταν ο λόγος που δεν τους επισκεπτόταν συχνά.

Όταν τελικά καθίσαμε στο τραπέζι, επίσημα με καλωσόρισε η κυρία Βαγγελιώ όταν έλεγε. Καλώς ήρθες στο φτωχικό μας κύριε Μιχάλη. Φτωχικό βέβαια το λέτε εσείς, της είπα, αλλά που να δείτε φτώχια, εκεί που όλα τα έχουν σε χρυσά πιάτα κι όλα είναι ποιο κρύα κι από τον πάγο όταν τα τρως, όχι γιατί είναι κρύα, αλλά γιατί λείπει από μέσα τους η ζεστασιά της δική σας αγάπης για τον συνάνθρωπό σας.

Καλά έκανε λοιπόν ο κύριος Χαράλαμπος και σε παντρεύτηκε κυρία Βαγγελιώ, γιατί όπως μου έλεγε πριν από λύγο, μια τέτοια σαν κι εσένα πρόσχαρη γυναίκα ονειρευόταν να παντρευτεί κι όπως φαίνεται, δεν έκανε λανθασμένη επιλογή.

Ευχαριστώ είπε αυτή μόνο και πριν αρχίσουμε να τρώμε, ας κάνουμε πρώτα την προσευχή μας είπε και πάλι σηκωθήκαμε. Είπε το πάτερ υμών η Άννα και πάλι καθίσαμε στις θέσεις μας, προκειμένου να φάμε, ενώ μου έλεγε χαρούμενος ο μπάρμπα Χαράλαμπος, ότι πείρε το πτυχίο της η Άννα κι ότι ήρθε να τους πει ότι βρήκε αμέσως δουλειά, σε κάποιον παιδικό σταθμό της Κατερίνης, όπου κι αποφάσισε να εγκατασταθεί μόνιμα.

Μπράβο της είπα κι εγώ, οπότε, έτρωγα μεν, αλλά άκουγα και την κυρία Βαγγελιώ να λέει, ότι καλώ είναι να αφήνουμε τα παιδιά μας να κάνουν ότι τους φωτίσει ο Θεός και να μην μπαίνουμε εμπόδιο στον δρόμο τους.

Αρκεί βέβαια να ξέρουν τι κάνουν πρόσθεσε και να μην ξεχνούν τον Θεό, γιατί όλα με την βοήθειά Του τα κάνουμε. Αλλά κι αποφασισμένα θα πρέπει να είναι, ώστε να αντιμετωπίσουν την ζωή τους, όπως κι αν τους παρουσιαστεί.

Εμείς σαν αδύναμοι άνθρωποι όμως, όλο την βόλεψή μας σκεφτόμαστε και πως θα μπορούσαμε να κάνουμε την ζωή μας ευκολότερη, νομίζοντας ότι αυτό και μόνον αρκεί. Και δεν θέλω να το παρεξηγήσεις αυτό που θα σου πω τώρα κύριε Μιχάλη, αλλά επειδή το διαπιστώσαμε αυτό μαζί με τον Χαράλαμπο, σε όλους το λέω και προπαντός στα παιδιά μας. Χωρίς τον Θεό δηλαδή, όλα άχρηστα είναι, έστω κι αν ζούμε πλούσια μέσα σε χρυσά παλάτια όπως είπες.

Το λέω με σιγουριά αυτό, γιατί κι εμένα από μικρή με έστειλαν οι γονείς μου υπηρέτρια. Μικρότερη κι από τα δέκα ήμουν δηλαδή όταν με έστειλαν να κάνω όλες τις δουλειές του σπιτιού που υπηρετούσα. Θα μπορούσα να κάνω τα ίδια στο πατρικό μου σπίτι βέβαια και να ήμουν ευχαριστημένη ανάμεσα στα αδέλφια μου και στους γονείς μου.

Να όμως που ήμασταν πολλά παιδιά και οι γονείς μας δεν μπορούσαν να μας συντηρήσουν. Για να με σώσουν όπως μου είπαν με έστειλαν να υπηρετώ άλλους ανθρώπους και μάλιστα εντελώς άγνωστους.

Από μια μεριά θύμωσα μαζί τους γι’ αυτό που μου έκαναν κι από την άλλη σκεφτόμουν, ότι και χωρίς αυτό, δεν ήταν σίγουρο αν θα ζούσα, ιδικά μετά τον πόλεμο, αφού το σαράντα γεννήθηκα και λίγες μέρες πριν τον πόλεμο μάλιστα.

Τίποτε σοβαρό δεν είχαμε για το καθημερινό μας φαγητό την δεκαετία του σαράντα κι επειδή είχε ελιές ο πατέρας, πρωί, μεσημέρι, βράδυ, σκέτες ελιές με ψωμί τρώγαμε. Για να αλλάξουμε κάπως το φαγητό μας, αλείφαμε το ψωμί με λάδι και πάνω σ’ αυτό, πότε ρίχναμε αλάτι και πότε ζάχαρη. Αυτά τρώγαμε δηλαδή.

Το σαράντα οκτώ όμως που πήγα υπηρέτρια σ’ εκείνο το σπίτι, μπορεί να έκανα όλες τις δουλειές τους, αλλά έτρωγα καλά από το φαγητό που τους έκανα. Από μικρή με έβαζε η μητέρα μου να κάνω δουλειές στο σπίτι κι έτσι ήξερα να κάνω τα πάντα.

Κουραζόμουν βέβαια όταν έπλενα τα ρούχα τους στην σκάφη τότε, γιατί πλυντήρια δεν υπήρχαν και μέχρι να τα απλώσω να στεγνώσουν και να τα σιδερώσω, ώστε να τα βρουν έτοιμα αυτοί, μεσάνυχτα γινόταν. Για να βάψω και τα παπούτσια τους δε, από τα χαράματα ήμουν όρθια.

Είχαν και δυο παιδιά τα αφεντικά μου κι αυτά ήταν πολύ ζωηρά. Η κυρία δεν είχε χρόνο να τα διαβάσει όμως, αν και όλη την ημέρα στο σπίτι της ήταν κι επειδή ούτε εγώ ήξερα να διαβάζω, ο κύριος εμένα έμαθε γραφή και ανάγνωση, ώστε εγώ να κάνω αυτά που δεν έκανε η κυρία του.

Στην αρχή θύμωνα μαζί τους, γιατί μαζί με όλα τα άλλα, έκανα και την δασκάλα, αλλά επειδή μου άρεσε να διαβάζω, πολλά έμαθα διαβάζοντας τα παιδιά, οπότε, όχι μόνον δεν θύμωνα πια μαζί τους, αλλά και καλό μου έκαναν έλεγα στον εαυτό μου, γιατί και να γράφω μπορώ τώρα και να διαβάζω μπορώ.

Αν έμενα στο πατρικό μου όμως, δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι τέτοιο, γιατί ούτε και οι γονείς μου πήγα σε σχολείο. Από το να κάνουν δουλειές δηλαδή κι αυτοί από μικροί στα χωράφια, έμειναν αγράμματοι.

Δεν είναι σωστό βέβαια, το να στέλνει κανείς τα παιδιά του να υπηρετούν σε τέτοια ηλικία τους ανθρώπους, αλλά τι μπορούσα να κάνω αφού αυτό μου έτυχε; Μακάρι να μπορούσα κι εγώ να σπουδάσω σαν την Άννα μας, όπως και τα άλλα μας παιδιά βέβαια, αλλά δεν ήταν στο τυχερό μου.

Το είχαμε συμφωνήσει όμως με τον Χαράλαμπο, ότι αν κάναμε παιδιά, να μη τα στείλουμε υπηρέτριες, όσο κι αν δεν θα μπορούσαμε να αποφύγουμε μια τέτοια εκδοχή. Κι ευτυχώς για όλους μας, πετύχαμε τον σκοπό μας και ικανοποιημένοι ήμαστε.

Αυτό το θέμα μελετώντας μια μέρα, μου έλεγε και με το δίκαιό του ο Χαράλαμπος. Δεν μπορούμε να το αποφύγουμε αυτό Βαγγελιώ. Το να υπηρετούν δηλαδή τα παιδία μας τους ανθρώπους, αφού όπου κι αν εργασθούν, εκ των πραγμάτων θα το κάνουν.

Εκείνο που θα καταφέρουμε όμως, αν το καταφέρουμε τελικά, θα είναι να μην τα στείλουμε απροετοίμαστα στην ζωή και προπαντός, όχι σε τόσο μικρή ηλικία όπως έγινε σ’ εμάς, λόγω αναγκών και περιστάσεων.

Σταμάτησε να μιλά η κυρία Βαγγελιώ και βλέποντάς την να ετοιμάζει και καφέ μετά από το φαγητό που τελειώσαμε χωρίς να καταλάβω πότε και τότε μόνον αναγκάστηκα να τους πω κι εγώ κάτι απορώντας με την σοφία τους, γιατί όπως μου φάνηκε, καθαρά οικογενειακή υπόθεση ήταν αυτή.

Δεν ξέρω τι να πω για την περίπτωσή σας. Αγράμματοι κι όμως σοφοί. Φτωχοί, αλλά πλούσιοι. Υπηρέτες ανθρώπων με προδιαγραφές, αλλά και γονείς που ξέρουν τι να κάνουν, προκειμένου να ενισχύσουν τα παιδιά τους με πραγματικές αξίες. Πρέπει να σας πω λοιπόν, ότι δεν έφαγα από το φαγητό σας σήμερα, αλλά από την αγράμματη σοφία σας.

Σας ευχαριστώ πάντως και για τα δύο και πολύ θα χαρώ να ακούσω και τα υπόλοιπα της ζωής σας, γιατί όπως υπολογίζω, πολλά έχω να μάθω ακόμη. Πρέπει να φύγω όμως τώρα, γιατί το παράκανα.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *