Μπήκαμε στο Σεπτέμβριο μήνα εκείνης της χρονιάς όμως και όπως είχα υποχρέωση ως μετεξεταστέος μαθητής στα αρχαία και τα λατινικά της προηγούμενης σχολικής περιόδου, πήγα στο γυμνασίου που φοιτούσα και έδωσα εκεί τις προβλεπόμενες γι’ αυτό τον σκοπό εξετάσεις.
Όπως ήταν επιθυμητό για μένα λοιπόν, πέρασα έστω και με το ζόρι από αυτές και από μετεξεταστέος της τετάρτης, βρέθηκα να παρακολουθώ με πολύ ενδιαφέρον τα νέα μαθήματα της πέμπτης γυμνασίου.
Το μεγαλύτερο μέρος του ενδιαφέροντος μου όμως, το έκλεψε εκείνο το μάθημα της λογικής που βρήκαμε να μας σπουδάζει, το πως μπορεί να γίνει στήριγμα της ζωής μας αυτή και καλώς την επέβαλε ως μάθημα η τότε υπάρχουσα διδακτική ύλη.
Ενώ λοιπόν εγώ παρακολουθούσα με ενδιαφέρον το νέο μου μάθημα, χρειάστηκε για κάποιο λόγο να λείψει η αδελφή μου για λίγες μέρες από το σπίτι και μέχρι να επιστρέψει αυτή από το χωριό μας, άφησε για μένα και τον πατέρα μου λίγα μαγειρεμένα φαγητά στο ψυγείο, για να μην μας απασχολεί και πολύ, το τι θα φάμε εμείς κατά την απουσία της.
Έμεινε όμως εκεί μια μέρα παραπάνω από ότι αρχικά υπολογίσαμε και εφόσον δεν μας περίσσεψε κάποιο από τα φαγητά της, σκέφτηκε να κάνει χρέη μάγειρα ο πατέρας μου για τους δυο μας, προκειμένου να καλύψει αυτός τις ανάγκες μας για το φαγητό της επομένης.
Πρότεινε δε να φάμε φασόλια, αφού όπως και το έλεγε, μόνον αυτά ήξερε να μαγειρέψει, αν και πουθενά δεν έβλεπα εγώ τον χρόνο που θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο.
Βράδιασε όμως και τίποτε δεν είδα να ετοιμάζει. Αφού όντως και δεν είχε χρόνο για κάτι τέτοιο, θεώρησα ότι μάλλον ξέχασε αυτό το ενδεχόμενο, οπότε και όπως ήταν λογικό, θα τρώγαμε στο εστιατόριο.
Πήγαμε για ύπνο λοιπόν και μέχρι τότε, κανένα λόγο δεν έκανε για το φαγητό που έβαλε με το μυαλό του να μας μαγειρέψει. Και ενώ εγώ διάβαζα για λίγο από συνήθεια ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου πριν κοιμηθώ, αυτός γύριζε από την μια, γύριζε από την άλλη πλευρά στο δικό του κρεβάτι όλη την νύχτα και μάτι δεν μπορούσε να κλείσει.
Μη μπορώντας να κοιμηθεί όμως, σηκώθηκε από το κρεβάτι του κάποια στιγμή και έκανε βόλτες μέσα στο σπίτι, περιμένοντας να ξημερώσει. Τον αναστάτωναν τα προβλήματα που του προκαλούσε η γυναίκα του συνεταίρου μας και όπως σας το ανέφερα αυτό στα προηγούμενα, είχε γίνει ο ζωντανός του εφιάλτης αυτή.
Μη μπορώντας λοιπόν να ησυχάσει εκείνο το βράδυ και για να μην βαδίζει άσκοπα μέσα στο σπίτι, σκέφτηκε να επιδοθεί στο μαγείρεμα. Μια και το είχε στο πρόγραμμα του αυτό, μπήκε από τα άγρια χαράματα στην κουζίνα, ελπίζοντας βέβαια ότι μαγειρεύοντας εκεί, θα ξεχνούσε τον εφιάλτη του.
Φασόλια θα μαγείρευε όπως μου το είχε ανακοινώσει και αφού έκανε όλα όσα ήξερε, ή ό,τι φανταζόταν ως προκαταρκτικά, έριξε στο τέλος και τα φασόλια μέσα στην κατσαρόλα με το κρύο νερό και όλα μαζί τα έβαλε να βράζουν πάνω στην συσκευή υγραερίου.
Αφού έτσι έβλεπε να κάνουν και οι νοικοκυρές όπως έλεγε αργότερα, περίμενε στην συνέχεια, να βράσουν τα φασόλια μόνα τους και μέχρι να έρθει η ώρα της αναχώρησης του για την επιχείρηση μας, ξάπλωσε για λίγο στο ντιβάνι της κουζίνας, ήσυχος πλέον ότι θα γίνει καλό το φαγητό που μας ετοίμαζε.
Κοιμήθηκε όμως έτσι όπως ήταν ταλαιπωρημένος και στον ύπνο του πάλι τον ίδιο εφιάλτη έβλεπε. Την προκομμένη γυναίκα του συνεταίρου μας. Στην προσπάθεια του να την συνεφέρει από τα χαζά που μας έκανε, ξέχασε τα φασόλια που έβραζαν μόνα τους και μη μπορώντας να τα συμπαρασταθεί, καίγονταν αυτά.
Καιγόταν τα φασόλια, γιατί τα έβαλε να βράζουν σε πολύ δυνατή φωτιά, νομίζοντας ότι αυτό θα τα βοηθούσε να γίνουν γρηγορότερα. Ξέχασε όμως να υπολογίσει, ότι βάζοντας τόσο δυνατή φωτιά κάτω από την κατσαρόλα, όχι μόνον δεν θα έβραζαν τα φασόλια γρήγορα, αλλά και το νερό που της έβαλε θα εξατμιζόταν γρήγορα και χωρίς νερό τα φασόλια, μάλλον θα ψήνονταν εκεί μέσα αντί να βράζουν.
Πράγματι και ψήνονταν αυτά και ο καπνός τους που ήταν πολύς, δεν χωρούσε μέσα στην κουζίνα. Έβγαινε πυκνός πυκνός στον υπαίθριο χώρο, αφού του το επέτρεπε η ανοιχτή πόρτα της κουζίνας, που για κάποιο λόγο άφησε ανοιχτή ο πατέρας μου.
Αφού έβγαινε ο καπνός έξω, ήταν επόμενο ότι θα γινόταν ορατός κάποια στιγμή και από τους ανθρώπους που εκείνη την ώρα βρισκόταν στα καταστήματα τους. Ανησύχησαν αυτοί όταν είδαν να βγαίνει καπνός από το σπίτι του τρίτου ορόφου της πολυκατοικίας που είχαν απέναντι τους και όπως ήταν επόμενο, φώναζαν. Και φώναζαν πολύ δυνατά αυτοί, μήπως και με τις φωνές τους, αναγκαστούν να ξυπνήσουν οι ένοικοι και μαζί με αυτό, να καταλάβουν ότι πιθανόν και να κινδυνεύουν.
Έχοντας κατά νου τους το γνωμικό που λέει ότι, όπου υπάρχει καπνός, μάλλον υποβόσκει φωτιά, δεν φώναζαν μόνον, αλλά και ό,τι μπορούσαν έκαναν οι άνθρωποι εκεί, προκειμένου να βοηθήσουν τους γείτονες τους, πριν καούν ζωντανοί όπως πίστευαν, γι’ αυτό και αρκετοί απ’ αυτούς ανέβηκαν μέχρι τον όροφο μας.
Έμπρακτα λοιπόν δήλωναν το ενδιαφέρον τους για μας, γι’ αυτό και πολύ δυνατά χτυπούσαν την πόρτα μας. Ξύπνησα εγώ από τις φωνές τους αλλά και από εκείνον τον ανεξήγητο θόρυβο. Το ρολόι μου έδειχνε επτά και έτσι όπως ήμουν αγουροξυπνημένος, έτρεχα να δω από το παραθυράκι της εξώπορτας μας, τον λόγο που την χτυπούσαν..
Μόλις είδαν αυτοί να ανοίγει το παραθυράκι, έλεγαν με αγωνία.
– Άνοιξε να μπούμε μέσα. Καίγεστε.
Έβλεπα πολλούς ανθρώπους εκεί και στα πρόσωπά τους ήταν όντως ζωγραφισμένη η αγωνία που τους ανάγκασε να μας επισκεφτούν, γι’ αυτό και τους επέτρεψα να μπουν μέσα, αλλά και τους έλεγα συγχρόνως.
– Μάλλον κάνετε λάθος στον όροφο. Τίποτε δεν καίγεται σε μας.
Δεν ήξερα αν μαγείρευε ο πατέρας μου στην κουζίνα και αφού δεν τον έβλεπα να κοιμάται στην κρεβατοκάμαρα, υπέθεσα ότι μάλλον έφυγε για την δουλειά του. Και αφού δεν έβλεπα πουθενά καπνό, λογικά λοιπόν προσπαθούσα να τους πίσω, ότι αλλού γίνετε αυτό που φοβόντουσαν.
– Καίγεστε!, επαναλάμβαναν αυτοί και χίμηξαν όλοι μαζί μέσα στο σαλόνι, προκειμένου να βγάλουν από εκεί αυτούς που καιγόταν, αφού ούτε στην κρεβατοκάμαρα όπως είδαν, αλλά και στο χολ καιγόταν κάτι.
Ούτε και στο σαλόνι όμως βρήκαν καμένους, γι’ αυτό και άνοιξαν με αγωνία την κλειστή πόρτα της κουζίνας και τότε μόνον είδα κι εγώ μαζί με τους αναστατωμένους γείτονες μας, τον καπνό που τους υποχρέωσε να μπουν εκείνη την ώρα στο σπίτι μας.
Υπήρχε πολύ καπνός εκεί μέσα και όπως ήταν επόμενο αυτό, υπήρχε και έντονη μυρουδιά από κάτι καμένο. Είδαμε τον καπνό να βγαίνει έξω από την ανοικτή πόρτα, αλλά και τον πατέρα μου να είναι ξαπλωμένος στο ντιβάνι της κουζίνας και να κοιμάται εκεί του καλού καιρού.
Προσπαθώντας αρκετά οι γείτονες μας, κατάφεραν στο τέλος να τον ξυπνήσουν από τον λήθαργο που βρισκόταν και όταν επιτέλους ξύπνησε, ζητούσε να μάθει τον λόγο που μας έκαναν επίσκεψη ξένοι άνθρωποι.
– Τι γίνεται ρε παιδιά; Ποιοι είστε; Τι θέλετε; Τι καπνός είναι αυτός, που έκανε την κουζίνα μας μαύρη;
Σημασία δεν έδωσαν οι επισκέπτες μας στα ερωτήματα του, παρά μόνον έψαχναν με υπομονή να εντοπίσουν την αιτία που προκαλούσε τον καπνό. Την εντόπισαν γρήγορα ευτυχώς για μας και αυτή ήταν πάνω στον πάγκο της κουζίνας, εκεί δηλαδή που βρισκόταν η συσκευή υγραερίου, πάνω στην οποία ήταν μια κατσαρόλα.
Ο θόρυβος του αερίου ήταν αυτός που τους οδήγησε εκεί και αυτός έβγαινε ανεξέλεγκτα, αλλά και επικίνδυνα για όλους μας, γι’ αυτό και τους άκουσα να λένε με φόβο.
– Μην ανάβετε σπίρτα, ούτε και τα φώτα. Ας καθαρίσει πρώτα η κουζίνα από το αέριο και μετά να τα ανάψουμε.
Σκοτάδι ήταν μέσα στην κουζίνα από τον καπνό, αλλά και από τον μουντό καιρό εκείνης της ημέρας, γι’ αυτό και καθόλου δεν φωτιζόταν ο χώρος της. Αυτός ήταν και ο λόγος άλλωστε που δεν βλέπαμε καλά, αλλά και εφτά το πρωί ήταν ακόμη.
Όταν πια ανοίξαμε όλες τις πόρτες του διαμερίσματος προκειμένου να διευκολύνουμε την έξοδο του καπνού, αλλά και την γρήγορη διαφυγή του υγραερίου από την κουζίνα, τότε μόνον ανάψαμε τα φώτα και τότε μόνον είδαμε τις επιδώσεις του πατέρα μου στην μαγειρική.
Η κατσαρόλα ήταν στεγνή από νερό και ο πάτος ήταν σκεπασμένος από μια μαύρη σκόνη, που υπέθεσα ότι ήταν υπολείμματα από τα καμένα φασόλια. Είχαν μείνει αρκετά από αυτά μέσα, μαύρα βέβαια, αλλά απείραχτα από την δυνατή φωτιά, που όχι μόνον τα φασόλια έκαψε, αλλά και τον πάτο της κατσαρόλας τρύπησε.
Η τρύπα δε που της προκάλεσε το υγραέριο όσο αυτό έκαιγε δυνατά, ήταν αρκετά μεγάλη και η μυρουδιά που άφηνε το καμένο αλουμίνιο δεν ήταν καθόλου υποφερτή. Με δυσκολία γινόταν η αναπνοή μας, γι’ αυτό και με πολύ κόπο έλεγε κάποιος στον πατέρα μου.
– Προσέχετε ρε παιδιά. Θα καείτε! Πάλι καλά που δεν έγινε καμιά έκρηξη από το υγραέριο και αυτό σας γλύτωσε από το να τραβάτε τα μαλλιά σας. Μη παίζετε λοιπόν μαζί του αφού δεν ξέρετε την χρήση του, γιατί μπορεί να γίνει πολύ επικίνδυνο. Είστε πολύ τυχεροί που μαύρισαν μόνον οι τοίχοι σας και όχι η ψυχή σας.
Αυτά έλεγαν οι άνθρωποι στον πατέρα μου ανακουφισμένοι και αφού τίποτε το κακό για μας δεν έγινε εκεί, μας άφησαν μόνους και πήγαν στις δουλειές τους. Μαζί μ’ αυτούς, βρήκα κι εγώ την ευκαιρία να του πω κάτι.
– Της νύχτας τα καμώματα, τα βλέπει η μέρα και γελά λέει μια παροιμία όπως άκουσα. Καλύτερα να τρώγαμε κάτι στο εστιατόριο, μπροστά στο να καούμε ζωντανοί. Αλλά αφού δεν ήξερες τίποτε από το πως μαγειρεύουν, γιατί θέλησες να κάνεις τον μάγειρα;
– Έλα ρε συ. Ησύχασε. Ήξερα, πως δεν ήξερα; αλλά, δεν κατάλαβα πως με πήρε ο ύπνος.
– Αν πράγματι ήξερες; Δεν θα κοιμόσουν. Και αν όντως ήξερες; θα έβαζες πολύ περισσότερο νερό στην κατσαρόλα, όπως και πολύ λιγότερη φωτιά κάτω από τον πάτο της. Αφού τίποτε από τα δύο δεν έγινε σωστά, έφερες το αποτέλεσμα που από μόνο του δηλώνει, ότι τίποτε δεν ήξερες από το πως μαγειρεύουν τα φασόλια και ας επιμένεις εσύ.
– Γιατί το λες αυτό ρε; Λίγες φορές είδα εγώ την μάνα σου να μαγειρεύει; Και αυτή το ίδιο κάνει. Γιατί νομίζεις ότι εγώ έκανα λάθος;
– Από αυτά που μας προέκυψαν πάντως, ή δεν είδες καλά αυτά που κάνει, ή δεν είδες όλα όσα κάνει. Από το αποτέλεσμα όμως, καλύτερα θα είναι να μην κάνεις ξανά τον μάγειρα, πριν μάθεις το πως ακριβώς μαγειρεύουν, έστω τα φασόλια. Με μόνη την φαντασία σου πάντως, τίποτε σωστό δεν μπορεί να γίνει.
Είπαμε τι είπαμε εκείνη την ώρα με τον πατέρα μου, μάθαμε και από όσα μας συνέβησαν αρκετά ακόμη για την μετέπειτα ζωή μας και όπως ήταν επόμενο, πήγε αυτός στην δουλειά του όπως κι εγώ στο σχολείο μου.
Δεν πέρασε πολύς καιρός μετά από κείνο το περιστατικό με τα καμένα φασόλια και πήρε την απόφαση ο πατέρας μου να φύγουμε από εκείνο το σπίτι που μέναμε με ενοίκιο και να πάμε πλέον σε ένα από τα δύο δικά μας σπίτια, αυτά που πήραμε προ καιρού για τα κορίτσια μας.
Αυτός ήταν και ο λόγος που μου έλεγε λίγες μέρες αργότερα.
– Θα μένουμε στο ένα από αυτά, ενώ το άλλο θα το νοικιάζουμε, μέχρι που να έρθει ο χρόνος να το παραχωρήσουμε, στην πρώτη από τα κορίτσια μας που θα παντρευτεί.
Πήρε εκείνη την απόφαση, γιατί με την λήξη της σχολικής περιόδου, τελείωσε και η μικρή μας το δημοτικό και ως εκ τούτου, δεν υπήρχε λόγος πλέον να μένει η μητέρα μου στο χωριό. Άλλωστε, ούτε και τα στοκ του μαγαζιού μπορούσε πλέον να διαθέσει, αλλά ούτε και τις παλιές οφειλές μπορούσε να εισπράξει.
Εκτός αυτού, το σπίτι που μέχρι τότε μέναμε ήταν πολύ μικρό για μας και λογικό ήταν το ότι δεν θα μας χωρούσε όλους αφού ήμασταν πέντε, όταν επιτέλους θα μαζευόμασταν όλοι μαζί κάτω από την ίδια στέγη.
Μιχάλης Αλταλίκης