Μετάθεση στο Κιλκίς και ένας άριστος διοικητής

  maxh-tou-kilkis-laxanaΉταν Γενάρης μήνας του χίλια εννιακόσια εξήντα οκτώ, όταν εντάχθηκα κι εγώ στην δύναμη της μονάδας με το όνομα 194 Μοίρα Πυραύλων, στην οποία υπηρετούσαν τότε επτακόσιοι πενήντα στρατιώτες. Εικοσιτέσσερις μήνες ήταν για όλους η κανονική θητεία στο στρατό και όσοι από τους παλιούς στρατιώτες κάλυψαν αυτόν τον χρόνο, απολύθηκαν στην ώρα τους.

 Για κάποιες ειδικότητες επιβλήθηκε εφεδρεία όμως, γι’ αυτό και αρκετοί από τους παλιούς δεν ακολούθησαν τους υπόλοιπους. Αντί να απολυθούν και αυτοί καθώς θα έπρεπε, υποχρεώθηκαν να μείνουν στις θέσεις τους και να υπηρετήσουν την πατρίδα τους για τρεις μήνες επιπλέον από τους άλλους.

 Εξαιτίας αυτής της εφεδρείας λοιπόν, ήταν αρκετά αυξημένος ο αριθμός της δύναμης των υπηρετούντων στην μονάδα μας και λογικό μας φαινόταν τότε, που βλέπαμε τους παλιούς να δυσανασχετούν με την εφεδρεία τους.

 Δυσανασχετούσαν βέβαια αυτοί αλλά και αμέσως ανέλαβαν την δική μας εκπαίδευση. Η εκπαίδευση που μας έγινε τότε ήταν ειδική για οδηγούς ρυμουλκού και απαιτούσε εκτός των άλλων, γνώσεις για την μεταφορά εύθραυστων, όσο και επικίνδυνων υλικών επί παντός εδάφους και καιρού, με έμφαση στην γρήγορη και ασφαλή μεταφορά προσωπικού και υλικών κάτω απ’ όλες τις συνθήκες, τόσο για της ημερήσιες όσο και για της νυκτερινές αποστολές.

 Εμένα με ενέταξαν στην πυροβολαρχία διοικήσεως, εκεί δηλαδή που υπήρχαν όλες οι διοικητικές υπηρεσίες της μονάδας και όπως ήταν απαιτητό αυτό, ακολουθούσα κανονικά το πρόγραμμα της δικής μου εκπαίδευσης. Έκανα ότι και οι υπόλοιποι οδηγοί δηλαδή, αφού όσοι ανήκαν στην πυροβολαρχία μας, εκπαιδεύονταν επιπλέον από τους άλλους οδηγούς και για την υπηρεσία που θα τους ανέθεταν αργότερα.

 Ήταν χειμώνας όμως όπως είπα και στο Κιλκίς έκανε πολύ κρύο. Δεν με απασχολούσε και τόσο αυτό, όσο το τι θα έκανα με τις χιονίστρες μου, που για κάποιο λόγο δεν είχαν κάνει ακόμη την εμφάνιση τους. Αν και το φοβόμουν πολύ αυτό, βρήκα τελικά τρόπο να προφυλάξω τα χέρια και τα πόδια μου απ’ αυτές και έτσι δεν υποχρεώθηκα να τις φανερώσω.

 Για τις χιονίστρες των ποδιών μου, φρόντιζα να φορώ μονίμως εκείνα τα άρβυλα που είχαν πρόκες κάτω από τις σόλες τους, για τον λόγο ότι αυτά δεν επέτρεπαν την υγρασία να εισχωρήσει στο εσωτερικό τους. Τα φορούσα δε αυτά χωρίς κάλτσες, γιατί χωρίς αυτές δεν ίδρωναν τα πόδια μου.

 Με κορόιδευαν βέβαια όσοι έβλεπαν να φορώ εκείνα τα άρβυλα, γι’ αυτό και με πείραζαν.

 – Από μακριά φαίνεται ρε ότι είσαι βλάχος. Ούτε και στον στρατό δεν μπορείς να αποχωριστείς τα τσαρούχια σου.

 Καθόλου δεν μ’ ενοχλούσαν τα πειράγματα τους και αφού είχα βρει τον τρόπο να περισώσω τα πόδια μου, χωρίς να έχω την παραμικρή ενόχληση από κείνα τα άρβυλα, τα φορούσα συνεχώς. Πρόσεχα πολύ όμως όταν πατούσα πάνω στο τσιμέντο, γιατί τότε γλιστρούσαν οι πρόκες τους και όντως κινδύνευα να πέσω.

 Τα χέρια μου πάλι, τα προστάτευα με άλλον τρόπο. Τα είχα πάντα ελαφρά αλειμμένα με ένα καλής ποιότητας γράσο και μέσω αυτού, τα έτριβα συνέχεια. Όσο έκανα εκείνη την τριβή στα δάχτυλα μου, έμεναν αυτά ζεστά και έτσι δεν επέτρεπαν τις χιονίστρες να εκδηλωθούν.

 Ωστόσο, εκτός από οδηγός εκεί εκπαιδεύτηκα και ως στρατιώτης της Μοίρας Πυραύλων, με ότι συνεπάγονταν αυτό τότε και όσα οι άριστοι αξιωματικοί μας επέβαλαν στα πλαίσια της εκπαίδευσης μας, έστω και αν αυτά που ζητούσαν από μας, ήταν πολύ κοπιαστικά και υπερβολικά για μια μονάδα του πυροβολικού.

 Ο Διοικητής μας ήταν ό,τι καλύτερο είχε να επιδείξει τότε ο Ελληνικός στρατός. Ήξερε τι έκανε και τι διέταζε, όπως και το πως να προετοιμάσει τους στρατιώτες του έτσι, ώστε να είναι σε θέση να κάνουν αυτό που πρέπει με την θέλησή τους, χωρίς να φαίνεται πουθενά η διαταγή, παρά μόνον η αγάπη του στρατιώτη προς τον Διοικητή του.

 Ήταν προσωπικός φίλος με τον τότε στρατιωτικό πρωθυπουργό αυτός, με τον οποίο είχε καθημερινή επαφή, αλλά αυτό δεν τον εμπόδιζε να κρατάει την μονάδα που διοικούσε, τους αξιωματικούς, τους στρατιώτες και τον εαυτό του, ανά πάσα στιγμή ζωντανούς, διαθέσιμους, εκπαιδευμένους και προπαντός ετοιμοπόλεμους.

 Ήταν όντως στρατιωτικός αυτός και ήταν τέτοιος αξιωματικός, που σεβόταν και προστάτευε τις ζωές αυτών που εξουσίαζε ως διοικητής τους.  Σεβόταν και τον χρόνο και τον σκοπό που ήρθαν να υπηρετήσουν εκείνα τα εικοσάχρονα παιδιά την πατρίδα τους και δεν πάσχιζε να τους επιβάλει αλόγιστες και φεουδαρχικές απαιτήσεις, όπως έκαναν άλλοι κομπλεξικοί αξιωματικοί, που απώτερος σκοπός τους ήταν να βγάζουν τα απωθημένα τους στην καμπούρα των στρατιωτών που διοικούσαν.

 Και πως μπορώ να το αποκρύψω αυτό, όταν νέος ακόμη στην μονάδα μας βρέθηκα για εκπαιδευτικούς λόγους σκοπός ένα βράδυ, σε μια παράμερη και άνευ σημασίας σκοπιά. Το νούμερο που έκανα ήταν δύο με τέσσερις το πρωί κι εγώ έτρεμα από το κρύο εκεί αν και ήμουν καλά ντυμένος και σκεπασμένος με την χλαίνη που φορούσαμε τότε.

 Το κρύο μου έφερνε έντονη υπνηλία, γι’ αυτό και φοβόμουν μην κοιμηθώ εκεί στην σκοπιά και εξαιτίας αυτού βρω κανένα μπελά. Στην προσπάθεια μου να μείνω ξυπνητός λοιπόν αλλά και να ζεσταθώ κάπως, χοροπηδούσα.

 Ενώ προσπαθούσα να κρατήσω ζεστό τον εαυτό μου, είδα κάποια στιγμή να έρχεται προς το μέρος μου ένας άνθρωπος. Αρχικά θεώρησα ότι ήταν η προβλεπόμενη περίπολος, γι’ αυτό και φώναξα δυνατά όπως είχα υποχρέωση, βάσει του κανονισμού.

 – Αλτ.  Τις ει;

 Αντί για τα προβλεπόμενα τυπικά όμως, έλεγε επίσης δυνατά αυτός που ερχόταν.

 – Εγώ είμαι παιδί μου, ο διοικητής σου.

 Και ενώ έλεγε αυτά, έκανε λίγα βήματα ακόμη προς το μέρος μου, πριν σταματήσει εντελώς. Θέλησε να μου δώσει τον ανάλογο χρόνο, ώστε να τον δω καλά και να βεβαιωθώ ότι όντως αυτός ήταν εκεί.

 Ξαφνιάστηκα από κείνη την απρόσμενη επίσκεψη του και μάλιστα για την ώρα που την έκανε. Πιο πολύ όμως σοκαρίστηκα από το ντύσιμο του, γιατί αυτός εκείνη την ώρα και με κείνο το κρύο, φορούσε πάνω του μόνον ένα κοντομάνικο πουκάμισο.

 Όπως είπα και άλλοτε κι εγώ δεν κρυώνω εύκολα και αντέχω αρκετά στο κρύο. Εκείνη την ώρα όμως κρύωνα και κρύωνα πολύ. Χοροπηδούσα βέβαια αλλά και για μια ώρα στεκόμουν ακίνητος μέσα σ’ εκείνο το μικρό κουβούκλιο. Φορούσα κι εγώ κοντομάνικο πουκάμισο τον χειμώνα τότε που πήγαινα στο σχολείο, αλλά εκείνη την ώρα στην σκοπιά μου είχε ψοφόκρυο και ο διοικητής μας δεν ήταν παιδί, ήταν σαράντα πέντε ετών.

 Σαν είδε αυτός να κατεβάζω το όπλο μου και να το ακουμπώ στο πάτωμα σε θέση ανάπαυσης, με πλησίασε. Όταν ήρθε κοντά μου, είδα να κρατά με το ένα χέρι στην αριστερή του μασχάλη μια κασέλα, ενώ στο άλλο χέρι κρατούσε ένα μπουκάλι.

 Στάθηκε μπροστά μου μετά και αφού έδωσε και το μπουκάλι του στο αριστερό του χέρι, με χαιρέτησε με το δεξί του κανονικά και στρατιωτικά. Υποχρεώθηκα να κάνω κι εγώ το ίδιο, κτυπώντας το πόδι μου στο πάτωμα όπως επέβαλε η τάξη και όλος περιέργεια περίμενα να δω τον λόγο της επίσκεψης του.

 Με καλημέρισε στην συνέχεια και μου έδωσε να κρατώ ένα μικρό ποτηράκι που έβγαλε μέσα από την τσέπη του πουκαμίσου που φορούσε. Έγειρε μετά το μπουκάλι του και έριξε μέσα στο ποτηράκι που μου έδωσε λίγο κονιάκ απ’ ότι πρόσεξα. Μου έκανε νόημα να το πιω, ενώ μου έλεγε.

 – Πιες παιδί μου ένα ποτηράκι απ’ αυτό, να ζεστάνεις έστω και λίγο τα μέσα σου.

 Όσο εγώ έκανα ότι μου είπε, άφησε αυτός το μπουκάλι του κάτω και  έβγαλε μέσα από την κασέλα του μια γεμάτη χούφτα με μαύρες σταφίδες. Αφού τις έβαλε στην τσέπη της χλαίνης μου, έλεγε προστατευτικά.

 – Πάρε και αυτές τις σταφίδες. Είναι πολύ θρεπτικές αυτές οι μαύρες και αν τις φας σιγά, σιγά και όχι όλες μαζί, θα σε κρατήσουν ζωηρό έως ότου παραδόσεις την σκοπιά σου στον επόμενο.

 Έκπληκτος παρακολουθούσα εγώ τα της συμπεριφοράς του, ενώ αυτός με χαιρετούσε και πάλι στρατιωτικά. Πήρε στα χέρια του μετά το ποτηράκι και το μπουκάλι του και έλεγε ευχαριστημένος για όσα έκανε προκειμένου να συμπαρασταθεί στην δυσκολία που αντιμετώπιζε ο στρατιώτη του την ώρα της υπηρεσίας του.

 – Άντε γεια σου παιδί μου και μη το βάλεις κάτω. Μια ώρα ακόμη σου έμεινε. Κάνε υπομονή.

 Και δεν του έφτανε αυτό, αλλά ενώ άρχισε να φεύγει από κοντά μου, επέστρεψε πίσω και είπε με σοβαρότητα.

 – Μήπως κρυώνεις όμως; Θέλεις να σου φέρω κάτι ακόμη να σκεπαστείς;

 Βλέποντας όλες αυτές τις ενέργειες, τι άραγε μπορούσα να του πω εγώ;

 – Όχι κύριε διοικητά, δεν θέλω τίποτε. Μου αρκεί το ντύσιμο μου.

 Τον έβλεπα να απομακρύνεται και δεν μπορούσα να πιστέψω αυτά που μου συνέβαιναν. Όσο και αν έλεγε κανείς, ότι για λόγους εντυπωσιασμού το έκανε αυτό, εύκολα μπορώ να πω κι εγώ, ότι για τους ίδιους λόγους, δεν θα μπορούσε κανείς να κάνει εκείνη την ώρα και με τέτοιο κρύο κάτι παρόμοιο, αν δεν πίστευε πρωτίστως ότι ευθύνεται και για της ζωές των όσων βρίσκονται κάτω από τις διαταγές του.

 Πράγματι τον θαύμαζα για την συμπεριφορά του και πράγματι έλεγα μέσα μου ότι αυτός όντως είναι στρατιωτικός και αισθανόμουν υπερήφανος που υπηρετούσα την πατρίδα μου κάτω από τις διαταγές ενός τέτοιου διοικητού. Και αυτό δεν το έκανε μόνον τότε και μόνον γι’ αυτόν τον λόγο, αλλά πάντα έκανε τέτοια, όταν έβλεπε την ανάγκη να το κάνει και πάντα προπορευόταν πριν ζητήσει από μας να τον ακολουθήσουμε.

 Εκείνη την ώρα όμως κατευθύνθηκε προς την επόμενη και κύρια σκοπιά, σ’ αυτήν που ήταν πιο πέρα από την δική μου και σε πολύ δύσκολο σημείο για έναν σκοπό. Ενώ λοιπόν τον έχανα από την ορατότητά μου, μελετούσα και πάλι την συμπεριφορά του, λέγοντας στον εαυτό μου, ότι άλλος στην θέση του; Θα κοιμόταν εκείνη την ώρα του καλού καιρού και στο κρεβάτι του. Αυτός όμως; Άφησε το κρεβάτι του και ήρθε στο στρατόπεδο. Όχι για να ελέγξει όπως και για να τιμωρήσει τους σκοπούς που τυχόν κοιμόταν στην ώρα της υπηρεσίας τους παραμελώντας τα καθήκοντά τους, αλλά για να ενθαρρύνει τους σκοπούς να αντέξουν εκείνη την κρύα νύχτα την υπηρεσία τους.

 Όπως αποδείχτηκε όμως, αυτό και μόνον αυτό ήρθε να κάνει εκείνη την ώρα, αφού πηγαίνοντας παρακάτω, βρήκε δύο στρατιώτες που κοιμήθηκαν στις σκοπιές τους. Τους ξύπνησε με τρόπο που να μην ταραχτούν και στην συνέχεια τους έκανε μια παρατήρηση μόνον και μ’ αυτήν πάλι, τους συμβούλευε περισσότερο.

 – Είναι πολύ επικίνδυνο το να κοιμάται κανείς στην σκοπιά και μάλιστα όταν κάνει τόσο κρύο. Ενώ κοιμάται, κινδυνεύει να μην ξυπνήσει ποτέ.

 Αυτά τους είπε μόνον και αφού έδωσε και σ’ αυτούς σταφίδες και κονιάκ έφυγε και δεν έκανε κανένα λόγο γι’ αυτό το παράπτωμα, αν και ήταν όντως σοβαρό. Μαθεύτηκε το γεγονός και όντως εκτίμησαν οι στρατιώτες το ενδιαφέρον που έδειχνε ο διοικητής μας, τόσο στους νέους όσο και στους παλιούς στρατιώτες, γι’ αυτό και τον αγαπούσαν.

 Και πράγματι τον αγαπούσαν, γιατί κανένας από τους στρατιώτες δεν του χαλούσε χατίρι, όταν αυτός τους ζητούσε επίμονα συνεχή εκπαίδευση και ετοιμότητα. Ούτε και τα οχήματα τους παραμελούσαν, έστω και αν  μερικά απ’ αυτά ήταν εκεί παροπλισμένα και ακινητοποιημένα από το σαράντα.

 Όταν ζήτησε μια μέρα να ενεργοποιήσουν και αυτά οι στρατιώτες αφού ήταν χρεωμένα στην δύναμη της μονάδας, έγιναν ξανά μάχιμα αυτά και όταν κτυπούσε συναγερμός ετοιμότητας, είτε μέρα ήταν, είτε νύκτα, μαζί με τα υπόλοιπα εκατόν πενήντα οχήματα, σε πέντε λεπτά βρισκόταν έξω και αυτά από το στρατόπεδο, έτοιμα προς αναχώρηση.

Μιχάλης Αλταλίκης

Δημοσιεύθηκε στην Χωρίς κατηγορία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *